ΕΤΙΚΕΤΕΣ

ΤΑ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΑ ΜΗΝΥΜΑΤΑ ΤΟΥ «ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΛΟΓΟΥ»



Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ είναι ΞΥΝΟΣ ΛΟΓΟΣ, κατά την Ηρακλείτειον έκφρασιν, δηλαδή κοινός λόγος, διότι δεν είναι μέσον συμβατικής επικοινωνίας, αλλά λογική, ανα+λογία και αντι+λόγος.
Ο ανθρώπινος νους πρέπει να συλλάβει το μήνυμα, που διαχρονικώς εκπέμπεται από το αεί υπάρχον λογικόν οικοδόμημα, που είναι το οικοδόμημα του Ελληνικού Λόγου, γιατί η αρχαία Ελληνική Σκέψις, Λόγος και Φιλοσοφία, παραμένει σταθερώς νέα διαχρονική, ομοία με τον Ηλιον του Ηράκλειτου.

Η Ελληνική γλώσσα είναι πρωτογενής και άρχισε να διαμορφώνεται εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια στην Αιγαία Γη από τους γηγενείς κατοίκους –Έλληνες. Η γραπτή επικοινωνία άρχισε πολύ αργότερα, μετά την τελειοποίηση του προφορικού, γιατί οι Έλληνες έδιναν μεγάλη σημασία στην προφορική επικοινωνία. Ξεκίνησε σαν εικονογραφική και σιγά σιγά εξελίχθηκε σε ιερατική, συμβολική και αργότερα σε φθογγική. Διευρύνεται και τροφοδοτεί έως σήμερα με συνέπεια, σαν μητέρα των γλωσσών, την παγκόσμια διανόηση. Πολλοί αρχαιολόγοι διατυπώνουν απόψεις με αποδείξεις ότι οι Έλληνες ανακάλυψαν διάφορα συστήματα γραφής και οι άλλοι λαοί τα δανείστηκαν και τα προσάρμοσαν στις γλωσσικές τους ανάγκες.
ΕΘΝΙΚΗ ΜΑΣ ΤΑΥΤΟΤΗΣ Η ΓΛΩΣΣΑ ΜΑΣ  Είναι η ρίζα του Έθνους και  ρίζα  είναι ροή ζωής. Εάν κοπή η ρίζα του δένδρου, κόπτεται η ροή της ζωής και το δένδρον μαραίνεται και θνήσκει…
Η Ελληνική γλώσσα είναι μια από τις ελάχιστες στον κόσμο που παρουσιάζει ομοιογενή εξέλιξη και αποτελεί φαινόμενο σπάνιο στη γλωσσολογική ιστορία του ανθρώπινου γένους διότι ομιλείται επί χιλιάδες χρόνια χωρίς διακοπή. Είναι μια γλώσσα με μοναδικές αρετές: διαθέτει εκφραστικότητα, ευλυγισία, δύναμη συνθετική και ικανότητα παραγωγική ώστε ανάλογα με τις ανάγκες να παράγει και να συνθέτει νέες λέξεις.
Μια πολύπλοκη και αυτόφωτη γλώσσα όπως η Ελληνική αποτελεί μαρτυρία ενός προηγμένου πνευματικά πολιτισμού. Το να μιλάς σωστά σημαίνει να σκέφτεσαι σωστά και να γεννάς διαρκώς Λόγο.
Για πολλούς γλωσσολόγους και ανθρώπους του πνεύματος, είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η Ελληνική γλώσσα (ιδιαιτέρως τα Αρχαία Ελληνικά) είναι η ανώτερη μορφή γλώσσας που έχει επινοήσει ποτέ το ανθρώπινο πνεύμα και οι απόψεις αυτές δεν είναι καθόλου αυθαίρετες, αλλά βασίζονται σε κριτήρια αντικειμενικά σχετικά με την αξιολόγηση μιας γλώσσας.
