ΕΤΙΚΕΤΕΣ

ΠΛΩΤΙΝΟΣ - ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΕΚΑΝΕ ΤΙΣ ΨΥΧΕΣ ΝΑ ΛΗΣΜΟΝΗΣΟΥΝ ΤΟΝ ΘΕΟ-ΠΑΤΕΡΑ ΤΟΥΣ





Όταν μερίστηκε το όλον της ψυχής του κόσμου, οι (ανθρώπινες) ψυχές έγιναν ακόλουθοι των Θεών. Οι απορροές των όντων από το θείο κόσμο, όσο κατεβαίνουμε επίπεδο έχαναν την αρχέγονη πληρότητα της τελείωσης που παρείχαν οι Θεοί και έπεφταν στον κόσμο της γένεσης. Για να ανέλθουν και να επιστρέψουν οι ψυχές στην αιώνια πηγή τους, πρέπει να διανύσουν ένα κύκλο μέθεξης που εκκινεί από τα  κατώτερα όντα προς τα ανώτερα. Η ψυχή μέσα στην αιωνιότητα μαθαίνει να μεθά από το θεϊκό κρασί του έρωτα και να εξυψώνεται στα πέρατα του απείρου....

Τι είναι αυτό, τέλος πάντων, που έκανε τις ψυχές να λησμονήσουν τον Θεό Πατέρα τους, μολονότι αποτελούν μέρη που κατάγονται από τον δικό του τόπο και που ανήκουν ολωσδιόλου σε εκείνον, να αγνοούν και τον εαυτό τους και εκείνον ;

Αρχή του κακού για αυτές ήταν «ἡ τόλμα καὶ ἡ γένεσις καὶ ἡ πρώτη ἑτερότης καὶ τὸ βουληθῆναι δὲ ἑαυτῶν εἶναι» (η τόλμη, η γένεση, η πρώτη ετερότητα και η βούληση να ανήκουν στον εαυτό τους). Επειδή, λοιπόν, φάνηκαν να ευχαριστιούνται με την αυτεξουσιότητά τους και έκαναν μεγάλη χρήση της αυτοκίνησής τους, διατρέχοντας την αντίθετη οδό και διανύοντας όσο μεγαλύτερη απόσταση ήταν δυνατόν[1], αγνόησαν ακόμα και το ότι αυτές προέρχονται από εκεί. Όπως ακριβώς τα παιδιά που, επειδή απομακρύνθηκαν αμέσως από τους γονείς τους και για πολύ καιρό ανατράφηκαν μακριά τους, αγνοούν και ποιος είναι ο εαυτός τους και ποιοι είναι οι γονείς τους. 

Εφόσον, λοιπόν, δεν βλέπουνε πια ούτε τον πατέρα τους ούτε τον εαυτό τους, τον εαυτό τους τον θεωρούν ανυπόληπτο (τον απορρίπτουν), από άγνοια του γένους τους, και (εκ)τιμούν άλλα πράγματα, θαυμάζοντας οτιδήποτε άλλο παρά τον εαυτό τους, οπότε, νιώθοντας έκπληξη και χαρά με αυτά τα πράγματα και εξαρτημένες από αυτά, διέρρηξαν, όσο αυτό ήταν δυνατόν, τον εαυτό τους, με περιφρόνηση/απόρριψη προς αυτό το οποίο αποστράφηκαν. Συνεπώς, η πλήρης άγνοια τους για εκείνο οφείλεται στο ότι εκτιμούν τα εδώ (αισθητά) και στο ότι περιφρονούν/απορρίπτουν τον εαυτό τους

Εκείνο, δηλ., που θαυμάζει και επιδιώκει κάτι άλλο, την ίδια στιγμή το ίδιο αυτό πράγμα παραδέχεται την κατωτερότητά του. Όταν, λοιπόν, καθιστά τον εαυτό του χειρότερο «γιγνομένων καὶ ἀπολλυμένων ἀτιμότατόν τε καὶ θνητότατον πάντων» πραγμάτων που εκτιμά, δεν θα μπορούσε ποτέ να συλλάβει στην ψυχή του ούτε την φύση ούτε την δύναμη του Θεού. Για αυτό, λοιπόν, πρέπει κανείς να μιλήσει κατά δυο τρόπους στους ανθρώπους που βλέπουν έτσι τα πράγματα, προς τα πρωταρχικά, και να τους αναγάγει μέχρι το κορυφαίο, το Ένα και πρωταρχικό. Ποιοι είναι, λοιπόν, αυτοί οι δύο τρόποι ; Ο ένας δείχνει πόσο ανάξια είναι τα πράγματα που εκτιμά τώρα η ψυχή[2], και θα το αναπτύξουμε αναλυτικότερα σε άλλη σημείο, ενώ ο δεύτερος τρόπος διδάσκει και υπενθυμίζει στην ψυχή πόσο σπουδαία είναι η καταγωγή της και πόσο μεγάλη η αξία της – κι ο τρόπος αυτός, που προηγείται του άλλου, αποσαφηνιστεί, θα διευκρινίσει κι εκείνον. Έτσι τώρα πρέπει να μιλήσουμε για αυτόν. Είναι κοντινός προς το ζητούμενό μας και θα χρησιμοποιήσουμε και στην ανάπτυξη του άλλου τρόπου. Διότι αυτό που κάνει την αναζήτηση είναι η ψυχή και πρέπει να γνωρίζει τι είδους πράγμα είναι και αναζητά, ώστε πρώτα από όλα να γνωρίσει τον εαυτό της, κατά πόσο έχει τη δύναμη να προχωρεί σε τέτοιου είδους αναζητήσεις και αν το όμμα που έχει είναι κατάλληλο για να μπορεί δει, κι αν, τέλος, η αναζήτηση είναι η προσήκουσα για αυτή. Διότι, αν πρόκειται για πράγματα ξένα, ποιος ο  λόγος ; Αν, όμως, είναι συγγενικά της, τότε και ταιριάζει και μπορεί να τα ανακαλύψει.

Κάθε ψυχή, λοιπόν, ας σκεφτεί πρώτα το εξής : αυτή είναι που δημιούργησε όλα τα ζωντανά πλάσματα, εμπνεύσασα σε αυτά ζωή, «ἅ τε γῆ τρέφει ἅ τε θάλασσα ἅ τε ἐν ἀέρι ἅ τε ἐν οὐρανῷ ἄστρα θεῖα, αὐτὴ δὲ ἥλιον, αὐτὴ δὲ τὸν μέγαν τοῦτον οὐρανόν» (όσα τρέφει η γη και όσα η θάλασσα και αυτά που είναι στον αέρα και τα θεία άστρα του ουρανού, αυτή τον ήλιο, αυτή τον μέγα τούτο ουρανό), κι η ίδια είναι που τον κόσμησε, αυτή είναι που τον οδηγεί στην κυκλική περιφορά που διέπεται από τάξη, όντως φύση διαφορετική από τα πράγματα τα οποία κοσμεί, κινεί και ζωοποιεί. Κατ’ ανάγκη , λοιπόν, είναι κάτι πολυτιμότερο από εκείνα, αφού η γένεση ή η φθορά εκείνων συμβαίνει όταν η ψυχή τα εγκαταλείπει ή τους χορηγεί τη ζωή, αλλά η ψυχή η ίδια υπάρχει για πάντα, διότι «μὴ ἀπολείπειν ἑαυτήν»

