ΕΤΙΚΕΤΕΣ

ΑΓΚΑΜΠΕΝ ΤΖΟΡΤΖΙΟ - ΤΟ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟ ΩΣ ΝΟΜΟΣ ΤΗΣ ΝΕΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑΣ


Απόσπασμα από το βιβλίο Homo Sacer: Κυρίαρχη Ζωή και Εξουσία (Εκδ. Scripta, 2005). Ο Giorgio Agamben είναι φιλόσοφος και ακαδημαϊκός. Μετάφραση Παναγιώτης Τσιαμούρας
 Αυτό που συνέβη στα στρατόπεδα συγκέντρωσης υπερβαίνει σε τέτοιο βαθμό τη δικαιική έννοια του εγκλήματος, ώστε συχνά παραλείφθηκε απλώς να ληφθεί υπόψη η ειδική δικαιικο-πολιτική δομή εντός της οποίας έλαβαν χώρα αυτά τα γεγονότα. Το στρατόπεδο είναι μόνο ο τόπος όπου συντελέστηκε η πιο απόλυτη conditio inhumana  που εμφανίστηκε ποτέ πάνω στη γη: σε τελική ανάλυση, αυτό είναι που μετρά τόσο για τα θύματα όσο και για τους μεταγενέστερους. Εμείς εδώ θα ακολουθήσουμε σκοπίμως και με αποφασιστικότητα την αντίστροφη κατεύθυνση. Δεν θα συναγάγουμε τον ορισμό του στρατοπέδου από τα γεγονότα που συνέβησαν εντός του, αλλά, απεναντίας, θα θέσουμε μάλλον ερωτήματα, όπως: τι είναι ένα στρατόπεδο, ποια είναι η δικαιικο-πολιτική δομή του, γιατί κατέστη εφικτό να λάβουν χώρα εντός του παρόμοια γεγονότα; Αυτό θα μας οδηγήσει να αντιμετωπίσουμε το στρατόπεδο όχι ως ένα ιστορικό γεγονός και ως μια ανωμαλία που ανήκει στο παρελθόν (αν και, ενδεχομένως, ακόμη και σήμερα αυτό επιβεβαιώνεται), αλλά, κατά κάποιο τρόπο, ως μια κρυφή μήτρα και νόμο του πολιτικού χώρου εντός του οποίου εξακολουθούμε να ζούμε.

Οι ιστορικοί διερωτώνται αν η πρώτη εμφάνιση των στρατοπέδων θα πρέπει να εντοπιστεί στα campos de concentraciones που δημιούργησαν οι Ισπανοί στην Κούβα το 1896, για να καταστείλουν την εξέγερση του πληθυσμού της αποικίας, ή στα concentration camps στα οποία οι Άγγλοι στις αρχές του 20ού αιώνα στοίβαζαν τους Μπόερς τον έναν πάνω στον άλλον· εκείνο που μας ενδιαφέρει εδώ είναι ότι, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, έχουμε να κάνουμε με μια επέκταση σε ολόκληρο τον πληθυσμό των πολιτών μιας κατάστασης εξαίρεσης η οποία συνδεόταν με έναν αποικιακό πόλεμο. Με άλλα λόγια, τα στρατόπεδα γεννιούνται όχι από το τακτικό δίκαιο (και ασφαλώς σε καμία περίπτωση, όπως ίσως κάποιος σα μπορούσε να πιστέψει, δεν γεννιούνται από έναν μετασχηματισμό και μια εξέλιξη του σωφρονιστικού δικαίου), αλλά από την κατάσταση εξαίρεσης και από τον στρατιωτικό νόμο. Αυτό γίνεται πιο προφανές στα ναζιστικά στρατόπεδα, για την προέλευση και το δικαιικό καθεστώς των οποίων έχουμε στη διάθεσή μας πλήθος τεκμηρίων. Είναι γνωστό πως η δικαιική βάση του εγκλεισμού στα στρατόπεδα συγκέντρωσης δεν ήταν το κοινό δίκαιο, αλλά η Schutzhaft (κυριολεκτικώς: προστατευτική φύλαξη), ένας δικαιικός θεσμός πρωσικής προέλευσης, τον οποίο οι Γερμανοί νομικοί ταξινομούν μερικές φορές ως ένα προληπτικό αστυνομικό μέτρο, καθότι επέτρεπε να «τίθενται υπό φύλαξη» άτομα, ανεξαρτήτως οποιασδήποτε επιλήψιμης διαγωγής, αποκλειστικά και μόνο με σκοπό να αποτραπεί ένας κίνδυνος για την ασφάλεια του κράτους. Αλλά η προέλευση της Schutzhaft βρίσκεται στον πρωσικό νόμο της 4ης Ιουνίου 1851 για την κατάσταση πολιορκίας, που το 1871 επεκτάθηκε σε ολόκληρη τη Γερμανία (με εξαίρεση τη Βαυαρία), και ακόμη νωρίτερα στον πρωσικό νόμο για «την προστασία της προσωπικής ελευθερίας» (Schutz der personlichen Freiheit) της 12ης Φεβρουάριου 1850. Αυτοί οι νόμοι γνώρισαν ευρύτατη εφαρμογή στη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου πολέμου και των ταραχών που σημειώθηκαν στη Γερμανία μετά τη συνθήκη ειρήνης. Δεν πρέπει να λησμονούμε πως τα πρώτα στρατόπεδα συγκέντρωσης επί γερμανικού εδάφους δεν ήταν έργο του ναζιστικού καθεστώτος, αλλά των σοσιαλδημοκρατικών κυβερνήσεων, οι οποίες όχι μόνο το 1923, μετά την κήρυξη της κατάστασης εξαίρεσης, έκλεισαν σε στρατόπεδα βάσει της Schutzhaft χιλιάδες στρατευμένους κομμουνιστές, αλλά δημιούργησαν και στο Κότμπους-Ζήλοβ ένα Konzentrationslager für Auslände που φιλοξενούσε ως επί το πλείστο εβραίους πρόσφυγες των ανατολικών χωρών, και το οποίο, ως εκ τούτου, μπορεί να θεωρηθεί το πρώτο στρατόπεδο συγκέντρωσης για Εβραίους του 20ού αιώνα (αν και, προφανώς, δεν επρόκειτο για στρατόπεδο εξολόθρευσης).