Πολλές Ομηρικές λέξεις σώζονται ακόμα και σήμερα στις Ευρωπαϊκές γλώσσες, για παράδειγμα η λέξη «kiss» δηλαδή φιλώ στα Αρχαία Ελληνικά, είναι «κυνέω / κυνώ», και το προσκυνώ (σημαίνει κάνω ένα βήμα μπροστά και δίνω ένα φιλί). Στην προστακτική το ρήμα γίνεται «κύσον με», δηλαδή «φίλησέ με», όπως θα είπε και η Πηνελόπη στον Οδυσσέα όταν τον είδε να επιστρέφει στην Ιθάκη! Στα Αγγλικά θα λέγαμε «kiss me».
Στην Ιλιάδα του Ομήρου η Θέτις θρηνεί για ότι θα πάθει ο υιός της σκοτώνοντας τον Έκτορα «διό και δυσαριστοτοκείαν αυτήν ονομάζει». Η λέξη αυτή από μόνη της είναι ένα μοιρολόι, δυς + άριστος + τίκτω (=γεννώ) και σημαίνει όπως αναλύει το Ετυμολογικόν «που για κακό γέννησα τον άριστο». Καμιά άλλη γλώσσα στον κόσμο δεν μπορεί να αποδώσει σε μία μόνο λέξη τόσα πολλά και υψηλά νοήματα! Στην Ελληνική γλώσσα επίσης δεν υπάρχουν συνώνυμα, καθώς όλες οι λέξεις έχουν λεπτές εννοιολογικές διαφορές μεταξύ τους, όπως το «άγειν» και το «φέρειν» έχουν την ίδια έννοια μόνο που το πρώτο χρησιμοποιείται για έμψυχα όντα, ενώ το δεύτερο για τα άψυχα.
Οι λέξεις «κεράννυμι», «μίγνυμι» και «φύρω» που όλες έχουν το νόημα του «ανακατεύω». Όταν ανακατεύουμε δύο στερεά ή δύο υγρά μεταξύ τους αλλά χωρίς να συνεπάγεται νέα ένωση (π.χ. λάδι με νερό), τότε χρησιμοποιούμε την λέξη «μειγνύω» ενώ όταν ανακατεύουμε υγρό με στερεό τότε λέμε «φύρω», όπως η λέξη «αιμόφυρτος». Το κεράννυμι σημαίνει ανακατεύω δύο υγρά και φτιάχνω ένα νέο, όπως για παράδειγμα ο οίνος και το νερό. Από εδώ προέρχεται η λέξη ο «άκρατος» (δηλαδή καθαρός) οίνος που λέγαν οι Αρχαίοι όταν δεν ήταν ανακατεμένος (κεκραμμένος) με νερό.
Η Ελληνική γλώσσα έχει λέξεις για έννοιες οι οποίες παραμένουν χωρίς απόδοση στις υπόλοιπες γλώσσες, όπως άμιλλα, θαλπωρή και φιλότιμο. Μόνον η Ελληνική γλώσσα ξεχωρίζει την ζωή από τον βίο, την αγάπη από τον έρωτα. Μόνον αυτή διαχωρίζει, διατηρώντας το ίδιο ριζικό θέμα, το ατύχημα από το δυστύχημα, το συμφέρον από το ενδιαφέρον. Στην γλώσσα έχουμε το σημαίνον (την λέξη) και το σημαινόμενο (την έννοια). Στην Ελληνική γλώσσα αυτά τα δύο έχουν πρωτογενή σχέση. Για αυτόν τον λόγο πολλοί διαχωρίζουν τα Ελληνικά σαν «εννοιολογική» γλώσσα από τις υπόλοιπες «σημειολογικές» γλώσσες.Ο μεγάλος φιλόσοφος  Βένερ Χάιζενμπεργκ είχε παρατηρήσει αυτή την σημαντική ιδιότητα για την οποία είχε πεί «Η θητεία μου στην αρχαία Ελληνική γλώσσα υπήρξε η σπουδαιότερη πνευματική μου άσκηση. Στην γλώσσα αυτή υπάρχει η πληρέστερη αντιστοιχία ανάμεσα στην λέξη και στο εννοιολογικό της περιεχόμενο.»