Το ποιος είναι ο τρόπος με τον οποίο χορηγεί την ζωή τόσο στο σύμπαν όσο και στα επί μέρους πράγματα ας το σκεφτεί ως εξής. Ας παρατηρήσει τη μεγάλη ψυχή, όντας η ίδια διαφορετική ψυχή, όχι μικρή, που κατέστη άξια της παρατήρησης επειδή ελευθερώθηκε από την απάτη και από ότι γοητεύει τις άλλες ψυχές και επειδή καταστάθηκε σε ησυχία. Και ήσυχο ας είναι όχι μόνο το περικείμενο σώμα της η τρικυμία του σώματος, αλλά και ολόκληρο το περιβάλλον της. Ήσυχη η γη, ήσυχη  θάλασσα και ο αήρ, και ο ίδιος ο ουρανός καλύτερος. Ας φανταστεί, μάλιστα, την ψυχή σταθερή σε αυτόν, σαν να εισρέει εντός του από παντού ερχόμενη από έξω και διαχεόμενη μέσα του, σαν από παντού να εισέρχεται και να λάμπει μέσα του. Όπως οι ακτίνες του ήλιου, φωτίζοντας ένα σκοτεινό σύννεφο, το κάνουν να λάμπει και τα δείχνουν χρυσό, έτσι και η ψυχή μπαίνει στο σώμα του ουρανού και του δίνει ζωή, αθανασία, και το ξυπνά από τον ύπνο του. Και ο ουρανός, κινούμενος με μιαν αΐδια κίνηση υπό την έμφρονα καθοδήγηση της ψυχής, γίνεται ένα ζωντανό πλάσμα που χαρακτηρίζεται από ευδαιμονία, και κατακτά την αξία του από ότι η ψυχή κατοικεί εντός του, καθώς, προτού η ψυχή εγκατασταθεί σε αυτόν, εκείνος ήταν σώμα νεκρό, γη και ύδωρ, ή μάλλον σκότος ύλης και μη-ον, «αυτό που μισούν οι θεοί – στυγέουσιν οἱ θεοι» όπως λέγει ο Όμηρος στην «Ιλιάδα, Y’,σ. 65». Θα μπορούσε μάλιστα να γίνει πι φανερή και πιο σαφής η δύναμη και η φύση της ψυχής, αν κάποιος στο σημείο αυτό αναλογιζόταν τον τρόπο με τον οποίο αυτή περιβάλλει τον ουρανό και τον κατευθύνει μέσω των δικών της βουλήσεων. 

Διότι η ψυχή έδωσε τον εαυτό της στο όλο μέγεθος του ουρανού, όσο είναι αυτό, ώστε κάθε διάσταση, μεγάλη ή μικρή, είναι έμψυχη, και το ένα σώμα κινείται εδώ και το άλλο αλλού, το ένα είναι έτσι και το άλλο αλλιώς, και μερικά είναι χωρισμένα με το να βρίσκονται σε αντίθετα μέρη του σύμπαντος και μερικά άλλα με άλλους τρόπους. Με την ψυχή όμως δεν συμβαίνει αυτό και δεν αληθεύει ότι με τον κατακερματισμό της δίνει ζωή, με ένα μέρος της για καθένα ξεχωριστό πράγμα, αλλά όλα τα πράγματα ζουν μέσω της σύνολης ψυχής, η οποία υπάρχει ολόκληρη παντού, εξομοιούμενη με τον γεννήτορα πατέρα τόσο κατά την ενότητα όσο και κατά την καθολικότητα. Χάρη στην δική της δύναμη ο ουρανός είναι κάτι ένα, μολονότι πολλαπλός και διαφορετικός από το ένα μέρος της στο άλλο, και μέσω αυτής της ψυχής ο Κόσμος τούτος είναι θεός. Θεός επίσης είναι και ο ήλιος, ως έμψυχος, και τα άλλα άστρα, αλλά και εμείς αν έχουμε κάποιο θείο στοιχείο, στον λόγο τούτο οφείλεται. Διότι «νέκυες γὰρ κοπρίων ἐκβλητότεροι – τα πτώματα έχουν μικρότερη αξία από την κοπριά» κατά τον στοχασμό του Ηράκλειτου. Αυτό όμως που για τους θεούς είναι η αιτία του να είναι οι θεοί πρέπει κατ’ ανάγκη να είναι μια θεότητα πρεσβύτερη από εκείνους. Αλλά και η δική μας ψυχή είναι ομοειδής, και, όταν την παρατηρείς ανεξάρτητη από ό,τι προσέρχεται σε αυτήν και την πάρεις αποκαθαρμένη, θα βρεις το ίδιο ακριβώς πολύτιμο πράγμα που ήταν η ψυχή, πολυτιμότερο από οτιδήποτε σωματικό. Άλλωστε, όσα τα σωματικά είναι γη. Αλλά, ακόμα κι αν ήταν πυρ, το στοιχείο τους που καίει θα τι θα ήταν ;; Ομοίως και όλα τα σύνθετα από αυτά πράγματα, ακόμα και αν τους προσθέσεις ύδωρ είτε και αήρ. Αν, όμως, πρέπει να επιζητούμε το σωματικό επειδή είναι έμψυχο, για ποιο λόγο να αδιαφορεί κανείς για τον εαυτό του.

Δεδομένου, λοιπόν, ότι η ψυχή είναι μια τόσο τίμια (πολύτιμη) και θεία οντότητα, να πιστεύεις πια πως χάρη στο ότι είναι κάτι τέτοιου είδους μπορεί να συναντήσεις τον Θεό, και με αυτό ως βάση σου να ανέβεις προς εκείνον. Σε κάθε περίπτωση δεν θα στοχεύσεις μακριά. Ούτε τα ενδιάμεσα στάδια είναι πολλά. Κράτησε λοιπόν αυτό που είναι θειότερο του θείου τούτου πράγματος, «τὸ ψυχῆς πρὸς τὸ ἄνω <γειτόνημα>», μετά από το οποίο και με προέλευση το οποίο έρχεται η ψυχή («μεθ᾽ ὃ καὶ ἀφ᾽ οὗ ἡ ψυχή»). Διότι, αν και πρόκειται για πράγμα τέτοιο όπως το έδειξε η ανάλυση μας, είναι κάποια εικόνα του ΝουΌπως ένας λόγος που προφέρεται είναι εικόνα του λόγου που βρίσκεται εντός της ψυχής, έτσι και η ίδια η ψυχή είναι ο λόγος του Νου, η σύνολη ενέργειά του και η ζωή που παρέχει προς τα έξω για τη δημιουργία μιας άλλης υπόστασης. Έτσι συμβαίνει με το πυρ : έχει την θερμότητα που παραμένει στην ίδια και τη θερμότητα που παρέχει. Πρέπει όμως να εννοήσουμε ότι εκεί η ενέργεια δεν εκρέει, αλλά, αφενός παραμένει σε αυτόν και, αφετέρου, υπάρχει ως κάτι διαφορετικό. Προερχόμενη, λοιπόν, από τον Νου, η ψυχή είναι νοητική, και ο νους έγκειται στους λογισμούς της, ενώ και η τελειότητά της πάλι προέρχεται από τον νου, σαν τον πατέρα που ανατρέφει το παιδί του το οποίο γέννησε και το οποίο σε σύγκριση με τον ίδιο τον πατέρα δεν είναι τέλειο. Η υπόσταση, λοιπόν, της ψυχής οφείλεται στον νου και η λογική της έκφραση αποβαίνει ενέργεια με το να βλέπει τον νουΠράγματι, όταν βλέπει στον νου, έχει ως εσωτερικά και οικεία στοιχεία της τις νοήσεις και τις ενέργειές της. Και μόνο τούτα πρέπει να ονομάζουμε ενέργεια της ψυχής, όσα δηλ. ενεργεί νοητώς και όσα προέρχονται από την οικεία της προσοχή

Οι κατώτερες ενέργειες της έχουν διαφορετική προέλευση και αποτελούν πάθη της κατώτερης ψυχής. Ο νους, λοιπόν, κάνει την ψυχή θεϊότερη, με το να είναι πατέρας της και με το να είναι παρών σε αυτήν.Διότι τίποτα δεν παρεμβάλλεται ανάμεσά τους εκτός από το ότι είναι διαφορετικά πράγματα : η ψυχή ως το επόμενο και το δεχόμενο, ο νους ως το είδος. Αλλά ακόμα και η ύλη του νου είναι καλή (ωραία), δεδομένου ότι είναι νοοειδής και είναι απλή. Ότι λογής πράγμα, όμως, είναι ο νους φαίνεται από το γεγονός ακριβώς ότι πρόκειται για κάτι ανώτερο από την ψυχή, η οποία είναι τόσο σπουδαία.