Το δικαιικό θεμέλιο της Schutzhaft ήταν η κήρυξη της κατάστασης πολιορκίας ή της κατάστασης εξαίρεσης, με την αντίστοιχη αναστολή της ισχύος των άρθρων του γερμανικού συντάγματος που εγγυόταν τις προσωπικές ελευθερίες. Πράγματι, σύμφωνα με το άρθρο 48 του συντάγματος της Βαϊμάρης: «Ο πρόεδρος του Ράιχ δύναται, όταν η δημόσια ασφάλεια και η τάξη διαταράσσονται σοβαρώς ή απειλούνται, να λάβει τις αναγκαίες αποφάσεις για την αποκατάσταση της δημοσίας ασφάλειας, εν ανάγκη με τη βοήθεια των ενόπλων δυνάμεων. Προς τούτο δύναται να αναστείλει προσωρινώς (ausser Kraft setzen) τα θεμελιώδη δικαιώματα που εμπεριέχονται στα άρθρα 114, 115, 117, 118, 123, 124 και 153». Από το 1919 μέχρι το 1924, οι κυβερνήσεις της Βαϊμάρης κήρυξαν επανειλημμένως την κατάσταση εξαίρεσης, η οποία σε ορισμένες περιπτώσεις διήρκεσε μέχρι και 5 μήνες (για παράδειγμα, από τον Σεπτέμβριο του 1923 μέχρι τον Φεβρουάριο του 1924). Όταν οι ναζί κατέλαβαν την εξουσία και, στις 28 Φεβρουάριου 1933, εξέδωσαν το Verordnung zum Schutz von Volk und Staat, το οποίο ανέστελλε επ’ αόριστο τα άρθρα του συντάγματος που αφορούσαν την προσωπική ελευθερία, την ελευθερία της έκφρασης και του συναθροίζεσθαι, το απαραβίαστο της οικογενειακής εστίας και το απόρρητο της αλληλογραφίας και των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων, υπ’ αυτή την έννοια, δεν ακολουθούσαν παρά μια πρακτική η οποία είχε παγιωθεί από τις προηγούμενες κυβερνήσεις.
Εντούτοις, υπήρχε μια σημαντική καινοτομία. Το κείμενο του διατάγματος που, από δικαιική άποψη, θεμελιωνόταν υπορρήτως στο άρθρο 48 του έως και τότε ισχύοντος συντάγματος και αναμφιβόλως ισοδυναμούσε με κήρυξη της κατάστασης εξαίρεσης («Τα άρθρα 114, 115, 117, 118, 123, 124 και 153 του συντάγματος του γερμανικού Ράιχ», διαβάζουμε στην πρώτη παράγραφο, «αναστέλλονται μέχρι νεωτέρας διαταγής») δεν περιείχε, όμως, σε κανένα σημείο την έκφραση Ausnahmezustand (κατάσταση εξαίρεσης). Πράγματι, το διάταγμα έμεινε σε ισχύ μέχρι το τέλος του Τρίτου Ράιχ, το οποίο, υπό αυτήν την έννοια, πολύ εύστοχα χαρακτηρίστηκε ως «μια νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου που διήρκεσε 12 χρόνια». Ως εκ τούτου η κατάσταση εξαίρεσης παύει να αναφέρεται σε μια εξωτερική και προσωρινή κατάσταση πραγματολογικού κινδύνου και τείνει να ταυτιστεί με τον ίδιο τον κανόνα. Οι εθνικοσοσιαλιστές νομικοί είχαν σε τέτοιο βαθμό επίγνωση της ιδιαίτερης φύσης της κατάστασης, ώστε, καταφεύγοντας σε μια κάπως παράδοξη έκφραση, την ορίζουν ως «μια ηθελημένη κατάσταση εξαίρεσης» (einen gewollten Ausnahmezustand). «Μέσω της αναστολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων», γράφει ο Werner Spohr, ένας νομικός που βρισκόταν κοντά στο καθεστώς, «το διάταγμα δίνει σάρκα και οστά σε μια ηθελημένη κατάσταση εξαίρεσης ενόψει της εγκαθίδρυσης του εθνικοσοσιαλιστικού κράτους».
Η σημασία αυτού του συστατικού δεσμού μεταξύ κατάστασης εξαίρεσης και στρατοπέδου συγκέντρωσης δεν θα πρέπει να υποτιμηθεί για μια ορθή κατανόηση της φύσης του στρατοπέδου. Η «προστασία» της ελευθερίας, που τίθεται υπό αμφισβήτηση στη Schutzhaft, είναι, κατά ειρωνεία της τύχης, προστασία εναντίον της αναστολής του νόμου που χαρακτηρίζει την κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Η καινοτομία σε σχέση με το παρελθόν έγκειται στο γεγονός ότι αυτός ο θεσμός αποσυνδέεται από την κατάσταση εξαίρεσης πάνω στην οποία θεμελιωνόταν και αφήνεται σε ισχύ στη φυσιολογική κατάσταση. Το στρατόπεδο είναι ο χώρος που ανοίγεται, όταν η κατάσταση εξαίρεσης αρχίζει να καθίσταται ο κανόνας. Σε αυτό, η κατάσταση εξαίρεσης, που ήταν ουσιαστικά μια πρόσκαιρη αναστολή της έννομης τάξης βάσει μιας πραγματολογικής κατάστασης κινδύνου, αποκτά τώρα πια μόνιμη χωρική δομή, η οποία όμως, ως τέτοια, παραμένει σταθερά εκτός της κανονικής τάξης. Όταν, τον Μάρτιο του 1933, ταυτοχρόνως με τους εορτασμούς για την εκλογική νίκη του Hitler στην καγκελαρία του Ράιχ, ο Himmler αποφάσισε να δημιουργήσει στο Νταχάου ένα «στρατόπεδο συγκέντρωσης για πολιτικούς κρατούμενους», η διεύθυνσή του ανατέθηκε αμέσως στα SS και, μέσω της Schutzhaft, ετέθη εκτός των κανόνων του ποινικού και σωφρονιστικού δικαίου, με τα οποία ούτε τότε ούτε και ποτέ άλλοτε στη συνέχεια είχε σχέσεις. Παρά την πληθώρα, συχνά αντιφατικών μεταξύ τους, εγκυκλίων, οδηγιών και τηλεγραφημάτων, διά των οποίων, μετά το διάταγμα της 28ης Φεβρουάριου, τόσο οι κεντρικές αρχές του Ράιχ όσο και εκείνες των μεμονωμένων Lander φρόντισαν επιμελώς να διατηρήσουν την εκτέλεση της Schutzhaft στη μεγαλύτερη δυνατή αοριστία, η απόλυτη ανεξαρτησία της από κάθε δικαστικό έλεγχο και από κάθε αναφορά στη φυσιολογική δικαιική τάξη επαναβεβαιωνόταν και διαφυλασσόταν αδιαλείπτως. Σύμφωνα με τις νέες αντιλήψεις των εθνικοσοσιαλιστών νομικών και συνταγματολόγων (στην πρώτη γραμμή των οποίων συναντάμε τον Carl Schmitt), οι οποίες θεωρούσαν ότι η πρωταρχική και άμεση απαρχή του δικαίου βρισκόταν στην ηγεσία και στην εντολή του Führer , η Schutzhaft, κατά τα άλλα, δεν έχρηζε δικαιικής θεμελίωσης στους ισχύοντες θεσμούς και νόμους, αλλά αποτελούσε «άμεση συνέπεια της εθνικοσοσιαλιστικής επανάστασης». Για τον λόγο αυτό, στον βαθμό δηλαδή που τα στρατόπεδα δημιουργούνταν σε έναν ανάλογο ιδιάζοντα χώρο εξαίρεσης, ο αρχηγός της Gestapo Diels μπορούσε να διαβεβαιώνει: «Δεν υπάρχει καμία εντολή ούτε κάποια οδηγία σχετικά με την προέλευση των στρατοπέδων: αυτά δεν ιδρύθηκαν ούτε θεσπίστηκαν, απλώς μια μέρα αναφύησαν (sie wurden nicht gegriindet, sie waren eines Tages da)».
