ΕΤΙΚΕΤΕΣ

ΤΑ ΕΠΙΤΕΥΓΜΑΤΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΙΑΛΟΓΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΠΩΣ ΔΙΑΛΟΓΙΖΟΤΑΝ Ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ



Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΙΣΜΟΣ αποτελεί ουσιαστικά μια φιλοσοφική προσευχή ανακάλυψης του  στοχαστικού είναι της ανθρώπινης ψυχής στην ανοδική της πορεία προς το ουράνιο, το συμπαντικό, το αιώνιο και το Αγαθό.  Ακολουθούν δύο αποσπάσματα από τους πλατωνικούς διαλόγους, Πολιτεία και Συμπόσιον, σχετικά με τον ελληνικό διαλογισμό (ή αλλιώς  ενδοσκόπηση). 


Τὸ ἐπίτευγμα τοῦ Ἑλληνικοῦ Διαλογισμοῦ εἶναι ἡ ἀποπομπὴ τοῦ ἄλογου μέρους τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὰ ὄνειρα κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ὕπνου, ὥστε νὰ εἶναι ἐλεύθερο τὸ λογιστικὸν μέρος νὰ ἀναλάβει τὰ καθήκοντά του.

απόσπασμα Πλάτωνος  Πολιτεία, 9. 571d-572b:

«Νομίζω ὅμως ὅτι ὅταν κάποιος ἔχει ὑγεία καὶ σωφροσύνη, καὶ πηγαίνει γιὰ ὕπνο, ἀφοῦ προηγουμένως ἔχει ἐγείρει τὸ λογιστικὸν μέρος τῆς ψυχῆς του καὶ τὸ φίλεψε μὲ ὄμορφα διανοήματα καὶ σκέψεις, τότε φθάνει σὲ μία κατάσταση περισυλλογῆς, ἐνῶ δὲν ὁδήγησε τὸ ἐπιθυμητικὸν μέρος τῆς ψυχῆς του οὔτε στὴν στέρηση οὔτε στὸν κορεσμό, κι ἔστι αὐτὸ κοιμᾶται χωρὶς νὰ ἐνοχλεῖ τὸ εὐγενικότερο κομμάτι μὲ ξεσπάσματα χαρᾶς ἢ λύπης, κι ἀφήνει τὸ λογιστικὸν ἀπερίσπαστο, μόνο του μὲ τὸν ἑαυτό του νὰ ἐξετάζει καὶ νὰ προσπαθεῖ νὰ ἐννοήσει κάτι ποὺ δὲν τὸ γνωρίζει, εἴτε ἀπὸ τὰ περασμένα, εἴτε τωρινὸ εἴτε μελλούμενο· κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο γαληνεύει καὶ τὸ θυμοειδὲς μέσα του, ὥστε νὰ μὴν πάει νὰ πλαγιάσει μὲ τὸ κομμάτι τοῦτο τῆς ψυχῆς συγχυσμένο ἀπὸ ὀργὴ γιὰ κάποιους, κι ἀφοῦ κάνει αὐτὰ τὰ δύο νὰ καταλαγιάσουν καὶ βάλει σὲ κίνηση ἐκεῖνο τὸ τρίτο μέρος τῆς ψυχῆς, στὸ ὁποῖο συντελεῖται ὁ στοχασμός, τότε πιά πάει νὰ ἀναπαυθεῖ. Καὶ ξέρεις, βέβαια, ὅτι σὲ τέτοια κατάσταση ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι πιὸ κοντὰ στὸ ἄγγιγμα τῆς ἀλήθειας κι ὅτι οἱ φανταστικὲς παραστάσεις ποὺ τοῦ παρουσιάζονται τότε στὰ ὄνειρα κάθε ἄλλο παρὰ ἀφύσικες εἶναι.


Ἔχω τὴν γνώμη ὅτι εἶναι ἀκριβῶς ὅπως τὰ λές.


Βέβαια, πήγαμε πιὸ πέρα ἀπ’ ὅσο λογαριάζαμε. Αὐτὸ ὅμως ποὺ θέλουμε νὰ ἐπισημάνουμε εἶναι τοῦτο, ὅτι στὸν καθένα μας ὑπάρχει ἕνα φοβερό, ἄγριο καὶ ἀφύσικο εἶδος ἐπιθυμιῶν, ἀκόμη καὶ σὲ ἐκείνους ἀπὸ μᾶς ποὺ θεωροῦνται μετρημένοι ἄνθρωποι. Ἡ ὕπαρξή του γίνεται ἔκδηλη στὰ ὄνειρα.»