Αυτό θα μπορούσε να το δει κανείς και από τα παρακάτω. Αν κάποιος θαυμάζει τούτον τον αισθητό Κόσμο, βλέποντας το μέγεθός του, το κάλλος του, την τάξη της αΐδιας φοράς του και τους θεούς τους εντός αυτού – άλλους ορατούς και άλλους αόρατους – όπως και τους δαίμονες και όλα τα ζώα και τα φυτά, ας ανέβει επί το αρχέτυπο του και αληθινώτερο κι εκεί θα δει τα πάντα σε αυτό νοητά και αϊδια στην οικεία του αντίληψη και ζωή, βλέποντας τον «ἀκήρατον» νου προστάτη όλων τούτων, και την ασύλληπτη σοφία, «καὶ τὸν ὡς ἀληθῶς ἐπὶ Κρόνου βίον θεοῦ κόρου καὶ νοῦ ὄντος» (και τον αληθινό βίο του Κρόνου, του θεού που είναι “κόρος” και νους). Διότι περιέχει εντός του όλα τα αθάνατα πράγματα, κάθε νους, κάθε θεό, κάθε ψυχή, αεί ακίνητα. Γιατί λοιπόν να επιδιώκει τη μεταβολή, ενώ βρίσκεται σε καλή κατάσταση ; («Τί γὰρ ζητεῖ μεταβάλλειν εὖ ἔχων;») Που να μετακινηθεί, τη στιγμή που έχει τα πάντα ο ίδιος ;; Έτσι, τα πάντα σε αυτόν είναι τέλεια, ώστε η τελειότητα του να είναι καθολική, καθώς δεν έχει τίποτα που να μην είναι τέτοιο, καθώς δεν έχει τίποτα μέσα του που δεν νοεί. Και νοεί όχι επιζητώντας αλλά έχοντας

Η μακαριότητα του δεν είναι επίκτητη, αλλά τα πάντα είναι «ἐν αἰῶνι», και ο όντως αιώνας, τον οποίο μιμείται ο χρόνος, τρέχοντας γύρω από την ψυχή και άλλα πράγματα αφήνοντας και σε άλλα στρέφοντας την προσοχή του. Διότι γύρω από την ψυχή το ένα πράγμα έρχεται μετά το άλλο. Άλλοτε, δηλ., ο Σωκράτης, άλλοτε ένας ίππος, πάντοτε κάποιο από τα όντα. Ο Νους όμως είναι τα πάντα. Έχει, συνεπώς, τα πάντα ακίνητα στο ίδιο σημείο και «είναι μόνον» («<ἔστι μόνον>»), και το «ἔστιν» ἀεί», ενώ το μέλλον δεν υπάρχει πουθενά – διότι και τότε είναι – ούτε το παρελθόν – διότι τίποτα εκεί δεν παρήλθε -, αλλά όλα τα πράγματα παραμένουν σταθερά για πάντα, δεδομένου ότι είναι τα ίδια, ικανοποιημένα που βρίσκονται σε τέτοια κατάσταση. Καθένα τους, όμως, είναι νους και ον, και  το «σύμπαν πᾶς νοῦς καὶ πᾶν ὄν, ὁ μὲν νοῦς κατὰ τὸ νοεῖν ὑφιστὰς τὸ ὄν, τὸ δὲ ὂν τῷ νοεῖσθαι τῷ νῷ διδὸν τὸ νοεῖν καὶ τὸ εἶναι. Τοῦ δὲ νοεῖν αἴτιον ἄλλο, ὃ καὶ τῷ ὄντι· ἀμφοτέρων οὖν ἅμα αἴτιον ἄλλο» (και το σύμπαν είναι ο καθολικός νους και το καθολικό Ον : ο μεν νους υποστασιοποιεί το Ον με βάση τη νόησή του, ενώ το Ον, μέσω του ότι νοείται, δίνει στον Νου την νόηση και την ύπαρξη. Η αιτία νόησης, όμως, είναι άλλη, που είναι αιτία και της ύπαρξης)

Αμφοτέρων λοιπόν το αίτιο είναι συγχρόνως κάτι άλλο. Διότι ταυτόχρονα εκείνα και συνυπάρχουν και το ένα δεν εγκαταλείπει το άλλο, αντιθέτως το ένα τούτο είναι δυο πράγματα μαζί, Νους και Ον και νοούμενο, ο Νους κατά το νοείν (ως διαδικασία της νόησης) και το Ον κατά το νοούμενο (ως το αντικείμενο της νόησης). Διότι δεν θα μπορούσε να υπάρχει νόηση, αν δεν υπάρχει ετερότητα και μαζί ταυτότητα. τα πρωταρχικά, λοιπόν, είναι ο Νους, «το Ον, η ετερότητα και η ταυτότητα». πρέπει να περιλάβουμε επίσης «την κίνηση και την στάση». Την κίνηση εφόσον υπάρχει νόηση, την στάση για να ισχύει το ίδιο. Την ετερότητα, για να υπάρχει και υποκείμενο και αντικείμενο της νόησης. Σε αντίθεση περίπτωση, αν αφαιρέσεις την ετερότητα, θα γίνει ένα και θα σιωπήσει. Αλλά και στα αντικείμενα της νόησης πρέπει να υπάρχει αμοιβαίως ετερότητας. Το ένα όμως πρέπει να χαρακτηρίζεται από ταυτότητα, επειδή είναι ένα σε σχέση προς τον εαυτό του, και κάποια κοινή ενότητα υπάρχει σε όλα. Και η διαφορά είναι ετερότητα. Τα παραπάνω, γινόμενα πλείονα, δημιουργούν τον αριθμό και το ποσόν. Και η ιδιαιτερότητα καθενός εξ αυτών δημιουργεί την ποιότητα – εκ των οποίων, ως άρχων, προέρχονται τα άλλα πράγματα.