Το Νταχάου, όπως και τα άλλα στρατόπεδα που ευθύς αμέσως ήρθαν να το πλαισιώσουν (Σαξενχάουζεν, Μπούχενβαλντ, Λίχτενμπεργκ), παρέμειναν δυνητικώς πάντα σε λειτουργία: εκείνο που μεταβαλλόταν ήταν μόνο το μέγεθος του πληθυσμού τους (που, σε ορισμένες περιόδους, ιδιαιτέρως το διάστημα μεταξύ 1935 και 1937, πριν αρχίσει ο εκτοπισμός των Εβραίων, είχε συρρικνωθεί στα 7.500 άτομα): αλλά το στρατόπεδο ως τέτοιο έγινε στη Γερμανία μια διαρκής πραγματικότητα.
Είναι απαραίτητο να προχωρήσουμε σε κάποιους συλλογισμούς σχετικά με το παράδοξο καθεστώς του στρατοπέδου ως χώρου εξαίρεσης: το στρατόπεδο είναι ένα τμήμα εδάφους το οποίο τίθεται εκτός της κανονικής δικαιικής τάξης, αλλά δεν είναι, για τούτο, απλώς ένας εξωτερικός χώρος. Ό,τι σε αυτό αποκλείεται είναι, σύμφωνα με την ετυμολογική σημασία του όρου εξαίρεση, πιασμένο έξω (preso fuori), περιλαμβάνεται διά του ίδιου του αποκλεισμού του. Αλλά, με τον τρόπο αυτό, ό,τι πρωτίστως συλλαμβάνεται στην τάξη είναι η ίδια η κατάσταση εξαίρεσης. Πράγματι, δεδομένου ότι η κατάσταση εξαίρεσης είναι «ηθελημένη», εγκαινιάζει ένα νέο δικαιικο-πολιτικό παρά- δείγμα, οπού δεν είναι εφικτό να διαχωρίσουμε τον κανόνα από την εξαίρεση. Δηλαδή, το στρατόπεδο είναι η δομή όπου η κατάσταση εξαίρεσης -στην πιθανή απόφαση επί της οποίας θεμελιώνεται η κυρίαρχη εξουσία- υλοποιείται κανονικός. Ο κυρίαρχος δεν περιορίζεται πλέον να αποφασίζει επί της εξαίρεσης, κάτι που – ήταν σύμφωνο προς το πνεύμα του συντάγματος της Βαϊμάρης, βάσει της αναγνώρισης μιας δεδομένης πραγματολογικής κατάστασης (του κινδύνου για τη δημόσια ασφάλεια): αποκαλύπτοντας ολόγυμνη τη βαθύτερη και μύχια δομή του αναθέματος που χαρακτηρίζει την εξουσία του, τώρα δημιουργεί την de facto κατάσταση ως συνέπεια της απόφασης περί της εξαίρεσης. Ως εκ τούτου, αν το εξετάσουμε καλύτερα, στο στρατόπεδο το quaestio juris δεν είναι πλέον απολύτως διακριτό από το quaestio facti και, υπό αυτή την έννοια, κάθε ερώτημα που αφορά τη νομιμότητα ή τη μη νομιμότητα των όσων διαδραματίζονται εντός του απλώς στερείται νοήματος. Το στρατόπεδο είναι ένα υβρίδιο δικαίου και γεγονότος, όπου οι δυο όροι έχουν καταστεί απαράλλαχτοι μεταξύ τους.
Η Hannah Arendt παρατήρησε κάποτε ότι στα στρατόπεδα έρχεται πλήρως στο φως η αρχή που στηρίζει την ολοκληρωτική εξουσία και την οποία ο κοινός νους αρνείται πεισματικά να παραδεχτεί, δηλαδή η αρχή σύμφωνα με την οποία «όλα είναι δυνατά». Μόνο επειδή τα στρατόπεδα συνιστούν, υπό την έννοια που είδαμε, έναν χώρο εξαίρεσης, όπου όχι μόνο ο νόμος έχει καθ’ ολοκληρίαν ανασταλεί, αλλά, επιπλέον, πραγματικότητα, γεγονός και δίκαιο συγχέονται δίχως υπολείμματα, όλα είναι δυνατά σε αυτά. Αν δεν γίνει αντιληπτή αυτή η ιδιαίτερη δικαιικο-πολιτική δομή των στρατοπέδων, η τάση των οποίων είναι ακριβώς η διαρκής δημιουργία της εξαίρεσης, όλα τα απίστευτα γεγονότα που συνέβησαν σε αυτά παραμένουν εντελώς ακατανόητα. Όποιος εισερχόταν στο στρατόπεδο κινούνταν σε μια ζώνη αδιακρισίας μεταξύ εξωτερικού και εσωτερικού, εξαίρεσης και κανόνα, εννόμου και εκνόμου, οπού οι ίδιες οι έννοιες του προσωπικού δικαίου και της δικαιικής προστασίας δεν είχαν πλέον νόημα· επιπροσθέτως, αν ήταν Εβραίος, τότε, σύμφωνα με τους νόμους της Νυρεμβέργης, ήταν ήδη απογυμνωμένος από τα δικαιώματα του πολίτη, και, ακολούθως, τη στιγμή της «τελικής λύσης», ήταν εντελώς αποεθνικοποιημένος. Δεδομένου λοιπόν ότι οι κάτοικοί του απογυμνώνονται από κάθε πολιτική υπόσταση και ανάγονται καθ’ ολοκληρίαν σε γυμνή ζωή, το στρατόπεδο συνιστά επίσης και τον πλέον απόλυτο βιοπολιτικό χώρο που έλαβε ποτέ σάρκα και οστά, και όπου η εξουσία δεν έχει απέναντι της παρά μόνο την καθαρή ζωή δίχως κάποια διαμεσολάβηση. Για τον λόγο αυτό το στρατόπεδο είναι το καθαυτό παράδειγμα του πολιτικού χώρου στο σημείο όπου η πολιτική καθίσταται βιοπολιτική και ο homo sacer συγχέεται δυνητικώς με τον πολίτη. Ως εκ τούτου η ορθή ερώτηση σχετικά με τις φρικαλεότητες που διαπράχθηκαν στα στρατόπεδα δεν είναι εκείνη η οποία υποκριτικά διερωτάται πως στάθηκε δυνατόν να διαπραχθούν τόσο αποτρόπαια εγκλήματα εις βάρος ανθρώπινων υπάρξεων πιο έντιμο και κυρίως περιςσότερο επωφελές θα ήταν να ερευνήσουμε με προσοχή διαμέσου ποιων δικαιικών διαδικασιών και ποιων πολιτικών μηχανισμών στάθηκε εφικτό ανθρώπινες υπάρξεις να στερηθούν τελείως τα δικαιώματα και τα προνόμιά τους, φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να διαπράττεται εις βάρος τους οτιδήποτε χωρίς να προβάλλει πλέον ως έγκλημα (πράγματι, στο σημείο αυτό τα πάντα είχαν καταστεί δυνατά).
