ΕΤΙΚΕΤΕΣ

Ο ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΔΙΑ ΣΤΗΝ ΟΛΥΜΠΙΑ

Αναπαράσταση του ναού του Διός κατά την ακμή του
                                              



                                        Πατώντας εδώ: δείτε το ναό του Δία στον χάρτη






Ο μεγαλοπρεπής ναός του Δία ήταν το σημαντικότερο οικοδόμημα της Άλτεως στην Ολυμπία και δέσποζε σε περίοπτη θέση στο κέντρο της. Πρόκειται για το μεγαλύτερο ναό της Πελοποννήσου, ο οποίος θεωρείται η τέλεια έκφραση, ο "κανών" της δωρικής ναοδομίας. Κτίσθηκε από τους Ηλείους προς τιμήν του Δία με τα λάφυρα από τους νικηφόρους πολέμους, που διεξήγαν κατά των τριφυλιακών πόλεων. Η ανέγερσή του άρχισε το 470 π.Χ. και ολοκληρώθηκε το 456 π.Χ. Η χρονολόγηση αυτή προκύπτει από την αναθηματική επιγραφή των Λακεδαιμονίων, οι οποίοι μετά τη νίκη τους κατά των Αθηναίων και των συμμάχων τους στη μάχη της Τανάγρας (457 π.Χ.), αφιέρωσαν χρυσή ασπίδα, που είχε αναρτηθεί κάτω από το κεντρικό ακρωτήριο του αετώματος. Αρχιτέκτων του ναού ήταν ο Λίβωνας ο Ηλείος, ενώ άγνωστος παραμένει ο καλλιτέχνης των αετωμάτων.  

Ο ναός έχει προσανατολισμό Α-Δ και είναι περίπτερος με έξι κίονες στις στενές και δεκατρείς στις μακρές πλευρές. Το ύψος των κιόνων ήταν 10,43 μ. και η κατώτερη διάμετρός τους 2,25 μ. Οι κίονες και οι τοίχοι ήταν κατασκευασμένοι από ντόπιο κογχυλιάτη λίθο και καλυμμένοι με λευκό μαρμαροκονίαμα, ενώ μόνο τα γλυπτά των αετωμάτων, η κεράμωση και οι λεοντοκεφαλές-υδρορρόες ήταν από μάρμαρο. Ο ναός αποτελείται από πρόναο, σηκό και οπισθόδομο.   Ο πρόναος και ο οπισθόδομος είναι δίστυλοι εν παραστάσι και στο δάπεδο του προνάου σώζεται ψηφιδωτό δάπεδο ελληνιστικών χρόνων με παράσταση τριτώνων. Μπροστά στην είσοδο του προνάου, σε μικρό τετράγωνο χώρο που είναι στρωμένος με εξαγωνικές μαρμάρινες πλάκες, γινόταν η στέψη των Ολυμπιονικών. Ο σηκός χωρίζεται σε τρία κλίτη από δύο σειρές δίτονης κιονοστοιχίας, με επτά δωρικούς κίονες η καθεμία. Στο βάθος του σηκού ήταν τοποθετημένο το χρυσελεφάντινο άγαλμα του Δία, ένα από τα επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου. Κατασκευάσθηκε από το Φειδία γύρω στο 430 π.Χ. και είχε ύψος πάνω από 12 μ. Ο θεός παριστανόταν καθισμένος στο θρόνο του, κρατώντας στο αριστερό χέρι σκήπτρο και στο δεξί μία φτερωτή Νίκη. Τα γυμνά μέρη του σώματός του ήταν από ελεφαντόδοντο, ενώ από χρυσό ήταν το ιμάτιό του και ο θρόνος, που έφερε ανάγλυφες μυθολογικές παραστάσεις. Μετά την κατάργηση των Ολυμπιακών Αγώνων, το άγαλμα μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου και καταστράφηκε από φωτιά γύρω στο 475 μ.Χ. Η μορφή του μας είναι γνωστή από απεικονίσεις του σε αρχαία νομίσματα και από την περιγραφή του περιηγητή Παυσανία (5.11). Ο ναός έφερε πλούσιο γλυπτό διάκοσμο, εξαίρετο δείγμα του αυστηρού ρυθμού. Στο ανατολικό αέτωμα απεικονίζεται η αρματοδρομία μεταξύ του Πέλοπα και του Οινομάου, με κεντρική μορφή τον Δία, κύριο του ιερού και κριτή του αγώνα, ενώ στο δυτικό απεικονίζεται η Κενταυρομαχία, δηλαδή η μάχη μεταξύ των Λαπιθών και των Κενταύρων, με κεντρική μορφή τον Απόλλωνα. Στις δώδεκα μετόπες, που βρίσκονταν ανά έξι επάνω από την είσοδο του πρόναου και του οπισθόδομου, απεικονίζονται οι άθλοι του Ηρακλή, μυθικού γιου του Δία. Οι εξωτερικές μετόπες της περίστασης του ναού ήταν ακόσμητες. Αργότερα, επάνω σε αυτές αναρτήθηκαν 21 χάλκινες, επίχρυσες ασπίδες, που αφιέρωσε στο ναό ο Ρωμαίος ύπατος Μόμμιος προς τιμήν του Δία, σε ανάμνηση της νίκης του επί των Ελλήνων στον Ισθμό (146 π.Χ.). Το κεντρικό ακρωτήριο του ανατολικού αετώματος ήταν μία επίχρυση Νίκη, έργο του γλύπτη Παιωνίου, ενώ στα πλαϊνά ακρωτήρια είχε τοποθετηθεί από ένας επίχρυσος λέβητας. Ο ναός υπέστη σοβαρή καταστροφή, όταν πυρπολήθηκε ύστερα από διαταγή του Θεοδοσίου Β΄ το 426 μ.Χ., ενώ αργότερα, το 522 και 551 μ.Χ. γκρεμίσθηκε από τους δύο μεγάλους σεισμούς. 
                                                  