Τούτος, λοιπόν, ο θεός που επιστατεί της ψυχής, είναι πολλαπλός («Πολὺς οὖν οὗτος ὁ θεὸς ἐπὶ τῇ ψυχῇ»). Και η ψυχή έχει την ιδιότητα να βρίσκεται ανάμεσα στα νοητά συνδεμένη μαζί τους, εφόσον «εἰ <μὴ ἀποστατεῖν> ἐθέλοι». Όταν, λοιπόν, τον πλησιάζει και, τρόπο τινά, γίνεται ένα με αυτόν, ζει αεί («Πελάσασα οὖν αὐτῷ καὶ οἷον ἓν γενομένη ζῇ ἀεί»)Ποιος γέννησε, συνεπώς, τον θεό τούτο ;; ο απλός θεός, ο πρότερος τοιούτου πλήθους, ο αίτιος τόσο του Eίναι (όντως ύπαρξη) όσο και της πολλαπλότητας τούτου, ο δημιουργός του αριθμού. Διότι ο αριθμός δεν είναι πρωταρχικός. Πράγματι, το ένα είναι πρότερο της δυάδας και η δυάδα είναι δεύτερη και, καταγόμενη από το ένα, ορίζεται από εκείνο, εκείνη όμως καθαυτή είναι αόριστη. Όταν όμως οριστεί, γίνεται πια αριθμός. Αριθμός βέβαια, ως ουσία. Αριθμός ωστόσο είναι και η ψυχή. Διότι οι όγκοι και τα μεγέθη δεν είναι πρωταρχικά. Αυτά τα παχιά πράγματα έρχονται ύστερα και η αίσθηση τα σκέφτεται ως όντα. Ούτε και στα σπέρματα το υγρό είναι πολύτιμο αλλά αυτό που δεν φαίνεται, δηλαδή ο αριθμός και ο λόγος («Οὐδὲ ἐν σπέρμασι δὲ τὸ ὑγρὸν τὸ τίμιον, ἀλλὰ τὸ μὴ ὁρώμενον· τοῦτο δὲ ἀριθμὸς καὶ λόγος»). Ο λεγόμενος, λοιπόν, εκεί αριθμός και η δυάδα είναι λόγοι και νους. Αλλά η δυάδα είναι αόριστη όταν τη συλλαμβάνουμε μέσω, θα λέγαμε, του υποκειμένου, κάθε αριθμός, όμως, που προέρχεται από αυτήν και από το ένα, είναι είδος, σαν ο νους να μορφώθηκε από τα είδη που ήρθαν εντός του. Μορφοποιείται βέβαια διαφορετικά από το ένα και διαφορετικά από τον εαυτό του, όπως η κατ’ ενέργεια όραση. Διότι η νόηση είναι η όραση που ορά, και αμφότερα είναι ένα.

Πως και ποιόν, λοιπόν, βλέπει και πως συνολικά έλαβε υπόσταση και δημιουργήθηκε από εκείνο, για να μπορεί και να βλέπει ; Διότι τώρα η ψυχή κατέχει την ανάγκη της ύπαρξης αυτών των πραγμάτων, ποθεί όμως να καταπιαστεί με εκείνο το θρυλλούμενο ανάμεσα και στους παλαιούς σοφούς ζήτημα, πως δηλ. από το ένα – εφόσον είναι τέτοιου είδους όπως το λέμε – έλαβε υπόσταση οτιδήποτε άλλο, είτε πλήθος είτε δυάδα είτε αριθμός, και πως εκείνο δεν παρέμεινε αφ’ εαυτού, αλλά από το ένα πήγασε τόσο μεγάλο πλήθος, αυτό που μπορούμε να δούμε στα όντα, θεωρούμε όμως σωστό να το ανάγουμε στο ένα. Ας μιλήσουμε, λοιπόν, για αυτό έτσι, επικαλούμενοι τον ίδιο τον Θεό, όχι με λόγια που θα πούμε αλλά εκτείνοντας μέσω της ψυχής μας τον εαυτό μας σε προσευχή προς εκείνον – ικανοί κατά αυτόν τον τρόπο να προσευχηθούμε μόνοι προς μόνον. Ο θεατής, συνεπώς, καθώς ο θεός υπάρχει αφ’ εαυτού σαν μέσα σε ναό, παραμένοντας ήσυχος επέκεινα των πραγμάτων, πρέπει να θεάται αυτά που είναι αγάλματα τα οποία στέκονται πια έξω από τον νου, και ιδίως το άγαλμα που εμφανίζεται πρώτο και το οποίο κινείται. Δεδομένου ότι για το Ένα δεν υπάρχει κάτι τέτοιο, δεν πρέπει να κρίνουμε ότι αυτό κινείται, αλλά ότι, αν κάτι δημιουργείται μετά από αυτό κινείται, αλλά ότι, αν κάτι δημιουργείται μετά από αυτό, τούτο συμβαίνει κατά ανάγκη ενόσω το Ένα παραμένει στραμμένο προς τον εαυτό του. 

Όταν ο λόγος μας αναφέρεται στα αεί όντα, πρέπει να απομακρύνουμε την σκέψη σχετικά με την εν χρόνω γένεση. Συνδέοντας με τον λόγο την γένεση με αυτά τα όντα, θα τους αποδώσουμε αιτία και τάξη. Πρέπει να πούμε ότι αυτό που λαμβάνει γένεση καταγόμενο από το ένα το κάνει χωρίς το Ένα να κινείται. Πράγματι, εάν κάτι λαμβάνει γένεση μετά από την κίνηση του Ενός, θα ήταν τρίτο κατά σειρά από το Ένα, εφόσον θα έρχονταν μετά την κίνηση, και όχι δεύτερο. Αν υπάρχει, λοιπόν, κάτι δεύτερο μετά το Ένα, πρέπει να υπάρχει με την ακινησία του Ενός χωρίς καμία κλίση του ή εκδήλωση της βούλησης του και χωρίς καθόλου να κινηθεί. Τότε, πως συμβαίνει η γένεση του και τι πρέπει να σκεφτεί κατά την παραμονή του περί το Ένα ;; Πρέπει να είναι μια έκλαμψη που προέρχεται από αυτό, ενώ το ίδιο παραμένει αμετάβλητο, σαν το λαμπρό φως του ήλιου το οποίο, λέγαμε, τρέχει ολόγυρα του, γεννώμενος διαρκώς από αυτόν ο οποίος παραμένει αμετάβλητος. Και όλα τα όντα, όσο εξακολουθούν να υπάρχουν, από τη δική τους ουσία και σε συνδυασμό προς την παρούσα δύναμη τους κατ’ ανάγκη παράγουν μια υπόσταση που τα περιβάλλει και που κατευθύνεται προς τα έξω, κάτι που μοιάζει με εικόνα των αρχετύπων από τα οποία παρήχθη. Το πυρ παράγει θερμότητα η οποία παράγεται από αυτό. Και το χιόνι μόνο του μέσα του το ψυχρό. Αυτό το δείχνουν ιδίως όλα τα εύοσμα πράγματα. Όσο υπάρχουν, κάτι αναδίδεται από αυτά ολόγυρά τους, κι όποιος βρίσκεται κοντά τους απολαμβάνει την ύπαρξή τους. Όλα τα πράγματα, όταν φτάνουν στην τελειότητά τους, γεννούν. Το Ένα κατέχει αιώνια τελειότητα και συνεπώς γεννά αιώνια. Κι αυτό που γεννά είναι κατώτερο από τον εαυτό του. Τι πρέπει να πούμε λοιπόν, για τον κατ’ εξοχήν τέλειο ; 

Τίποτα δεν μπορεί να γεννηθεί από αυτόν παρά μόνο τα μέγιστα μετά από τον ίδιο πράγματα. Το μέγιστο και δεύτερο μετά από αυτόν είναι ο Νους. Πράγματι, ο νους τον ορά και χρειάζεται μόνον αυτόν. Εκείνος όμως δεν χρειάζεται καθόλου τον νου και αυτόν που γεννιέται από κάτι ανώτερο του νου είναι νους, και ο νους υπερέχει όλων των πραγμάτων, διότι τα άλλα πράγματα έρχονται μετά από αυτόν. Όπως η ψυχή είναι ο λόγος είναι κάποιας μορφής ενέργεια του νου, έτσι ακριβώς ο νους είναι ο λόγος του Ενός. Αλλά ο λόγος της ψυχής είναι αμυδρός – είδωλο καθώς είναι του νου -, για αυτό και πρέπει να ορά προς εκείνον, για να είναι νους. Και τον ορά, όχι χωρισμένος από αυτόν, αλλά διότι έρχεται μετά από αυτόν και δεν υπάρχει τίποτα ανάμεσα ψυχής και νου. Το καθετί επιθυμεί τον γεννήτορά του και τον αγαπά, ιδίως όταν γεννήτορας και τέκνο είναι μόνοι τους. Όταν όμως ο γεννήτορας είναι το άριστο ΟΝ, το τέκνο συνυπάρχει αναγκαστικά με αυτόν, δεδομένου ότι χωρίζεται από αυτόν μόνον κατά την ετερότητα.