Παρ’ όλα αυτά, η γυμνή ζωή, στην οποία αυτές οι ανθρώπινες υπάρξεις είχαν μεταμορφωθεί, δεν είναι ένα φυσικό εξωπολιτικό γεγονός, που το δίκαιο δεν μπορεί παρά να βεβαιώσει η να αναγνωρίσει* απεναντίας, αποτελεί, υπό την έννοια που είδαμε, ένα κατώφλι όπου το δίκαιο διαπερνά κάθε φορά στο γεγονός και το γεγονός σε δίκαιο, και οπού τα δυο επίπεδα τείνουν να καταστούν απαράλλαχτα μεταξύ τους. Δεν μπορεί να κατανοηθεί η ιδιαίτερη φύση της εθνικοσοσιαλιστικής έννοιας της φυλής -και ταυτοχρόνως η εξαιρετική ασάφεια και ανακολουθία που τη χαρακτηρίζουν- αν λησμονηθεί ότι το βιοπολιτικό σώμα, που συνιστά το νέο θεμελιώδες πολιτικό υποκείμενο, δεν είναι ούτε ένα quaestio facti (για παράδειγμα, η ταυτοποίηση ενός συγκεκριμένου βιολογικού σώματος) ούτε ένα quaestio juris (η ταυτοποίηση ενός συγκεκριμένου νέου κανόνα που πρέπει να εφαρμοστεί), αλλά ο τόπος μιας κυρίαρχης πολιτικής απόφασης, η οποία ενεργεί εκεί οπού γεγονός και δίκαιο παύουν εντελώς να διακρίνονται.
Αυτή την ιδιάζουσα φύση των νέων θεμελιωδών βιοπολιτικών κατηγοριών κανείς δεν την εξέφρασε με σαφήνεια μεγαλύτερη από εκείνη του Schmitt, ο οποίος, το 1933, στο Staat, Bewegung, Volk συνδέει την έννοια της φυλής, άνευ της οποίας «το εθνικοσοσιαλιστικό κράτος δεν θα μπορούσε να υπάρξει ούτε και η δικαιική ζωή του θα ήταν νοητή», με εκείνες «τις γενικές και απροσδιόριστες ρήτρες» οι οποίες διείσδυαν όλο και βαθύτερα στη γερμανική και ευρωπαϊκή νομοθεσία του 20ού αιώνα. Σύμφωνα με τα όσα επισημαίνει ο Schmitt, έννοιες όπως «χρηστά ήθη», «πρέπουσα πρωτοβουλία», «εξέχουσα αιτία» «ασφάλεια και δημόσια τάξη», «κατάσταση κινδύνου», «κατάσταση ανάγκης», οι οποίες δεν παραπέμπουν σε έναν κανόνα, αλλά σε μια κατάσταση, εισβάλλοντας στον κανόνα, κατέστησαν πλέον απαρχαιωμένη την ψευδαίσθηση ενός νόμου ικανού να ρυθμίζει a priori όλες τις περιπτώσεις και όλες τις καταστάσεις και τον οποίο ο δικαστής θα όφειλε απλώς να εφαρμόζει. Υπό την επίδραση αυτών των ρητρών, οι οποίες μεταθέτουν τη βεβαιότητα και την υπολογισιμότητα εκτός του κανόνα, όλες οι δικαιικές έννοιες καθίστανται απροσδιόριστες. Ο Schmitt, ανυποψίαστος για τους καφκικούς τόνους που μετέρχεται, γράφει:

«Υπό αυτή την έποψη, σήμερα υπάρχουν πια μόνο «απροσδιόριστες» δικαιικές έννοιες… Έτσι ολόκληρη η εφαρμογή του νόμου βρίσκεται μεταξύ Σκύλλας και Χάρυβδης. Ο δρόμος που διανοίγεται μπροστά μας φαίνεται να μας καταδικάζει σε μια θάλασσα δίχως ακτές και μας απομακρύνει ολοένα και περισσότερο από το στέρεο έδαφος της δικαιικής βεβαιότητας και της προσκόλλησης στον νόμο, που συνιστά ταυτοχρόνως το έδαφος της ανεξαρτησίας των δικαστών: ο δρόμος προς τα πίσω ωθεί προς μια φορμαλιστική πρόληψη του νόμου, που αναγνωρίζουμε ότι στερείται νοήματος, ότι ιστορικώς έχει ξεπεραστεί εδώ και πολύ καιρό, και την οποία δεν αξίζει πλέον να λαμβάνουμε σοβαρά υπόψη μας».
Η εθνικοσοσιαλιστική έννοια της φυλής (ή, σύμφωνα με τα λόγια του Schmitt, «η ισότητα του γένους») λειτουργεί ως μια γενική ρήτρα (ανάλογη με την «κατάσταση κινδύνου» ή τα «χρηστά ήθη») που δεν παραπέμπει όμως σε μια εξωτερική διαμορφωμένη κατάσταση, αλλά πραγματοποιεί μια άμεση ταύτιση γεγονότος και δικαίου. Ο δικαστής και ο λειτουργός, ή οποιοσδήποτε άλλος οφείλει να αναμετρηθεί με αυτή, δεν προσανατολίζονται πλέον σύμφωνα με τον κανόνα ή σύμφωνα με τη διαμορφωμένη κατάσταση, αλλά δεσμεύονται αποκλειστικώς στη βάση της κοινότητας της φυλής με τον γερμανικό λαό και με τον Führer, και κινούνται σε μια ζώνη όπου η διάκριση μεταξύ ζωής και πολιτικής, μεταξύ quaestio facti και quaestio juris δεν μπορεί πια να έχει κυριολεκτικώς κανένα νόημα.
Μόνο υπό αυτή την οπτική η εθνικοσοσιαλιστική θεωρία, η οποία θέτει στον λόγο του Führer την άμεση και εν εαυτή τέλεια πηγή του νόμου, αποκτά το πλήρες νόημά της. Όπως ο λόγος του Führer δεν είναι μια πραγματολογική κατάσταση η οποία ακολούθως μεταμορφώνεται σε κανόνα, αλλά είναι αυτή καθαυτή, ως ζωντανή φωνή, κανόνας, έτσι και το βιοπολιτικό σώμα (στη διττή υπόστασή του ως εβραϊκό σώμα και ως γερμανικό σώμα, ως ζωή ανάξια να βιωθεί και ως πλήρης ζωή) δεν είναι μια αδρανής βιολογική προϋπόθεση στην οποία παραπέμπει ο κανόνας, αλλά είναι την ίδια στιγμή κανόνας και κριτήριο της εφαρμογής του, κανόνας που αποφασίζει το γεγονός που αποφασίζει την εφαρμογή του.
