ΕΤΙΚΕΤΕΣ

ΧΑΪΝΤΕΓΓΕΡ ΚΑΙ ΠΛΑΤΩΝΑΣ - ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΚΑΙ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ

Αποτέλεσμα εικόνας για ΧΆΙΝΤΕΓΚΕΡ ΚΑΙ ΠΛΆΤΩΝΑΣ

Ο Χάιντεγκερ προσεγγίζει τον Πλάτωνα με κριτική διάθεση εντοπίζοντας αφενός μια ελλειμματικότητα της διαλεκτικής και αφετέρου μια κομβική θέση του φιλοσόφου στην εδραίωση της μεταφυσικής ως «λήθης του Είναι».

Ο Μάρτιν Χάιντεγκερ (Martin Heidegger, 1889-1976), ένας από τους σημαντικότερους φιλοσόφους του 20ού αι., ανέπτυξε τη σκέψη του σε συνεχή διάλογο με τη φιλοσοφική παράδοση. Ο διάλογος αυτός δεν αποβλέπει σε μια “αντικειμενική” ανασυγκρότηση της ιστορίας της φιλοσοφίας, αλλά μετέρχεται την περίφημη «ερμηνευτική βία» επιδιώκοντας να φωτίσει πτυχές της παράδοσης που έχουν μείνει παραμελημένες, ή ακόμη και να ανασύρει από τους φιλοσόφους του παρελθόντος δυνατότητες ενώπιον των οποίων βρέθηκε η σκέψη τους, χωρίς να τις συλλάβει ρητά, να τις εκφράσει και να τις πραγματώσει. Ο Χάιντεγκερ δεν ενδιαφέρεται τόσο για ό,τι διατυπώνεται στα κείμενα της παράδοσης όσο για ό,τι παραμένει «ανείπωτο» στο καθένα από αυτά. Κατά τη δεκαετία του 1920, ο Χάιντεγκερ χαρακτηρίζει αυτήν τη στάση έναντι της φιλοσοφικής παράδοσης ως « αποδόμηση (Destruktion) » και καθιστά βασικό σημείο αναφοράς της τον Αριστοτέλη · μετά τη «στροφή» του 1930, παύει πλέον να κάνει χρήση του όρου, χωρίς ωστόσο να παραιτείται από την κριτική και “βίαιη” επερώτηση της παράδοσης, της οποίας την αφετηρία μετατοπίζει πλέον στον Πλάτωνα και τους Προσωκρατικούς.

Η πρώτη εκτενής (και η πιο ολοκληρωμένη) αναφορά του Χάιντεγκερ στον Πλάτωνα περιέχεται στις πανεπιστημιακές παραδόσεις του χειμερινού εξαμήνου 1924/25 με θέμα τον διάλογο Σοφιστής και συνιστά μια συνολική ερμηνεία του διαλόγου. Παραδόξως, το «Εισαγωγικό Μέρος», που είναι αφιερωμένο σε ερμηνείες αριστοτελικών αποσπασμάτων από τα Ηθικά Νικομάχεια και τα Μετά τα φυσικά, καταλαμβάνει περισσότερο από το 1/3 του τόμου (δηλ. υπερβαίνει τις 200 σελίδες). Η πρόταξη αυτή έχει διττή σημασία: ως προς τη μέθοδο, δηλώνει την αναγκαιότητα προσέγγισης του χρονικά πρότερου (και άρα πιο απομακρυσμένου και δυσνόητου) μέσω του ύστερου (και κατά τεκμήριο πιο προσιτού)· ως προς το περιεχόμενο, προκύπτει από τη θέση του Χάιντεγκερ ότι ο Σοφιστής απαντά σε ερωτήματα και ενστάσεις που είχαν διατυπωθεί κατά του Πλάτωνα από τον νεαρό Αριστοτέλη . 
Το ενδιαφέρον του Χάιντεγκερ περιστρέφεται εδώ γύρω από τις έννοιες της αλήθειας και του Είναι, οι οποίες έχουν ήδη καταστεί κεντρικές στη δική του σκέψη. Το Είναι απασχολεί τον Χάιντεγκερ στο πλαίσιο μιας από τις πιο εκτενείς και διεισδυτικές ερμηνείες που έχουν ποτέ διατυπωθεί για τα περίφημα μέγιστα γένη (ὄν, ταὐτόν, ἕτερον, στάσις, κίνησις). Η αλήθεια, από την άλλη, θα προσεγγιστεί σε συνάφεια με τον λόγο, και σε συνεχή αντίστιξη προς τον Αριστοτέλη: Συμμεριζόμενος ακόμη, στα 1924, μια (φαινομενολογικής προέλευσης) φαινομενολογία εκδοχή της φιλοσοφίας ως «επιστήμης» ή «επιστημονικής έρευνας», ο Χάιντεγκερ εκθειάζει όσες πλατωνικές αναφορές μπορούν να εμφανιστούν συμβατές με αυτή την εκδοχή, αλλά δεν παύει να επισημαίνει ότι ο λόγος και η διαλεκτική υπολείπονται της αμεσότητας και της πληρότητας που παρέχει η αριστοτελική έμφαση σε ένα άμεσο, καθαρό νοεῖν. Απορρίπτοντας πλήρως τη διαλεκτική του Χέγκελ, ο Χάιντεγκερ επεκτείνει αυτή την απόρριψη σε κάθε εκδοχή διαλεκτικής, θέτοντας στο στόχαστρό του και την πλατωνική  η σχηματική αυτή προσέγγιση επισκιάζει μεν, αλλά δεν ακυρώνει τον πλούτο, τη διεισδυτικότητα, και ενίοτε την ιδιοφυή πρωτοτυπία, πολλών από τις επιμέρους ερμηνευτικές προσεγγίσεις του διαλόγου από τον Χάιντεγκερ. Ούτε θα τον εμποδίσει να θέσει ως μότο του σημαντικότερου έργου που δημοσίευσε, του Είναι και Χρόνος, την περίφημη φράση από τον Σοφιστή: «διότι προφανώς εσείς είστε από παλιά εξοικειωμένοι με αυτό που εννοείτε όταν χρησιμοποιείτε την έκφραση ὄν, εμείς ωστόσο πιστεύαμε μεν κάποτε ότι το καταλαβαίνουμε, τώρα όμως βρισκόμαστε σε απορία» .
ΙΙ. Πλατωνισμός και μεταφυσική