Λέμε όμως ότι ο νους είναι εικόνα εκείνου. Διότι πρέπει να μιλήσουμε σαφέστερα. Πρώτα, λοιπόν, χρειάζεται να πούμε ότι αυτό που λαμβάνει γένεση πρέπει να είναι κατά κάποιον τρόπο εκείνο το Ένα, να διατηρεί πολλά στοιχεία του και να εκφράζει ομοιότητα προς αυτό, όπως συμβαίνει με το φως και τον ήλιο. Αλλά το Ένα δεν είναι νους. Πώς τότε γεννά τον νου ; Επειδή ορά επιστρέφοντας προς τον εαυτό του – αυτή η όραση είναι ο νους. Διότι αυτό που καταλαμβάνει κάτι άλλο είναι η αίσθηση ή ο νους. Η αίσθηση είναι μια γραμμή και τα λοιπά. Αλλά ο κύκλος είναι τέτοιου είδους ώστε να μπορεί να μοιραστεί. Με τούτο όμως δεν συμβαίνει έτσι. Και εδώ υπάρχει το Ένα, αλλά το Ένα είναι η δύναμη όλων των πραγμάτων. Τα πράγματα, λοιπόν, των οποίων είναι δύναμη, τα παρατηρεί η νόηση σαν, θα λέγαμε, να αποχωρίζεται από τη δύναμη. Αλλιώς δεν θα ήταν νους. Άλλωστε και ο νους διαθέτει από μόνος του ένα είδος συναίσθησης της δύναμης, ότι μπορεί δηλ. να γεννά ουσία. Ο νους, βέβαια, καθαυτόν ορίζει την ύπαρξη του όσο αφορά τον ίδιο μέσω της δύναμης η οποία προέρχεται από το Ένα, και επειδή η ουσία του μοιάζει με ένα κάποιο μέρος εξ όσων ανήκουν στο Ένα και προέρχεται από το Ένα, εν δυναμώνεται από το Ένα και τελειώνεται στην ουσία του δια του Ενός. 

Ο νους όμως βλέπει προς αυτό, σαν κάτι διαιρετό που προήλθε από αδιαίρετο, ότι από εκεί, προέρχονται και η ζωή και η νόηση και τα πάντα, διότι το Ένα δεν είναι κάτι από τα πάντα. Αυτός, δηλαδή, είναι ο τρόπος με τον οποίο τα πάντα προέρχονται από εκείνον, διότι εκείνος δεν κατέχεται από καμία μορφοποίηση. Εκείνος είναι τα Ένα μόνο. Και αυτός θα μπορούσε να είναι τα πάντα ανάμεσα στα όντα. Για τούτο εκείνος δεν είναι κανένα από τα πράγματα στον νου, αλλά τα πάντα προέρχονται εξ αυτού. Για τον λόγο αυτό και είναι ουσίες. Διότι είναι ήδη ορισμένο και το καθένα τους έχει κάτι σαν σχήμα. Το ΟΝ, όμως, δεν πρέπει να αιωρείται, τρόπος του λέγειν, μέσα στην αοριστία, αλλά πρέπει να παγιώνεται από όρια και σταθερή θέση. Στον νοητό Κόσμο, τώρα, σταθερή θέση σημαίνει ορισμός και σχήμα, πράγματα από τα οποία λαμβάνει την υπόστασή του. Ο νους τούτος ανήκει «σε αυτή την γενιά», η οποία είναι άξια του καθαρότατου νου, που δεν εκπηγάζει από αλλού παρά μόνο από την πρώτη αρχή, και αφότου δημιουργηθεί γεννά όλα τα πράγματα μαζί του, όλο το κάλλος των Ιδεών και όλους τους νοητούς Θεούς. Γεμάτος από αυτά που γέννησε, είναι σαν να τα κατάπιε πάλι αφού τα κρατάει σε αυτόν και ούτε ξεπέφτουν στην ύλη ούτε πάνε για να ανατραφούν κοντά στην Ρέα, όπως τα μυστήρια και οι μύθοι σχετικά με τους θεούς λένε υπαινικτικά ότι ο Κρόνος, ο σοφότατος θεός, προτού γεννηθεί ο Δίας ξαναπήρε για να έχε μέσα του τα παιδιά που γέννησε, και κατά αυτόν τον τρόπο είναι πλήρης και νους σε κορεσμό. Μετά από αυτά, λένε, γέννησε τον Δία, που είναι πια κόρος. Διότι ο νους γεννά την ψυχή, όντας τέλειος νους. 

Αφού, άλλωστε, ήταν τέλειος, έπρεπε να γεννά και να μη μένει άγονη τόσο μεγάλη δύναμη. Το τέκνο του, όμως, δεν ήταν δυνατόν να είναι ανώτερο από εκείνον- ούτε κι εδώ συμβαίνει αυτό – αλλά έπρεπε να είναι μια κατώτερη εικόνα του και κατά τον ίδιο τρόπο αόριστη – που οριζόμενη, όμως, από τον γεννήτορά της λαμβάνει μορφή. Και το γέννημα του νου είναι μια λογική αρχή και υπόσταση, αυτό το οποίο διανοείται. Πρόκειται για αυτό που κινείται περί του νου, είναι φως και ίχνος του νου εξαρτημένο από εκείνον, ενωμένο μαζί κατά το ένα μέρος και έτσι πλήρες αυτού, απολαύοντας αυτόν, μετέχοντας σε αυτόν και σκεπτόμενο, ενώ κατά το άλλο μέρος εφαπτόμενο με τα πράγματα που έρχονται μετά από αυτό, ή μάλλον γεννώντας κι αυτό εκείνα που αναγκαστικά πρέπει να είναι κατώτερα της ψυχής. Για αυτά θα μιλήσουμε αργότερα. Μέχρι εδώ, λοιπόν, φτάνουν τα θεία.