«ὅταν δέ γε οἶμαι ὑγιεινῶς τις ἔχῃ αὐτὸς αὑτοῦ καὶ σωφρόνως, καὶ εἰς τὸν ὕπνον ἴῃ τὸ λογιστικὸν μὲν ἐγείρας ἑαυτοῦ καὶ ἑστιάσας λόγων καλῶν καὶ σκέψεων, εἰς σύννοιαν αὐτὸς αὑτῷ ἀφικόμενος, τὸ ἐπιθυμητικὸν δὲ μήτε ἐνδείᾳ δοὺς μήτε πλησμονῇ, ὅπως ἂν κοιμηθῇ καὶ μὴ παρέχῃ θόρυβον τῷ βελτίστῳ χαῖρον ἢ λυπούμενον, ἀλλ᾽ ἐᾷ αὐτὸ καθ᾽ αὑτὸ μόνον καθαρὸν σκοπεῖν καὶ ὀρέγεσθαί του αἰσθάνεσθαι ὃ μὴ οἶδεν, ἤ τι τῶν γεγονότων ἢ ὄντων ἢ καὶ μελλόντων, ὡσαύτως δὲ καὶ τὸ θυμοειδὲς πραΰνας καὶ μή τισιν εἰς ὀργὰς ἐλθὼν κεκινημένῳ τῷ θυμῷ καθεύδῃ, ἀλλ᾽ ἡσυχάσας μὲν τὼ δύο εἴδη, τὸ τρίτον δὲ κινήσας ἐν ᾧ τὸ φρονεῖν ἐγγίγνεται, οὕτως ἀναπαύηται, οἶσθ᾽ ὅτι τῆς τ᾽ ἀληθείας ἐν τῷ τοιούτῳ μάλιστα ἅπτεται καὶ ἥκιστα παράνομοι τότε αἱ ὄψεις φαντάζονται τῶν ἐνυπνίων.
παντελῶς μὲν οὖν, ἔφη, οἶμαι οὕτως.

ταῦτα μὲν τοίνυν ἐπὶ πλέον ἐξήχθημεν εἰπεῖν: ὃ δὲ βουλόμεθα γνῶναι τόδ᾽ ἐστίν, ὡς ἄρα δεινόν τι καὶ ἄγριον καὶ ἄνομον ἐπιθυμιῶν εἶδος ἑκάστῳ ἔνεστι, καὶ πάνυ δοκοῦσιν ἡμῶν ἐνίοις μετρίοις εἶναι: τοῦτο δὲ ἄρα ἐν τοῖς ὕπνοις γίγνεται ἔνδηλον.»

Ο ΔΙΑΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΗ

Ὁ Πλάτων ἀναφέρει τὸν τρόπο ποὺ διαλογιζόταν ὁ Σωκράτης στὸν διάλογο «Συμπόσιον» 220c-d, μέσα ἀπὸ τὴν διήγηση τοῦ Ἀλκιβιάδη:

«συννοήσας γὰρ αὐτόθι ἕωθέν τι εἱστήκει σκοπῶν, καὶ ἐπειδὴ οὐ προυχώρει αὐτῷ, οὐκ ἀνίει ἀλλὰ εἱστήκει ζητῶν. καὶ ἤδη ἦν μεσημβρία, καὶ ἄνθρωποι ᾐσθάνοντο, καὶ θαυμάζοντες ἄλλος ἄλλῳ ἔλεγεν ὅτι Σωκράτης ἐξ ἑωθινοῦ φροντίζων τι ἕστηκε. τελευτῶντες δε τινες τῶν Ἰώνων, ἐπειδὴ ἑσπέρα ἦν, δειπνήσαντες—καὶ γὰρ θέρος τότε γ’ ἦν—χαμεύνια ἐξενεγκάμενοι ἅμα μὲν ἐν τῷ ψύχει καθηῦδον, ἅμα δ’ ἐφύλαττον αὐτὸν εἰ καὶ τὴν νύκτα ἑστήξοι. ὁ δὲ εἱστήκει μέχρι ἕως ἐγένετο καὶ ἥλιος ἀνέσχεν· ἔπειτα ᾤχετ’ ἀπιὼν προσευξάμενος τῷ ἡλίῳ.»

Ἀπόδοση στὰ νέα ἑλληνικὰ:

«συγκεντρωμένος σὲ μία σκέψη του στέκονταν ἀπὸ τὴν αὐγὴ στὸ ἴδιο μέρος καὶ συλλογιζόταν, καὶ ἐπειδὴ δὲν προόδευε ἡ σκέψη, ἀντί νὰ τὰ παρατήσει, ἐξακολούθησε νὰ στέκεται καὶ νὰ τὴν ζητεῖ. Καὶ ἤτανε πιὰ μεσημέρι, καὶ ὁ κόσμος τὸν ἀντιλήφθηκε καὶ ἔλεγε ὁ ἕνας στὸν ἄλλον μὲ ἀπορία ὅτι ὁ Σωκράτης ἀπὸ τὸ πρωὶ στέκεται ὄρθιος ἐκεῖ καὶ τὸν ἀπασχολεῖ κάποιο ζήτημα. Στὸ τέλος—γιατὶ βράδιασε ἐν τῷ μεταξύ—μετὰ τὸ δεῖπνο μερικοὶ Ἰωνες ἔσυραν ἔξω ἀπὸ τὶς σκηνὲς τὰ στρωσίδια τους—ἀφοῦ ἦταν καλοκαίρι τότε—ἀφ’ ἑνὸς μὲν γιὰ νὰ κοιμηθοῦν στὴν δροσιὰ καὶ ἀφετέρου γιὰ νὰ παραφυλάξουν νὰ δοῦν ἂν θὰ στεκόταν ὄρθιος ὅλην τὴν νύχτα. Καὶ αὐτὸς στεκόταν ὄρθιος ὥσπου ἐχάραξε ἡ αὐγὴ καὶ ἀνέτειλε ὁ ἥλιος. Ὕστερα προσευχήθηκε στὸν ἥλιο καὶ ἀπομακρύνθηκε.»