Η ριζική καινοτομία που λανθάνει σε αυτή την αντίληψη δεν μελετήθηκε επαρκώς από τους ιστορικούς του δικαίου. Δεν είναι μόνο ότι ο νόμος που εκπορεύεται από τον Führer  δεν μπορεί να οριστεί ούτε ως κανόνας ούτε ως εξαίρεση, ούτε ως δίκαιο ούτε ως γεγονός· προχωρώντας ακόμη παραπέρα: σε αυτόν τον νόμο ο ορισμός, η εφαρμογή και η εκτέλεση ενός κανόνα, η παραγωγή του δικαίου και η εφαρμογή του δικαίου δεν συνιστούν κατά κανέναν τρόπο διακριτές στιγμές. (Κάτι που ο Benjamin το είχε αντιληφθεί προβάλλοντας τη θεωρία του Schmitt περί κυριαρχίας πάνω στον μπαρόκ μονάρχη, όπου «το νεύμα της εκτέλεσης» καθίσταται συστατικό· ο μονάρχης, υποχρεωμένος να αποφασίσει περί της εξαίρεσης, βρίσκεται εγκλωβισμένος, αδυνατώντας να λάβει μια απόφαση.) Ο Fuhrer είναι όντως, σύμφωνα με τον πυθαγόρειο ορισμό του κυρίαρχου, ένας νόμος έμψυχος. (Για τον λόγο αυτόν, μολονότι τυπικώς παραμένει σε ισχύ, η διάκριση των εξουσιών που χαρακτηρίζει το φιλελεύθερο-δημοκρατικό κράτος χάνει εδώ το νόημά της. Εξού και η δυσκολία να κριθούν σύμφωνα με τα συνηθισμένα δικαιικά κριτήρια εκείνοι οι λειτουργοί οι οποίοι, όπως ο Eichmann, δεν έκαναν τίποτε άλλο παρά να ακολουθούν σαν νόμο τον λόγο του Fuhrer.)
Αυτό είναι το απώτερο νόημα της θέσης του Schmitt σύμφωνα με την οποία η αρχή της Fuhrung «είναι μια έννοια του άμεσου παρόντος και της πραγματικής παρουσίας». Αυτός επίσης είναι ο λόγος για τον οποίο ο ίδιος μπορεί να ισχυρίζεται, δίχως να υποπίπτει σε κάποια αντίφαση, πως «είναι μια θεμελιώδης γνώση της σύγχρονης ενεργής γερμανικής πολιτικής γενιάς ότι ακριβώς η απόφαση σχετικά με το αν ένα γεγονός ή ένα είδος πραγμάτων είναι απολιτικό, αποτελεί μια ειδικώς πολιτική απόφαση». Τώρα η πολιτική είναι κυριολεκτικά η απόφαση αναφορικά με το απολιτικό (δηλαδή τη γυμνή ζωή).
Το στρατόπεδο είναι ο χώρος αυτής της απόλυτης αδυνατότητας να αποφανθούμε και να επιλέξουμε μεταξύ γεγονότος και δικαίου, μεταξύ νόρμας και εφαρμογής, μεταξύ εξαίρεσης και κανόνα, που εντούτοις αποφασίζει ακατάπαυστα γι’ αυτά. Ό,τι έχουν απέναντι τους ο φύλακας ή ο αξιωματούχος του στρατοπέδου δεν είναι ένα εξωδικαιικό γεγονός (ένα υποκείμενο το οποίο βιολογικώς ανήκει στην εβραϊκή φυλή) πάνω στο οποίο θα πρέπει να εφαρμόσουν τη διάκριση που επιβάλλει η εθνικοσοσιαλιστική νόρμα· αντιθέτως, κάθε χειρονομία, οτιδήποτε συμβαίνει στο στρατόπεδο, από το πλέον συνηθισμένο μέχρι το πιο εξαιρετικό, επιτελεί την απόφαση περί γυμνής ζωής, μέσω της οποίας πραγματώνεται το γερμανικό βιοπολιτικό σώμα. Ο διαχωρισμός του εβραϊκού σώματος συνιστά την άμεση παραγωγή του ίδιου του γερμανικού σώματος, όπως ακριβώς και η εφαρμογή της νόρμας είναι η παραγωγή του.
Αν αυτό αληθεύει, αν η ουσία του στρατοπέδου συνίσταται στην υλοποίηση της κατάστασης εξαίρεσης και στην επακόλουθη δημιουργία ενός χώρου όπου η γυμνή ζωή και ο κανόνας εισέρχονται σε ένα κατώφλι αδιακρισίας, τότε οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι βρισκόμαστε δυνητικώς παρουσία ενός στρατοπέδου κάθε φορά που δημιουργείται μια ανάλογη δομή, ανεξαρτήτως της σπουδαιότητας των εγκλημάτων που διαπράττονται και οποιαδήποτε αν είναι η ονομασία και η ειδική τοπογραφία της. Στρατόπεδο θα είναι είτε πρόκειται για το στάδιο του Μπάρι, όπου το 1991 η ιταλική αστυνομία στοίβαξε προσωρινά τους Αλβανούς μετανάστες, πριν τους ξαναστείλει στην πατρίδα τους, είτε πρόκειται για το χειμερινό ποδηλατοδρόμιο όπου οι αρχές του καθεστώτος του Βισύ συγκέντρωσαν τους Εβραίους, πριν τους παραδώσουν στους Γερμανούς· είτε έχουμε να κάνουμε με το Κοηzentrationslager für Auslänsder στο Κότμπους-Ζήλοβ, όπου η κυβέρνηση της Βαϊμάρης συγκέντρωσε τους εβραίους πρόσφυγες από τις ανατολικές χώρες, είτε με τις zones d’attente (ζώνες αναμονής) των διεθνών γαλλικών αερολιμένων, όπου κρατούνται οι ξένοι που ζητούν να τους αναγνωριστεί η ιδιότητα του πρόσφυγα. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, ένας τόπος φαινομενικώς ανώδυνος (όπως, για παράδειγμα, το Hotel Arcade στο Ρουασί) οριοθετεί στην πραγματικότητα έναν χώρο όπου η κανονική τάξη αναστέλλεται εκ των πραγμάτων και όπου το γεγονός πως διαπράττονται ή όχι φρικαλεότητες δεν εξαρτάται από το δίκαιο, αλλά μόνο από τον πολιτισμό και το ηθικό αίσθημα της αστυνομίας η οποία ενεργεί προσωρινά ως κυρίαρχη (για παράδειγμα, στη διάρκεια των τεσσάρων ημερών που οι αλλοδαποί μπορούν να κρατηθούν στις zones d’attente, πριν παρέμβουν οι δικαστικές αρχές).