Για τούτο και ο Πλάτων λέει ότι είναι τριπλά “άπαντα τα σχετικά με τον βασιλιά των πάντων” – εννοεί βέβαια τα πρωταρχικά – “και τα δεύτερα σχετικά με τον δεύτερο και το τρίτα με το τρίτο”. Λέει επίσης ότι υπάρχει «πατέρας του αίτιου» και με το αίτιο εννοεί τον Νου. Διότι γι’ αυτόν δημιουργός είναι ο νους. Τούτος, λέει ο Πλάτων, δημιουργεί την ψυχή στον γνωστό κρατήρα. Πατέρα του νου, που είναι το αίτιο, ονομάζει το αγαθό και αυτό που βρίσκεται επέκεινα του νοός και “επέκεινα της ουσίας”. Σε πολλά σημεία επίσης ονομάζει το ΟΝ και τον Νου Ιδέα. Ώστε ο Πλάτων γνώριζε ότι ο νους προέρχεται από το αγαθό και η ψυχή από τον νου. Τα λόγια μας τούτα, συνεπώς, δεν είναι καινούρια ούτε ανήκουν στο σήμερα, αλλά ειπώθηκαν στον παρελθόν, όχι εν εκτάσει, ενώ αυτά που λέμε τώρα αποτελούν ερμηνεία εκείνων, επικαλούμενα τα κείμενα του Πλάτωνα ως επιβεβαίωση του ότι είναι οι απόψεις αυτές αρχαίες. Ο Παρμενίδης επίσης, πιο παλιά, διατύπωσε μια ανάλογη γνώμη, καθόσον ταύτισε ΟΝ και ΝΟΥ χωρίς να το τοποθετήσει το ΟΝ μεταξύ των αισθητών πραγμάτων, λέγοντας “το νοείν και το Είναι ένα και το αυτό είναι” (<τὸ γὰρ αὐτὸ νοεῖν ἐστί τε καὶ εἶναι>). Και λέει ότι το ΟΝ τούτο είναι “ακίνητο” – μολονότι του προσθέτει τη νόηση – αφαιρώντας του κάθε σωματική κίνηση, για να παραμένει αμετάβλητο, και το παρομοίασε με “τον όγκο της σφαίρας”, διότι η νόηση δεν του είναι κάτω εξωτερικό, αλλά βρίσκεται στον ίδιο τον εαυτό του. Όταν, όμως, στα συγγράμματα  του λέει ότι ήταν ένα, επικρίθηκε διότι το ένα τούτο βρέθηκε να είναι πολλά. Ο πλατωνικός “Παρμενίδης”, ωστόσο, μιλάει με περισσότερη ακρίβεια, διακρίνοντας μεταξύ τους το πρώτο Ένα, που είναι το «κυριώτερον ἕν, καὶ δεύτερον <ἓν πολλὰ> λέγων, καὶ τρίτον <ἓν καὶ πολλά>». Και κατ’ αυτόν τον τρόπο είναι κι αυτός σύμφωνος με την θεωρία των τριών φύσεων.

Ο Αναξαγόρας, εξάλλου, όταν λέει ότι ο νους είναι καθαρός και αμιγής, θέτει και αυτός ότι η πρώτη αρχή είναι απλή και ότι το Ένα είναι χωριστό, λόγω της αρχαιότητάς του όμως δεν έδωσε ακριβή εξήγηση. Και ο Ηράκλειτος γνωρίζει ότι το Ένα είναι αϊδιο και νοητό, διότι τα σώματα τελούν σε διαρκή διαδικασία γένεσης και ροής. Κατά τον Εμπεδοκλή, τώρα, το μεν ”νείκος” διαιρεί η δε “φιλία” είναι το ένα – κι αυτός επίσης ασώματο το θεωρεί -, ενώ τα στοιχεία λειτουργούν ως ύλη. Αργότερα, ο Αριστοτέλης κάνει χωριστή  την πρώτη αρχή και νοητή, αλλά, όταν λέει ότι “νοεί η ίδια τον εαυτό της”, δεν την κάνει πάλη πρώτη. Δημιουργώντας μάλιστα πολλά αλλά νοητά όντα με διαφορετικό τρόπο από ότι ο Πλάτων, προχωρώντας σε ένα εύλογο συλλογισμό που δεν έχει στο στοιχείο της ανάγκης. Θα μπορούσε, ωστόσο, να εξετάσει κάποιος αν είναι καν εύλογος. Διότι περισσότερο εύλογο θα ήταν όλες οι σφαίρες, συμβάλλοντας σε μια και ενιαία διάταξη, να αποβλέπουν σε μια αρχή, την πρώτη. Επίσης, θα μπορούσε κάποιος να ερευνήσει αν, κατά Αριστοτέλη, τα πολλά νοητά προέρχονται από ένα, το πρώτο, ή αν στον νοητό Κόσμο υπάρχουν πολλές πρώτες αρχές. Και αν προέρχονται από ένα, θα υπάρχει προφανώς αναλογία με τις ουράνιες σφαίρες στον αισθητό Κόσμο, όπου η καθεμία περιέχει την άλλη και μια, η εξωτερική, επικρατεί. Ώστε και εκεί το πρώτο περιέχει τα άλλα και θα είναι Κόσμος νοητός. 

Και όπως εδώ οι σφαίρες δεν είναι κενές, αλλά η πρώτη είναι μεστή άστρων ενώ και οι άλλες περιέχουν άστρα, έτσι και εκεί οι κινούσες αρχές περιέχουν πολλά όντα, και τα όντα στον Κόσμο εκείνο θα αληθέστερα. Αν όμως το καθένα τους είναι αρχή, οι αρχές διέπονται από το τυχαίο. Και για πιο λόγο θα συνυπάρχουν και θα εκδηλώνουν τη συμφωνία τους για ένα έργο, την αρμονία του σύμπαντος ουρανού; Πως όμως τα αισθητά όντα στον ουρανό είναι ίσα με κινούντα και νοητά ; Πως εξάλλου τα νοητά μπορούν να είναι πολλά, όντας κατά αυτό τον τρόπο ασώματα και χωρίς να τα διαιρεί η ύλη ; Συνεπώς, από τους αρχαίους φιλοσόφους αυτοί που συντάσσονται με τον Πυθαγόρα και τους οπαδούς του και με τον Φερεκύδη βρέθηκαν κοντά προς αυτή τη φύση. Μερικοί από αυτούς πάντως επεξεργάστηκαν το ζήτημα στα ίδια τα κείμενά τους, άλλοι όμως δεν το έκαναν στα γραπτά τους αλλά στις άγραφες ομαδικές συζητήσεις τους ή δεν καταπιάστηκαν με το θέμα.

Το ότι, λοιπόν, πρέπει να νομίζουμε πως έτσι έχουν τα πράγματα, πως το Ένα είναι επέκεινα του Όντος, τέτοιο που ήθελε να το αποδείξει η ανάλυσή μας, όσο μπορεί να υπάρχει απόδειξη για αυτά τα ζητήματα, και πως αμέσως μετά έρχονται τον ΟΝ και ο Νους και στην τρίτη θέση η φύση της Ψυχής, έχει ήδη αποδειχτεί. Και όπως στην Φύση υπάρχουν αυτά τα τρία, στα οποία αναφερθήκαμε, έτσι πρέπει να θεωρήσουμε ότι αυτά υπάρχουν και σε εμάς. Δεν εννοώ ως αισθητά – τα τρία εκείνα, άλλωστε είναι χωριστά – αλλά ως πράγματα έξω της σφαίρας των αισθητών, και το “έξω” χρησιμοποιείται με την ίδια σημασία όπως στο ότι εκείνα τα όντα βρίσκονται έξω του σύμπαντος ουρανού. Έτσι συμβαίνει και με τον άνθρωπο, καθώς αναφέρεται ο Πλάτων (Πολιτεία 587a) στον “έσω άνθρωπο”. Και η δική μας ψυχή, λοιπόν, είναι κάτι θείο και διαφορετικής φύσεως, όποιου ακριβώς είδους και η σύνολη φύση της ψυχής. Και τέλεια είναι η ψυχή που έχει νου. Ένας νους είναι αυτός που λογίζεται και άλλος αυτός που δίνει τη δυνατότητα του λογισμού. Το λογιζόμενο τούτο μέρος της ψυχής, λοιπόν, που δεν έχει ανάγκη κανενός σωματικού οργάνου για να λογίζεται, αλλά διατηρεί την ενέργεια του καθαρή για να μπορεί να λογίζεται με καθαρότητα, αν κάποιος το τοποθετούσε στην περιοχή του πρώτου νοητού, με τη σκέψη ότι πρόκειται για κάτι χωριστό και όχι αναμεμειγμένο με τα σώματα, δεν θα έκανε λάθος. Διότι δεν πρέπει να αναζητούμε τόπο όπου θα το εγκαταστήσουμε, αλλά το κάνουμε να υπάρχει έξω από κάθε τόπο. Πράγματι, έτσι είναι το καθαυτό, το έξω και άυλο, όταν είναι μόνο του και δεν έχει τίποτα από την φύση του σώματος. 