Ο ναός συνιστά το πλέον αντιπροσωπευτικό δείγμα της γενιάς του Μαραθώνα και της Σαλαμίνας και της γενιάς του «αυστηρού ρυθμού». Η έννοια του «αυστηρού» οφείλεται στη δραματικότητα των εικαστικών θεμάτων και στην αναζήτηση των καλλιτεχνών να δημιουργήσουν μνημεία με αιώνιο χαρακτήρα, εξισορροπώντας το θείο με το ανθρώπινο, μεροληπτώντας υπέρ των ανθρώπων και του ιδεώδους της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. 

                                Ο ναός του Δία

       Όλοι οι κίονες είναι πεσμένοι από σεισμό που έγινε τον 
             6ο π.Χ. αιώνα και κατέστρεψε το ιερό




Τα χρήματα για την οικοδόμηση και τη διακόσμηση του ναού δόθηκαν από τους Ηλείους, από τα λάφυρα πολλών εκστρατειών.  Εδώ, στον οπισθόδομο του ναού του Διός διάβασε για πρώτη φορά αποσπάσματα από τις Ιστορίες του ο Ηρόδοτος και ο Αθηναίος ρήτορας Λυσίας έλαβε το βήμα. 

Οι Ηλείοι και ο αρχιτέκτονας Λίβων έπρεπε να προσδώσουν στον ναό δύο νοήματα: α) ότι είναι το κέντρο της Ελλάδας, β) ότι είναι το κέντρο του ελληνικού κόσμου, μητροπόλεων και αποικιών. 

Η αρχιτεκτονική σύνθεση του ναού αξιοποίησε τις τεχνικές δυνατότητες του πανελλήνιου δωρικού ρυθμού και το κυρίως οικοδόμημα αποτελείται από πρόναο, σηκό και οπισθόδομο. Το πτερό έχει 34 κίονες, οι οποίοι ανά 6 βρίσκονται στις στενές πλευρές και ανά 13 στις επιμήκεις. Οι κίονες στηρίζουν πλούσιο διακοσμημένο θριγγό. Στο βάθος του σηκού του ναού βρισκόταν το περίφημο άγαλμα του Διός, έργο του μεγαλύτερου γλύπτη της αρχαιότητας Φειδία. 


Ο αναπόσπαστος γλυπτός διάκοσμος συνδύαζε επικά και λυρικά την προβολή της ταυτότητας της περιοχής και εκείνη ολόκληρης της Ελλάδας. Η αγωνιστικότητα και ο ηρωισμός στην εξοχότερη μορφή τους κατατροπώνουν τα τέρατα της βίας και της αταξίας, για να επιβάλουν το πνευματικό ιδεώδες της υπεροχής. 


Τα γλυπτά με τη ρωμαλεότητα, τη σοβαρότητα και τη θεματολογία τους αποτελούν το πιο ώριμο στάδιο της «αυστηρής αρμονίας», όπως επισημαίνει και ο Μανόλης Ανδρόνικος στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος Β’. 


Στα δύο αετώματα εικονίζονται δύο διαφορετικά θέματα. 