Υπό αυτή την οπτική, λοιπόν, η γέννηση του στρατοπέδου στην εποχή μας προβάλλει ως ένα συμβάν που σημαδεύει με καθοριστικό τρόπο τον πολιτικό χώρο της ίδιας της νεωτερικότητας. Λαμβάνει χώρα στο σημείο όπου το πολιτικό σύστημα του νεωτερικού έθνους-κράτους, το οποίο θεμελιωνόταν πάνω στον λειτουργικό δεσμό μεταξύ μιας καθορισμένης εντοπιοποίησης (το έδαφος) και μιας καθορισμένη τάξης (το κράτος), με τη μεσολάβηση αυτόματων κανόνων εγγραφής της ζωής (τη γέννηση ή το έθνος), εισέρχεται σε διαρκή κρίση και το ίδιο το κράτος αποφασίζει να αναλάβει απευθείας μεταξύ των καθηκόντων του και εκείνο της μέριμνας της βιολογικής ζωής του έθνους. Δηλαδή, αν η δομή του έθνους-κράτους καθορίζεται από τα τρία στοιχεία έδαφος, τάξη, γέννηση, η διάρρηξη του παλιού νόμου δεν συντελείται στις δύο πλευρές, που, σύμφωνα με τον Schmitt, το συγκροτούσαν (την εντοπιοποίηση, τοπο-θέτηση [Ortung] και την ταξι-θέτηση [Ordnung]), αλλά στο σημείο που χαράσσει στο εσωτερικό τους την εγγραφή της γυμνής ζωής (τη γέννηση που, με τον τρόπο αυτό, καθίσταται έθνος). Υπάρχει κάτι που δεν μπορεί πλέον να λειτουργήσει στους παραδοσιακούς μηχανισμούς ρύθμισης αυτής της εγγραφής και το στρατόπεδο είναι ο νέος κρυφός ρυθμιστής της εγγραφής της ζωής στην τάξη – ή, μάλλον, η ένδειξη της αδυναμίας του συστήματος να λειτουργήσει χωρίς να μεταμορφωθεί σε φονική μηχανή. Είναι ενδεικτικό ότι τα στρατόπεδα κάνουν την εμφάνιση τους μαζί με τους νέους νομούς περί ιδιότητας του πολίτη και περί αποεθνικοποίησης των πολιτών (δεν αναφερόμαστε μόνο στους νόμους της Νυρεμβέργης περί της ιδιότητας του πολίτη του Ράιχ, αλλά και στους νόμους περί αποεθνικοποίησης των πολιτών που εξέδωσαν όλα σχεδόν τα ευρωπαϊκά κράτη την περίοδο μεταξύ 1915 και 1933). Η κατάσταση εξαίρεσης, η οποία ουσιαστικώς αποτελούσε μια πρόσκαιρη αναστολή της τάξης, καθίσταται τώρα μια νέα και σταθερή χωρική δομή, όπου κατοικεί εκείνη η γυμνή ζωή που, με αυξανόμενο ρυθμό, δεν μπορεί πλέον να εγγράφεται στην τάξη. Η αυξανόμενη αποσύνδεση μεταξύ της γέννησης (της γυμνής ζωής) και του έθνους-κράτους είναι το καινοφανές γεγονός της πολιτικής του καιρού μας και ό,τι αποκαλούμε στρατόπεδο δεν είναι παρά αυτή η απόκλιση. Σε μια τάξη άνευ εντοπιοποίησης (στην κατάσταση εξαίρεσης, όπου ο νόμος αναστέλλεται) αντιστοιχεί τώρα μια εντοπιοποίηση άνευ τάξης (το στρατόπεδο, ως διαρκής χώρος εξαίρεσης). Το πολιτικό σύστημα δεν επιβάλλει πλέον μορφές ζωής και δικαιικούς κανόνες σε έναν καθορισμένο χώρο, αλλά στο εσωτερικό του εμπεριέχει μια εκτοπίζουσα εντοπιοποίηση (localizzazione dislocante) η οποία το υπερβαίνει, όπου οποιαδήποτε μορφή ζωής και οποιοσδήποτε κανόνας μπορούν δυνητικώς να αδραχτούν. Το στρατόπεδο ως εκτοπίζουσα εντοπιοποίηση είναι η κρύφια μήτρα της πολιτικής εντός της οποίας ακόμα ζούμε, την οποία οφείλουμε να μάθουμε να αναγνωρίζουμε διαμέσου όλων των μεταμορφώσεών της, στις zones d’attente των αεροδρομίων μας όπως και σε ορισμένες περιφέρειες των πόλεων μας. Πρόκειται λοιπόν για το τέταρτο αναπόσπαστο στοιχείο που προστέθηκε, διαρρηγνύοντάς τη, στην παλαιά τριάδα κράτος-έθνος (γέννηση)-έδαφος.
Είναι σε τούτη την προοπτική που είμαστε υποχρεωμένοι να εξετάσουμε την επανεμφάνιση των στρατοπέδων σε μια μορφή, υπό μια έννοια, ακόμη πιο ακραία, στα εδάφη της πρώην  Γιουγκοσλαβίας. Αυτό που συμβαίνει εκεί δεν είναι καθόλου, όπως ιδιοτελείς παρατηρητές έσπευσαν να δηλώσουν, ένας επαναπροσδιορισμός του παλαιού πολιτικού συστήματος σύμφωνα με νέες εθνικές και εδαφικές κατατάξεις, δηλαδή μια απλή επανάληψη των διαδικασιών που οδήγησαν στη συγκρότηση των ευρωπαϊκών εθνών-κρατών. Απεναντίας, συντελείται μια ανεπούλωτη ρήξη του παλαιού νόμου και μια εκτόπιση των πληθυσμών και της ανθρώπινης ζωής σύμφωνα με γραμμές διαφυγής εντελώς καινοφανείς. Εξού και η αποφασιστική σημασία των στρατοπέδων εθνοβιασμού, δηλαδή βάσει της εθνικότητας. Αν οι ναζί δεν σκέφτηκαν ποτέ να πραγματοποιήσουν την «τελική λύση» καθιστώντας εγκύους τις Εβραίες, αυτό συνέβη για- τι η αρχή της γέννησης, η οποία διασφάλιζε την εγγραφή της ζωής στην τάξη του έθνους-κράτους, παρέμενε κατά κάποιο τρόπο λειτουργική, αν και βαθύτατα μεταμορφωμένη. Τώρα αυτή η αρχή εισέρχεται σε διαδικασία εκτόπισης, παρέκκλισης και κατάρρευσης όπου η λειτουργία της καθίσταται προδήλως αδύνατη και όπου θα πρέπει να αναμένουμε όχι μόνο την εμφάνιση νέων στρατοπέδων, αλλά και ολοένα πιο καινοφανείς και παραληρηματικούς κανονιστικούς ορισμούς της εγγραφής της ζωής στην Πόλη. Το στρατόπεδο, που τώρα πια έχει εγκατασταθεί σταθερά στο εσωτερικό της, είναι ο νέος βιοπολιτικός νόμος του πλανήτη.
Κάθε ερμηνεία της πολιτικής σημασίας του όρου «λαός» οφείλει να εκκινεί από το μοναδικό γεγονός ότι, στις σύγχρονες ευρωπαϊκές γλώσσες, υποδηλώνει πάντα και τους φτωχούς, τους απόκληρους, τους αποκλεισμένους. Δηλαδή, ο ίδιος όρος προσδιορίζει τόσο το συστατικό πολιτικό υποκείμενο όσο και την τάξη η οποία, εκ των πραγμάτων, αν όχι εκ του νόμου, αποκλείεται από την πολιτική.