Για τούτου και λέει επίσης, προκειμένου για το σύμπαν, ότι ο δημιουργός τοποθέτησε γύρω από αυτό την ψυχή “απ’ έξω”, δηλώνοντας το μέρος της ψυχής που παραμένει στην περιοχή του νοητού. Και προκειμένου για εμάς λέει επικρύπτων ότι η ψυχή βρίσκεται «στην κορυφή της κεφαλής». Και η προτροπή του για τον αποχωρισμό δεν έχει τοπικό χαρακτήρα – διότι το ανώτερο τούτο μέρος της ψυχής είναι από την φύση του κεχωρισμένο – αλλά συνδέεται με τη νεύση και με τις φαντασίες και με την αλλοτριότητά μαςαπο το σώμα, αν μπορούσε κανείς με κάποιο τρόπο να κάνει αναγωγή και του εναπομένοντος είδους και να συμπεριλάβει στην μετακίνησή μας προς τα επάνω και το μέρος τη ψυχής που είναι εγκατεστημένο εδώ, που μόνο αυτό είναι ο δημιουργός και πλαστουργός του σώματος, το οποίο αποτελεί και το αντικείμενο της ενασχόλησής του.

Καθώς, λοιπόν, υπάρχει η ψυχή, η οποία λογίζεται σχετικά με τα δίκαια και το κάλλος, και ο λογισμός, ο οποίος ερευνά για το αν τούτο είναι δίκαιο και εκείνο ωραίο, αναγκαστικά πρέπει να υπάρχει και κάποιο σταθερό δίκαιο, από το οποίο προέρχεται και ο λογισμός στην περιοχή της ψυχής. Αλλιώς πως θα μπορούσε να λογιστεί ; Και αν η ψυχή άλλοτε λογίζεται σχετικά με αυτά και άλλοτε όχι, πρέπει να βρίσκεται μέσα μας ο μη λογιζόμενος αλλά πάντοτε κατέχων το δίκαιο νους, και πρέπει να βρίσκεται και του νου η αρχή, αιτία και θεός – δεν είναι διαιρετός, αλλά παραμένει, και δεν παραμένει σε τόπο – ο οποίος γίνεται θεατός σε πολλά, σε καθένα από τα ικανά να τον δέχονται ως άλλο τους εαυτό, όπως ακριβώς και το κέντρο ενός κύκλου υπάρχει καθαυτό, αλλά καθεμία από τις ακτίνες του κύκλου έχει ένα σημείο στο κέντρο τούτο και οι γραμμές δίνουν σε αυτό την ιδιαιτερότητα τους. Μέσω κάποιου ανάλογου μέσα μας βρισκόμαστε σε επαφή με τον Θεό, συνυπάρχουμε και εξαρτιόμαστε από αυτόν. Και όσοι κλίνουμε προς αυτόν είμαστε εγκατεστημένοι εντός του.

Πως λοιπόν, τη στιγμή που κατέχουμε τόσο σπουδαία πράγματα, δεν καταπιανόμαστε με αυτά αλλά μένουμε, ως επί τα πολλά, άπραγοι στις τέτοιου είδους ενέργειες, και μερικοί μάλιστα δεν ενεργούν καθόλου ;; Εκείνοι ασχολούνται διαρκώς με τις δικές τους ενέργειες, ο νους και το προ του νου πάντοτε αφ’ εαυτού, και η ψυχή – το “αεικίνητο” – κατ’ αυτόν τον τρόπο. Διότι δεν αληθεύει πως οτιδήποτε βρίσκεται στην ψυχή είναι αμέσως αισθητό, αλλά έρχεται σε εμάς όταν φτάνει στην αίσθηση. Όταν όμως καθένα ενεργητικό στοιχείο δεν μεταδίδει τη δραστηριότητα του στο αισθητηριακό, η δραστηριότητα αυτή δεν έχει διαπεράσει ολόκληρη την ψυχή. Δεν ερχόμαστε λοιπόν σε γνώση του ακόμα, καθώς συνοδευόμαστε από το αισθητηριακό μέρος και δεν είμαστε μέρος της ψυχής αλλά ολόκληρη η ψυχή. Επί πλέον, καθένα από τα μέρη της ψυχής, ως αιωνίως ζωντανό, επιδίδεται πάντοτε αφ’ εαυτού στις δικές του δραστηριότητες. Όσο για την γνώμη του, αυτή έρχεται όταν συμβεί η μεταβίβαση προς το αισθητηριακό σημείο και η αντίληψη. Πρέπει, λοιπόν, αν πρόκειται να υπάρξει αντίληψη των κατ’ αυτό τον τρόπο παρόντων στοιχείων, να στρέψουμε προς τα έσω την αντιληπτική μας δύναμη και να την κάνουμε να δώσει της προσοχή της εκεί. Όπως, όταν κάποιος περιμένει να ακούσει τη φωνή που θέλει να ακούσει, απομακρύνεται από τους άλλους ήχους, εκτείνοντας την ακοή του προς εκείνο που, όταν πλησιάσει, είναι το κάλλιστο άκουσμα, έτσι κι εδώ πρέπει να αφήσουμε τα αισθητά ακούσματα, παρεκτός στον βαθμό που είναι αναγκαίο να τα ακούσουμε, και να διατηρήσουμε την αντιληπτική δύναμη της ψυχής καθαρή και έτοιμη να ακούσει τους άνω φθόγκους.»

Πηγή : από την 5η Εννεάδα του Πλωτίνου (Κεφάλαιο 1ον : «Περί των τριών πρώτων υποστάσεων, 5.1.1.1 – 5.1.12.20).

       Enneades 5.1.1.1 ` to     Enneades 5.1.12.20
1. Τί ποτε ἄρα ἐστὶ τὸ πεποιηκὸς τὰς ψυχὰς πατρὸς θεοῦ ἐπιλαθέσθαι, καὶ μοίρας ἐκεῖθεν οὔσας καὶ ὅλως ἐκείνου ἀγνοῆσαι καὶ ἑαυτὰς καὶ ἐκεῖνον; Ἀρχὴ μὲν οὖν αὐταῖς τοῦ κακοῦ ἡ τόλμα καὶ ἡ γένεσις καὶ ἡ πρώτη ἑτερότης καὶ τὸ βουληθῆναι δὲ ἑαυτῶν εἶναι. Τῷ δὴ αὐτεξουσίῳ ἐπειδήπερ ἐφάνησαν ἡσθεῖσαι, πολλῷ τῷ κινεῖσθαι παρ᾽ αὐτῶν κεχρημέναι, τὴν ἐναντίαν δραμοῦσαι καὶ πλείστην ἀπόστασιν πεποιημέναι, ἠγνόησαν καὶ ἑαυτὰς ἐκεῖθεν εἶναι· ὥσπερ παῖδες εὐθὺς ἀποσπασθέντες ἀπὸ πατέρων καὶ πολὺν χρόνον πόρρω τραφέντες ἀγνοοῦσι καὶ ἑαυτοὺς καὶ πατέρας. Οὔτ᾽ οὖν ἔτι ἐκεῖνον οὔτε ἑαυτὰς ὁρῶσαι, ἀτιμάσασαι ἑαυτὰς ἀγνοίᾳ τοῦ γένους, τιμήσασαι τἆλλα καὶ πάντα μᾶλλον ἢ ἑαυτὰς θαυμάσασαι καὶ πρὸς αὐτὰ ἐκπλαγεῖσαι   καὶ ἀγασθεῖσαι καὶ ἐξηρτημέναι τούτων, ἀπέρρηξαν ὡς οἷόν τε ἑαυτὰς ὧν ἀπεστράφησαν ἀτιμάσασαι· ὥστε συμβαίνει τῆς παντελοῦς ἀγνοίας ἐκείνου ἡ τῶνδε τιμὴ καὶ ἡ ἑαυτῶν ἀτιμία εἶναι αἰτία. 