Το άγαλμα ετυμολογείται από το αγάλλομαι (ευχαριστιέμαι) επειδή όταν βλέπουμε ένα όμορφο αρχαιοελληνικό άγαλμα η ψυχή μας αγάλλεται. Και από το θέαμα αυτό επέρχεται η αγαλλίαση. Η ανάλυση της λέξης αυτής είναι σύνθετη από αγάλλομαι + ίαση (=γιατρειά). Άρα , όταν βλέπουμε ένα όμορφο άγαλμα (ή οτιδήποτε όμορφο), η ψυχή μας αγάλλεται και ιατρευόμαστε. Και πραγματικά, η ψυχική μας κατάσταση συνδέεται άμεσα με την σωματική μας υγεία. Και τι είναι το άσχημο. Από το στερητικό «α» και την λέξη σχήμα, αυτό που δεν έχει σχήμα.
Ας μην ξεχάσουμε και την μουσικότητα της γλώσσας μας και το γεγονός ότι οι Αρχαίοι Έλληνες δεν χρησιμοποιούσαν ξεχωριστά σύμβολα για νότες, αλλά τα ίδια τα γράμματα του αλφαβήτου
«Οι τόνοι της Ελληνικής γλώσσας είναι μουσικά σημεία που μαζί με τους κανόνες προφυλάττουν απο την παραφωνία μια γλώσσα κατ’εξοχήν μουσική, όπως κάνει η αντίστιξη που διδάσκεται στα ωδεία, ή οι διέσεις και υφέσεις που διορθώνουν τις κακόηχες συγχορδίες» Α. ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ.(φιλόλογος )
Η Ελληνική φωνή κατά την αρχαιότητα ονομαζόταν «ΑΥΔΗ». Η λέξη αυτή δεν είναι τυχαία, προέρχεται από το ρήμα «άδω» που σημαίνει τραγουδώ.
Η Ελληνική γλώσσα είναι το διαπεραστικώτερον  εργα-λείον της Δημιουργίας. Ο κάτοχός της είναι κάτοχος εκείνου του έργαλείου που θα υποστηρίξει το έργον της λειάνσεως και διανοίξεως των νοητικών λεωφόρων, προκειμένου ο νούς να έλθει εις απ΄ευθείας θέασιν των Ιδεών. Η γνώση των πραγμάτων επιτρέπει εις τον νούν να διαπιστώνει την ορθότητα του ονόματος, αποκτών την απαραίτητον ευλυγισίαν, στηρισζόμενος επί των κανόνων του Πλάτωνος, οι οποίοι είναι παρόντες χωρίς να κατονομάζονται εις τον ΚΡΑΤΥΛΟΝ.
Το Μνημείον του Ελληνικού Λόγου είναι το μεγαλύτερον Νοητικόν Μνημείον του πλανήνη Γη και αναμφιβόλως το σοφότερον. Γιατί οι λέξεις έχουν  και μίαν παράλληλον βαθυτέραν πηγήν από την οποίαν είναι δυνατόν να αντληθούν ποταμοί γνώσεων, που διευρύνουν την συνειδητότητά του Είναι, διότι άπτονται καθαρώς φιλοσοφικών και θεολογικών εννοιών, και όχι μόνον.
Εκ των αναγραμματισμών είναι εμφανές ότι η Ελληνική γλώσσα είναι πράγματι η μητέρα των γλωσσών, διότι δεν είναι δυνατόν λέξεις που υποστηρίζεται ότι προήλθον από ξένας ρίζες αρχικώς, να έχουν την δυνατότητα να αναγραμματίζονται,  και να δυευρύνουν τις έννοιες , χωρίς αι αντίστοιχες  ξένες ρίζες να μετέχουν των εννοιών αυτών.
Ο Ελληνικός Λόγος αποσαφηνίζει μέσω των αναγραμματισμών τις πολλαπλές έννοιες των λέξεων, που είναι παρούσες και έτοιμες να ενεργοποιηθούν, μόλις ο νούς δραστηριοποιηθεί  εις τα ανώτερα νοητικά πεδία των αφηρημένων, Καθαρών Ιδεών.