                                                    Ανατολικό αέτωμα  

  


Έργο του Παιωνίου από τη Μένδη, σύμφωνα με τον Παυσανία, παρουσιάζει την προετοιμασία για την αρματοδρομία μεταξύ του νεαρού ήρωα Πέλοπα και του βασιλιά της Πίσσας Οινομάου με έπαθλο την κόρη του Ιπποδάμεια, την οποία ο Πέλοπας είχε ζητήσει για γυναίκα του. (Ο Οινόμαος είναι ο μυθικός βασιλιάς της Πίσσας –όπως ονομαζόταν η περιοχή γύρω από την Ολυμπία– και τον νίκησε ο Πέλοπας με δόλο κυριαρχώντας την Πίσσα, λαμβάνοντας ως σύζυγο την κόρη του Οινoμάου). 


Στο αέτωμα εικονίζονταν (στη φωτογραφία το κεντρικό τμήμα),  παρατεταγμένοι εκατέρωθεν του θεού Δία λίγο πριν από τον αγώνα, ο οποίος οδήγησε στον θάνατο τον Οινομάου, οι δύο αντίπαλοι, η Ιπποδάμεια και η μητέρα της Στερόπη, ιπποκόμοι, δούλοι και δούλες, καθώς και ένας γέρο-μάντης. Μέσα σε αυτή τη στατικότητα και στην περισυλλλογή των μορφών συρρικνωμένο όλο το ηθικό δίδαγμα.





Ο γερο-μάντης (φωτογραφία επάνω) φαίνεται να γνωρίζει το αιματηρό τέλος της αρματοδρομίας, και στη μορφή του συγκεντρώνονται όλες οι κατακτήσεις της ελληνικής γλυπτικής μέχρι την εποχή εκείνη. Ο γλύπτης, με τη ρεαλιστική απόδοση της γέρικης γυμνής σάρκας και την εκφραστικότητα της κίνησης, χρησιμοποιεί στοιχεία διήγησης, αλλά θέλει περισσότερο να υποβάλει στον θεατή ποιο είναι το πρόσωπο που αναπαρίσταται. Η έκφραση πόνου και λύπης για τη συμφορά που έρχεται ταυτίζεται αμέσως με τον μάντη που γνωρίζει από πριν. Παραλλήλως όμως χρησιμοποιείται και για επισήμανση της συνέχειας που αυτή δεν αποτυπώνεται. 


                                                               Δυτικό αέτωμα




Στο δυτικό αέτωμα (το κεντρικό τμήμα του στη φωτογραφία), έργο του Αλκαμένους, κατά την πληροφορία του Παυσανία, εικονιζόταν «Κενταυρομαχία», η αρπαγή της γυναίκας του Πειρίθου, βασιλιά των Λαπιθών και συντρόφου του Θησέα, κατά τον γάμο του, και άλλων συμπατριωτισσών της από τους Κενταύρους και την επιτυχή αντιμετώπιση της επίθεσης από τον Θησέα και τους συντρόφους του. Το κέντρο του αετώματος καταλαμβάνει ο θεός Απόλλων, αμέτοχος, αλλά από την πλευρά των Ελλήνων ηρώων.


Η πρόκληση της ύβρεως καταστέλλεται και ταυτοχρόνως καταγράφεται η αιώνια διαμάχη του πνεύματος με την ύλη. 



Απόσπασμα με τη Διηδάμεια και τον αρχηγό των Κενταύρων Ευρυπίωνα. Η νεόνυμφη φέρει κεφαλόδεσμο που συγκρατείται από ηράκλειο άμμα (κόμπος που συμβολίζει το δέσιμο της ζωής με τον θάνατο, μέσα από τη σύνδεση που επιτυγχάνει ο ήρωας ανάμεσα στους δύο κόσμους και τον διττό του χαρακτήρα). Το σώμα της αντιστέκεται στο σφιχταγκάλιασμα του μεθυσμένου άντρα, που την αρπάζει με το ανθρώπινο χέρι και το αλογίσιο πόδι του ταυτόχρονα.  Ωραία απόδοση των ανάμεικτων συναισθημάτων, έλξης και αποστροφής, στην έκφραση της ωραίας Λαπιθίδας.


                                                                             Μετόπες     
Στις μετόπες του ναού εικονίζονται μερικοί από τους άθλους του Ηρακλή, που του ανέθεσε ένας δόλιος ισχυρός συγγενής του, ο Ευρυσθέας. Στον διάκοσμο του ναού τονίζεται η συμβολή της Αθηνάς, κόρης του Δία και προστάτιδας του Ηρακλή, την οποία βλέπουμε σε αρκετές μετόπες να του παραστέκεται. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι ο Ηρακλής και η Αθηνά παρουσιάζονται σε διαφορετικές ηλικίες σε κάθε μετόπη. 


Οι ρέουσες επιφάνειες, στα γυμνά και στα ντυμένα μέρη των γλυπτών, μαρτυρούν τη χρήση πήλινων προπλασμάτων για τον όλο σχεδιασμό. Υπάρχει επίσης έντονη τάση για εξωτερίκευση των συναισθημάτων των ηρώων, προκαλώντας τη συμμετοχή του θεατή και υποβοηθώντας την κατανόηση του θέματος των σκηνών. 