Ο ιταλικός popolo, ο γαλλικός peuple, ο ισπανικός pueblo (όπως και τα αντίστοιχα επίθετα «popolare», «populair», «popular» και τα υστερολατινικά populus και popularis από τα οποία προέρχονται όλα τα προηγούμενα) απεικονίζουν, τόσο στην κοινή γλώσσα όσο και στο πολιτικό λεξιλόγιο, είτε το σύνολο των πολιτών ως ενιαίο πολιτικό σώμα (όπως στις εκφράσεις «ιταλικός λαός» ή «λαϊκός δικαστής») είτε όσους ανήκουν στις κατώτερες τάξεις (όπως στις εκφράσεις homme du peuple, λαϊκή συνοικία, fronte populaire). Ακόμη και ο αγγλικός people, που δεν έχει τόσο διαφοροποιημένη έννοια, διατηρεί ωστόσο τη σημασία του ordinary people σε αντίθεση με τους πλούσιους και τους ευγενείς. Έτσι στο σύνταγμα των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής διαβάζουμε χωρίς διακρίσεις «We the people of the United States…»: αλλά, όταν o Lincoln, στην ομιλία του στην Γκέτισμπεργκ, επικαλείται μια «Government of the people by the people for the people», η επανάληψη αντιπαραθέτει υπαινικτικώς στον πρώτο λαό έναν άλλο. Πόσο ουσιώδης στάθηκε αυτή η αμφισημία και κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης (δηλαδή, ακριβώς τη στιγμή κατά την οποία προβάλλει ως διεκδίκηση η αρχή της λαϊκής κυριαρχίας) το μαρτυρά η αποφασιστική λειτουργία που επιτέλεσε η συμπόνια για τον λαό νοούμενο ως αποκλεισμένη τάξη. Η H. Arendt υπενθύμισε ότι «η ίδια η σημασία του όρου προέρχεται από τη συμπόνια και η λέξη έγινε συνώνυμη της ατυχίας και της δυστυχίας – le peuple, les malheureux m’applaudissent, συνήθιζε να λέει o Robespierre· le peuple toujours malheureux, όπως εκφραζόταν ακόμα και ο Sieyes, μια από τις λιγότερο συναισθηματικές και πιο φωτεινές μορφές της Επανάστασης». Αλλά ήδη στον Bodin, με ένα αντίθετο νόημα, στο κεφάλαιο της Republique, όπου ορίζεται η Δημοκρατία, ή État populaire, η έννοια είναι διττή: στον people en corps, ως κάτοχο της κυριαρχίας, αντιπαραβάλλεται ο menu people, που η φρόνηση συμβουλεύει να αποκλείεται από την πολιτική εξουσία.
Μια σημαντική αμφισημία τόσο διάχυτη και σταθερή δεν μπορεί να είναι τυχαία: πρέπει να αντικατοπτρίζει μια αμφιβολία εγγενή στη φύση και στη λειτουργία της έννοιας «λαός» στη δυτική πολιτική. Δηλαδή, όλα συμβαίνουν ως εάν αυτό που αποκαλούμε «λαό» να μην είναι στην πραγματικότητα ενιαίο υποκείμενο, αλλά η διαλεκτική ταλάντευση μεταξύ δύο αντιτιθέμενων πόλων: από τη μια πλευρά, το σύνολο «Λαός» ως ακέραιο πολιτικό σώμα- από την άλλη, το υποσύνολο «λαός» ως θραυσματική πολλαπλότητα άπορων και αποκλεισμένων σωμάτων εκεί μια περίληψη που διατείνεται ότι είναι δίχως υπολείμματα- εδώ ένας αποκλεισμός καταφανώς δίχως ελπίδα. Στο ένα άκρο, το ολικό κράτος των ενσωματωμένων και κυρίαρχων πολιτών· στο άλλο, ο απαγορευμένος τόπος -αυλή των θαυμάτων ή στρατόπεδο συγκέντρωσης- των αθλίων, των καταπιεσμένων, των ηττημένων. Υπ’ αυτή την έννοια δεν υπάρχει πουθενά μια μοναδική και στέρεη σημασία του όρου «λαός»: όπως πολλές θεμελιώδεις πολιτικές έννοιες (παρεμφερείς, ως προς αυτό, με τα Urworte των Abel και Freud και τις ιεραρχικές σχέσεις του Dumont) ο «λαός» είναι μια πολωτική έννοια, η οποία υποδηλώνει μια διπλή κίνηση και μια σύνθετη σχέση μεταξύ δύο άκρων. Αυτό όμως σημαίνει, επίσης, ότι η σύσταση του ανθρώπινου είδους σε ένα πολιτικό σώμα περνά διαμέσου μιας θεμελιώδους διάσπασης και ότι, στην έννοια «λαός», μπορούμε να αναγνωρίσουμε άνευ δυσκολίας τα κατηγορικά ζεύγη που είδαμε να ορίζουν την πρωταρχική πολιτική δομή: γυμνή ζωή (λαός) και πολιτική υπόσταση (Λαός), αποκλεισμός και περίληψη, ζωή και βίος. Δηλαδή, ο «λαός» φέρει ήδη πάντοτε εντός του το θεμελιώδες βιοπολιτικό ρήγμα. Είναι συνεπώς αυτό που δεν μπορεί να περιληφθεί στο όλο του οποίου αποτελεί μέρος και που δεν μπορεί να ανήκει στο σύνολο στο οποίο ήδη πάντοτε περιλαμβάνεται. Εξού και οι αντιφάσεις και οι απορίες τις οποίες η έννοια «λαός» γεννά κάθε φορά που κάποιος την επικαλείται και την εισάγει στην πολιτική σκηνή. Ο «λαός» είναι αυτό που πάντοτε υπάρχει και που, ωστόσο, οφείλει να πραγματώνεται- είναι η καθαρή πηγή κάθε ταυτότητας και όμως οφείλει συνεχώς να επαναπροσδιορίζεται και να αποκαθαίρεται μέσω του αποκλεισμού, της γλώσσας, του αίματος, του εδάφους. Δηλαδή, στον αντίθετο πόλο, αυτός είναι ό,τι κατ’ ουσία λείπει σε αυτόν καθαυτό και, ως εκ τούτου, η πραγμάτωσή του συμπίπτει με την κατάργησή του- είναι αυτό το οποίο, προκειμένου να υπάρξει, οφείλει να αρνηθεί, μέσω του αντιθέτου του, τον εαυτό του (από εδώ προκύπτουν οι ειδικές απορίες του εργατικού κινήματος, που απευθύνεται στον λαό και, ταυτοχρόνως, τείνει στην κατάργηση του). Από καιρού εις καιρόν αιματηρό λάβαρο της αντίδρασης και αμφίβολη σημαία των επαναστάσεων και των λαϊκών μετώπων, ο λαός εμπεριέχει σε κάθε περίπτωση έναν διχασμό πολύ πιο αρχέγονο από εκείνον του φίλου-εχθρού, έναν ακατάπαυστο εμφύλιο πόλεμο που τον διαιρεί πιο ριζικά από κάθε σύγκρουση και, ταυτοχρόνως, τον κρατά ενωμένο και τον συγκροτεί πιο σταθερά από οποιαδήποτε ταυτότητα. Μια προσεκτική ματιά μάς επιτρέπει να διαπιστώσουμε ότι ακόμα και αυτό που ο Marx αποκαλεί πάλη των τάξεων και το οποίο, μολονότι παραμένει κατ’ ουσία κάτι το απροσδιόριστο, καταλαμβάνει μια θέση τόσο κεντρική στη σκέψη του, δεν είναι τίποτα άλλο από αυτόν τον εσωτερικό πόλεμο που διαιρεί κάθε λαό και που θα τελειώσει μόνο όταν, στην αταξική κοινωνία ή στο μεσσιανικό βασίλειο, Λαός και λαός θα συμπέσουν και δεν θα υπάρχει πλέον όντως κανένας λαός.