Η βασική στάση του Χάιντεγκερ έναντι του Πλάτωνα θα διατυπωθεί με τον πλέον εμφατικό τρόπο στο σύντομο, αλλά ιδιαίτερα προβεβλημένο κείμενο του 1940 «Η διδασκαλία του Πλάτωνα για την αλήθεια» . Το βασικό θέμα του κειμένου είναι ο «μύθος του σπηλαίου », τη σημασία του οποίου ο Χάιντεγκερ εντοπίζει αποκλειστικά στο ζήτημα της αλήθειας – επιχειρώντας μάλιστα να ανασυγκροτήσει και μια σχετική πλατωνική «διδασκαλία». Με τον Πλάτωνα, η ἀλήθεια παύει πλέον να αποτελεί «α-κρυπτότητα» (Unverborgenheit / unconcealment), άρση και στέρηση (ἀ-) της λήθης, δηλαδή ένα δυναμικό γίγνεσθαι του ίδιου του Είναι το οποίο υπερβαίνει τον ανθρώπινο έλεγχο (χαρακτηριστικά που διαφαίνονταν κατά τον Χάιντεγκερ στην κατανόηση της έννοιας από παλαιότερους στοχαστές και ποιητές). Η ἀλήθεια ανάγεται πλέον σε απλή «ορθότητα» (Richtigkeit / correctness) της ανθρώπινης στάσης και μετατοπίζεται από τα ίδια τα πράγματα στο υποκείμενο που καλείται να τα αναπαραστήσει. Στο πλατωνικό έργο εδραιώνεται έτσι η ολοκληρωτική κατίσχυση της μεταφυσικής, η οποία είχε εμφανιστεί ως δυνατότητα ήδη στους Προσωκρατικούς: Η μεταφυσική στάση, ενώ ενίοτε αναφέρεται στο «Είναι», στην πραγματικότητα το «λησμονεί» πλήρως και προσκολλάται αποκλειστικά στα όντα· προσανατολίζεται στον έλεγχό τους από την ανθρώπινη υποκειμενικότητα, προετοιμάζοντας έτσι τη μετάπτωση της μεταφυσικής στη σύγχρονη τεχνική. Παρόλο που ο Χάιντεγκερ αντιμετωπίζει το έργο του Νίτσε ως κορύφωση της μεταφυσικής, είναι προφανές ότι ο εντοπισμός στον Πλάτωνα του οιονεί “προπατορικού αμαρτήματος” της μεταφυσικής απηχεί μια βασική επίδραση της νιτσεϊκής σκέψης, την οποία ο Χάιντεγκερ μελετά έντονα κατά τη δεκαετία του 1930.

Τις επόμενες δεκαετίες ο Χάιντεγκερ θα συνεχίσει να ασχολείται σποραδικά με το πλατωνικό έργο , λαμβάνοντας ενίοτε αποστάσεις από την ένταση των διατυπώσεων του κειμένου του 1940, όχι όμως και από τον πυρήνα τους. Μια άλλη πτυχή της σχέσης του με το πλατωνικό έργοαποκαλύπτει ωστόσο η απόφαση του Χάιντεγκερ να δημοσιεύσει, τη δεκαετία του 1950, δύο φιλοσοφικούς διαλόγους. Το κείμενο «Από μια συνομιλία μέσα από τη γλώσσα»  εμφανίζεται να περιέχει μια συνομιλία του με τον Ιάπωνα καθηγητή Tezuka που τον είχε επισκεφθεί το 1953/54, ενώ το κείμενο «Προς διασάφηση της γαλήνης» περιλαμβάνει μια συζήτηση του 1944/45 ανάμεσα σε έναν «ερευνητή», έναν «λόγιο» και έναν «δάσκαλο». Οι δύο αυτές διαλογικές απόπειρες δεν μπορούν, ωστόσο, να θεωρηθούν υφολογικά και φιλοσοφικά επιτυχείς.
πηγή: n1.xtek.gr