Μετόπη με τον Ηρακλή και την Αθηνά από τις Στυμφαλίδες Όρνιθες. Ο Ηρακλής έχει εκτελέσει τον άθλο και παραδίδει στη θεά ως τρόπαιο τα πουλιά (που δεν σώζονται). 


Αποδίδεται με έμφαση η αρμονική σχέση του Ηρακλή με τη θεά, προέκταση της αγαθής σχέσης των Ελλήνων με τους θεούς τους. Είναι εμφανής ο διάχυτος λυρισμός, ο οποίος έρχεται σε αντίθεση με τον επικό ρυθμό που επικρατούσε ως τότε, στην παλαιότερη και μοναδική αυτή παράσταση του άθλου, στη μνημειακή πλαστική του 5ου και του 4ου αι. π.Χ.


Μετόπη από Τα μήλα των Εσπερίδων. Στο κέντρο εικονίζεται ο Ηρακλής ο οποίος κρατεί τον ουράνιο θόλο στους ώμους του, ενώ ο Άτλαντας του προσφέρει τα θαυμαστά χρυσά μήλα της αθανασίας και της νεότητας, Τα μήλα των Εσπερίδων. Η Αθηνά, αόρατη παρουσία, συνδράμει αντιστηρίζοντας με το αριστερό χέρι της το στερέωμα. Ο απέριττος χιτώνας της θυμίζει κίονα ναού.



                                  Το χρυσελεφάντινο λατρευτικό άγαλμα του Διός


Το άγαλμα του θεού προστάτη της Ολυμπίας (στη φωτογραφία επάνω αναπαράστασή του), ένα από τα επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου, το φιλοτέχνησε ο Φειδίας και τοποθετήθηκε στον ναό περί το 430 π.Χ. Ο διάσημος γλύπτης είχε φροντίσει να υπογράψει το δημιούργημά του σε αφανές σημείο, κάτω από τα πόδια του θεού: ΦΕΙΔΙΑΣ ΧΑΡΜΙΔΟΥ ΥΙΟΣ ΑΘΗΝΑΙΟΣ Μ’ ΕΠΟΙΗΣΕ.

Την περιγραφή του μας τη δίνει ο Παυσανίας: 

Το άγαλμα ήταν στερεωμένο πάνω σε βάθρο μήκους 9,93 μ. και πλάτους 6,25 μ. 


Ο Δίας, ένθρονος, κρατούσε σκήπτρο στο αριστερό χέρι, ενώ στα δεξιά του στεκόταν μια Νίκη. Το ύψος του αγάλματος μαζί με τη βάση έφθανε τα 12 μ., δηλαδή το κεφάλι του Δία ακουμπούσε σχεδόν στην οροφή του ναού. Οι πιστοί μπορούσαν να ανεβούν στο υπερώο, που σχημάτιζαν οι δίτονες κιονοστοιχίες, για να θαυμάσουν από κοντά το άγαλμα που προστατευόταν από ειδικό κιγκλίδωμα για να μην μπορούν οι πιστοί να το αγγίξουν. Ο Φειδίας είχε μεριμνήσει ώστε να υπάρχει μπροστά από το άγαλμα ρηχή δεξαμενή με λάδι, για να προστατεύεται το ευαίσθητο γλυπτό από το ιδιαίτερα υγρό κλίμα της Ολυμπίας. 

Επικρατούσα άποψη είναι ότι το θεσπέσιο αυτό έργο έπειτα από οκτώ αιώνες μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη στα τέλη του 4ου αιώνα μ.Χ., όπου πιθανότατα καταστράφηκε από τη μεγάλη πυρκαγιά που έπληξε την πόλη το 475. 



                                                Το εργαστήρι του Φειδία


Ανατολικά από τις «θέρμες» του Κλαδέου ποταμού, που έρεε στους πρόποδες του Κρονίου Λόφου, βρισκόταν η περιοχή των εργαστηρίων του ιερού. Εδώ λοιπόν εγκατέστησε και ο Φειδίας το εργαστήριό του για να φιλοτεχνήσει το μεγάλο άγαλμα του Διός από χρυσό και ελεφαντόδοντο. Μετά τον Φειδία το εργαστήριο χρησιμοποιήθηκε και από άλλους καλλιτέχνες. Στα ερείπιά του βρέθηκαν υπολείμματα εργασίας και εργαλείων ενός καλλιτέχνη του 400 π.Χ. Αργότερα το εργαστήριο μετατράπηκε σε χαλκοχυτήριο. 

πηγές: texnografia - odysseus.culture