Θέτοντας ως βάση το διφυές του λόγου, μας λέγει ο Σωκράτης (Πλάτων,Κρατύλος 408C) ……..«γνωρίζεις βέβαια ότι ο λόγος σημαίνει το πάν και κυκλεί και αεί πολεί διπλούς, αληθής τε και ψευδής. Η αλήθεια του είναι λεία και θεία και κάτοικος με τους θεούς ενώ το ψεύδος (=λήθη) είναι στους ανθρώπους τραχύ στον ανθρώπινο τραγικό βίο» .Κι αυτό διότι «κατά την περιφορά οι ψυχές μόλις διακρίνουν κάτι από τα όντως όντα βγάζοντας το κεφάλι έξω και βυθίζοντάς το στην συνέχεια στην σφαίρα του ουρανού άλλα τα βλέπουν καθαρά κι άλλα όχι. Οι άλλες ψυχές όμως μη δυνάμενες να ακολουθήσουν συμπεριφέρονται υποβρύχια αλληλοπατούμενες με θόρυβο και έσχατο αγώνα» (Πλάτων,Φαίδρος 248 Α).
Επομένως, ο σκοπός μας είναι «ορώντας και κατανοώντας τις περιφορές του νού στον ουρανό να τις χρησιμοποιούμε ως υπόδειγμα των δικών μας περιφορών εφόσον είναι συγγενικές και ατάρακτες» (Πλάτων,Τίμαιος).
Κι αυτό συμβαίνει διότι άνθρωπος εστί ο «αναθρών ά όπωπε – εκείνος που στοχάζεται και αρθρώνει λόγο για όσα έχει δεί άνω» (Πλάτων,Κρατύλος 399C) ώσπου να γίνει δαίμων (δαήμων-μη αδαής) όσο ζεί κι αφότου πεθάνει (βλ. Πλάτων,Κρατύλος 398Β) και ήρως (ικανός να ειρεί=ομιλεί και να ερωτά) δηλαδή διαλεκτικός (βλ. Πλάτων,Κρατύλος 398C).
Διαλεκτικός είναι εκείνος ο οποίος «ερωτά επιστάμενος εστί τε και δε αυτός αποκρίνεσθαι» (Πλάτων,Κρατύλος 390C).
Η διαλεκτική συνεπάγεται μία κοινωνία λόγου και οι λέξεις γίνονται έλξεις. ΚΑΘΕ ΛΕΞΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΕΧΕΙ ΑΙΤΙΩΔΗ ΣΧΕΣΗ ΚΑΙ ΣΥΝΑΡΤΗΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟΥ Η ΤΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΟΣ ΠΟΥ ΔΗΛΩΝΕΙ.
Σύμφωνα με τον Ηράκλειτο «ενώ ο λόγος είναι κοινός οι περισσότεροι ζούν με την δική τους φρόνηση»  εννοώντας πως ο κάθε άνθρωπος μετέχει στον λόγο ανάλογα της φρονήσεώς του στο βαθμό που μπορεί.
Στις περισσότερες περιπτώσεις,  οι άνθρωποι «όταν ακούνε, δεν καταλαβαίνουν και γι αυτό μοιάζουν με κουφούς-  (ἀξύνετοι ἀκούσαντες κωφοῖσιν ἐοίκασι· φάτις αὐτοῖσιν μαρτυρεῖ παρεόντας ἀπεῖναι), και δείχνουν να αγνοούν εκείνον «με το οποίο πάνω απ’ όλα συναναστρέφονται αδιάκοπα»( ὧ μάλιστα διηνεκῶς ὁμιλούσι, τούτῳ διαφέρονται), το Λόγο που τα κυβερνά όλα (λόγῳ, τῷ τά ὅλα διοικοῦντι)- γι αυτό και «όλα όσα συναντούν καθημερινά τους φαίνονται ξένα» (καὶ οἷς καθ᾽ ἡμέρην ἐγκυροῦσι, ταῦτα αὐτοῖς ξένα φαίνεται).
Σύμφωνα με τον φιλόσοφο ο Λόγος είναι μια καθαρά εσωτερική ιδιότητα, σοφία, νοημοσύνη, μέτρο. Με τη σωστή χρήση του, ο άνθρωπος γίνεται ισόθεος και ανάγεται στον απόλυτο κόσμο του «εόντος» και ο Λόγος γίνεται νοημοσύνη, λογισμός, σοφία.
πηγή:  kleonikikleio