Αν κάτι τέτοιο αληθεύει, αν ο λαός εμπεριέχει απαραιτήτους στο εσωτερικό του το θεμελιώδες βιοπολιτικό ρήγμα, καθίσταται τότε εφικτό να ιδωθούν και να εξεταστούν υπό νέα οπτική ορισμένες αποφασιστικής σημασίας σελίδες της ιστορίας του 20ού αιώνα. Αν και η πάλη μεταξύ των δύο «λαών» υπήρχε ασφαλώς ανέκαθεν, στην εποχή μας έχει υποστεί μια έσχατη μέχρι παροξυσμού επιτάχυνση. Στη Ρώμη, η εσωτερική διάσπαση του λαού ήταν επικυρωμένη δικαιικώς στην ξεκάθαρη διάκριση μεταξύ populus και plebs, με το κάθε μέρος να έχει τους δικούς του θεσμούς και τους δικούς του μαγίστρους, όπως ακριβώς, στον Μεσαίωνα, η διάκριση μεταξύ κατώτερου λαού (popolo minuto) και ανώτερου λαού (popolo grasso) αντιστοιχούσε σε μια ακριβή άρθρωση διαφόρων τεχνών και επαγγελμάτων· όταν, όμως, αρχής γενομένης από τη Γαλλική Επανάσταση, ο Λαός καθίσταται ο μοναδικός θεματοφύλακας της κυριαρχίας, ο λαός μεταβάλλεται σε μια ενοχλητική παρουσία και τότε η εξαθλίωση και ο αποκλεισμός εμφανίζονται για πρώτη φορά ως ένα σκάνδαλο, με κάθε έννοια, αφόρητο. Στη νεωτερική εποχή, η εξαθλίωση και ο αποκλεισμός δεν συνιστούν μόνο οικονομικές και κοινωνικές έννοιες, αλλά αποτελούν κυρίως δεσπόζουσες πολιτικές κατηγορίες (ολόκληρος ο οικονομισμός και ο «σοσιαλισμός» που φαίνεται να κυριαρχούν στη νεωτερική πολιτική έχουν, στην πραγματικότητα, μια πολιτική σημασία – ή, καλύτερα, μια βιοπολιτική σημασία).
Υπό αυτή την έννοια, η εποχή μας δεν είναι άλλο παρά η απόπειρα – αδυσώπητη και μεθοδική – να πληρωθεί το ρήγμα που διαιρεί τον λαό εξοβελίζοντας ριζικώς τον λαό των αποκλεισμένων. Αυτή η απόπειρα συνδέει, σύμφωνα με διαφορετικές τροπικότητες και διαφορετικούς ορίζοντες, Δεξιά και Αριστερά, καπιταλιστικές χώρες και σοσιαλιστικές χώρες, όλες ενωμένες στο σχέδιο – σε τελική ανάλυση μάταιο, μολονότι εν μέρει υλοποιήθηκε σε όλες τις εκβιομηχανισμένες χώρες – παραγωγής ενός μοναδικού και αδιαίρετου λαού. Η ιδεοληψία της ανάπτυξης έχει τόσο μεγάλη αποτελεσματικότητα στην εποχή μας, γιατί συμπίπτει με το βιοπολιτικό εγχείρημα παραγωγής ενός λαού άνευ ρήγματος.
Υπό αυτή την οπτική γωνία, η εξόντωση των Εβραίων στη ναζιστική Γερμανία προσλαμβάνει ένα ριζικώς νέο περιεχόμενο. Σαν λαός που αρνείται να ενσωματωθεί στο εθνικό πολιτικό σώμα (τωόντι, υποτίθεται ότι κάθε αφομοίωσή του δεν είναι παρά προσποιητή), οι Εβραίοι είναι οι κατεξοχήν εκπρόσωποι και σχεδόν το ζωντανό σύμβολο του λαού, εκείνης της γυμνής ζωής που η νεωτερικότητα δημιουργεί αναγκαστικώς στο εσωτερικό της, την παρουσία της οποίας, ωστόσο, δεν δύναται με κανέναν τρόπο να ανεχθεί. Και στη διαυγή μανία με την οποία ο γερμανικός Volk, κατεξοχήν εκπρόσωπος του λαού ως ακέραιου πολιτικού σώματος, αποπειράται να εξαφανίσει διά παντός τους Εβραίους, θα πρέπει να διακρίνουμε την ακραία φάση της εσωτερικής πάλης που διαιρεί «Λαό» και «λαό». Με την τελική λύση (η οποία, όχι τυχαίως, συμπεριλαμβάνει επίσης τους Τσιγγάνους και άλλους μη ενσωματώσιμους), ο ναζισμός προσπαθεί σκοτεινά και ανωφελώς να απαλλάξει την πολιτική σκηνή της Δύσης από αυτή την ανυπόφορη σκιά, για να δημιουργήσει επιτέλους τον γερμανικό Volk, ως λαό που πλήρωσε την αρχική βιοπολιτική ρήξη (για τούτο και οι ναζί ηγέτες επαναλαμβάνουν με τόσο πείσμα ότι, εξαφανίζοντας Εβραίους και Τσιγγάνους, στην πραγματικότητα εργάζονται και για τους άλλους ευρωπαϊκούς λαούς).
Παραφράζοντας το φροϋδικό αξίωμα για τη σχέση μεταξύ Es (Εκείνο) και Ich (Εγώ) θα μπορούσαμε να πούμε ότι η νεωτερική βιοπολιτική διέπεται από την αρχή σύμφωνα με την οποία «όπου υπάρχει γυμνή ζωή, θα πρέπει να υπάρχει ένας Λαός»· υπό τον όρο, όμως, πως θα προσθέσουμε αμέσως ότι αυτή η αρχή ισχύει και στην αντίστροφη διατύπωσή της, που θέλει «όπου υπάρχει ένας Λαός, εκεί να υπάρχει και η γυμνή ζωή». Το ρήγμα, που πίστευαν ότι είχε πληρωθεί με την εξαφάνιση του λαού (του οποίου οι Εβραίοι είναι απλώς το σύμβολο), αναπαράγεται έτσι εκ νέου μεταβάλλοντας ολόκληρο τον γερμανικό λαό σε ιερή ζωή αφιερωμένη στον θάνατο και σε βιολογικό σώμα το οποίο θα πρέπει να αποκαθαίρεται επ’ άπειρον (εξαφανίζοντας ψυχικά αρρώστους και φορείς κληρονομικών ασθενειών). Και με διαφορετικό, αλλά ανάλογο, τρόπο σήμερα το δημοκρατικο-καπιταλιστικό σχέδιο εξαφάνισης, μέσω της ανάπτυξης, των φτωχών τάξεων, όχι μόνο αναπαράγει στο εσωτερικό του τον λαό των αποκλεισμένων, αλλά μετασχηματίζει σε γυμνή ζωή όλους τους πληθυσμούς του Τρίτου Κόσμου. Μόνο μια πολιτική η οποία θα είναι σε θέση να λογαριαστεί με τη θεμελιώδη βιοπολιτική διάσπαση της Δύσης θα μπορέσει να συλλάβει και να αναχαιτίσει αυτή την ταλάντευση και να θέσει τέρμα στον εμφύλιο πόλεμο που διαιρεί τους λαούς και τις πόλεις της γης.
πηγή: geniusloci2017