Ἅμα γὰρ διώκεται ἄλλο καὶ θαυμάζεται, καὶ τὸ θαυμάζον καὶ διῶκον ὁμολογεῖ χεῖρον εἶναι· χεῖρον δὲ αὐτὸ τιθέμενον γιγνομένων καὶ ἀπολλυμένων ἀτιμότατόν τε καὶ θνητότατον πάντων ὧν τιμᾷ ὑπολαμβάνον οὔτε θεοῦ φύσιν οὔτε δύναμιν ἄν ποτε ἐν θυμῷ βάλοιτο. Διὸ δεῖ διττὸν γίγνεσθαι τὸν λόγον πρὸς τοὺς οὕτω διακειμένους, εἴπερ τις ἐπιστρέψει αὐτοὺς εἰς τὰ ἐναντία καὶ τὰ πρῶτα καὶ ἀνάγοι μέχρι τοῦ ἀκροτάτου καὶ ἑνὸς καὶ πρώτου. Τίς οὖν ἑκάτερος; Ὁ μὲν δεικνὺς τὴν ἀτιμίαν τῶν νῦν ψυχῇ τιμωμένων, ὃν ἐν ἄλλοις δίιμεν ἐπιπλέον, ὁ δὲ διδάσκων καὶ ἀναμιμνήσκων τὴν ψυχὴν οἷον τοῦ γένους καὶ τῆς ἀξίας, ὃς πρότερός ἐστιν ἐκείνου καὶ σαφηνισθεὶς κἀκεῖνον δηλώσει. Περὶ οὗ νῦν λεκτέον· ἐγγὺς γὰρ οὗτος τοῦ ζητουμένου καὶ πρὸ ἔργου πρὸς ἐκεῖνον. Τὸ γὰρ ζητοῦν ἐστι ψυχή, καὶ τί ὂν ζητεῖ γνωστέον αὐτῇ, ἵνα αὑτὴν πρότερον μάθῃ, εἰ δύναμιν ἔχει τοῦ τὰ τοιαῦτα ζητεῖν, καὶ εἰ ὄμμα τοιοῦτον ἔχει, οἷον ἰδεῖν, καὶ εἰ προσήκει ζητεῖν. Εἰ μὲν γὰρ ἀλλότρια, τί δεῖ; Εἰ δὲ συγγενῆ, καὶ προσήκει καὶ δύναται εὑρεῖν.

2. Ἐνθυμείσθω τοίνυν πρῶτον ἐκεῖνο πᾶσα ψυχή, ὡς   αὐτὴ μὲν ζῷα ἐποίησε πάντα ἐμπνεύσασα αὐτοῖς ζωήν, ἅ τε γῆ τρέφει ἅ τε θάλασσα ἅ τε ἐν ἀέρι ἅ τε ἐν οὐρανῷ ἄστρα θεῖα, αὐτὴ δὲ ἥλιον, αὐτὴ δὲ τὸν μέγαν τοῦτον οὐρανόν, καὶ αὐτὴ ἐκόσμησεν, αὐτὴ δὲ ἐν τάξει περιάγει φύσις οὖσα ἑτέρα ὧν κοσμεῖ καὶ ὧν κινεῖ καὶ ἃ ζῆν ποιεῖ· καὶ τούτων ἀνάγκη εἶναι τιμιωτέραν, γιγνομένων τούτων καὶ φθειρομένων, ὅταν αὐτὰ ψυχὴ ἀπολείπῃ ἢ χορηγῇ τὸ ζῆν, αὐτὴ δὲ οὖσα ἀεὶ τῷ <μὴ ἀπολείπειν ἑαυτήν>. Τίς δὴ τρόπος τῆς χορηγίας τοῦ ζῆν ἔν τε τῷ σύμπαντι ἔν τε τοῖς ἑκάστοις, ὧδε λογιζέσθω. Σκοπείσθω δὲ τὴν μεγάλην ψυχὴν ἄλλη ψυχὴ οὐ σμικρὰ ἀξία τοῦ σκοπεῖν γενομένη ἀπαλλαγεῖσα ἀπάτης καὶ τῶν γεγοητευκότων τὰς ἄλλας ἡσύχῳ τῇ καταστάσει. ῞Ησυχον δὲ αὐτῇ ἔστω μὴ μόνον τὸ περικείμενον σῶμα καὶ ὁ τοῦ σώματος κλύδων, ἀλλὰ καὶ πᾶν τὸ περιέχον· ἥσυχος μὲν γῆ, ἥσυχος δὲ θάλασσα καὶ ἀὴρ καὶ αὐτὸς οὐρανὸς ἀμείνων. Νοείτω δὲ πάντοθεν εἰς αὐτὸν ἑστῶτα ψυχὴν ἔξωθεν οἷον εἰσρέουσαν καὶ εἰσχυθεῖσαν καὶ πάντοθεν εἰσιοῦσαν καὶ εἰσλάμπουσαν· οἷον σκοτεινὸν νέφος ἡλίου βολαὶ φωτίσασαι λάμπειν ποιοῦσι χρυσοειδῆ ὄψιν διδοῦσαι, οὕτω τοι καὶ ψυχὴ ἐλθοῦσα εἰς σῶμα οὐρανοῦ ἔδωκε μὲν ζωήν, ἔδωκε δὲ ἀθανασίαν,   ἤγειρε δὲ κείμενον. 

Ὁ δὲ κινηθεὶς κίνησιν ἀίδιον ὑπὸ ψυχῆς ἐμφρόνως ἀγούσης ζῷον εὔδαιμον ἐγένετο, ἔσχε τε ἀξίαν οὐρανὸς ψυχῆς εἰσοικισθείσης ὢν πρὸ ψυχῆς σῶμα νεκρόν, γῆ καὶ ὕδωρ, μᾶλλον δὲ σκότος ὕλης καὶ μὴ ὂν καὶ ὃ <στυγέουσιν οἱ θεοί>, φησί τις. Γένοιτο δ᾽ ἂν φανερωτέρα αὐτῆς καὶ ἐναργεστέρα ἡ δύναμις καὶ ἡ φύσις, εἴ τις ἐνταῦθα διανοηθείη, ὅπως περιέχει καὶ ἄγει ταῖς αὐτῆς βουλήσεσι τὸν οὐρανόν. Παντὶ μὲν γὰρ τῷ μεγέθει τούτῳ, ὅσος ἐστίν, ἔδωκεν ἑαυτὴν καὶ πᾶν διάστημα καὶ μέγα καὶ μικρὸν ἐψύχωται, ἄλλου μὲν ἄλλῃ κειμένου τοῦ σώματος, καὶ τοῦ μὲν ὡδί, τοῦ δὲ ὡδὶ ὄντος, καὶ τῶν μὲν ἐξ ἐναντίας, τῶν δὲ ἄλλην ἀπάρτησιν ἀπ᾽ ἀλλήλων ἐχόντων. Ἀλλ᾽ οὐχ ἡ ψυχὴ οὕτως, οὐδὲ μέρει αὐτῆς ἑκάστῳ κατακερματισθεῖσα μορίῳ ψυχῆς ζῆν ποιεῖ, ἀλλὰ τὰ πάντα ζῇ τῇ ὅλῃ, καὶ πάρεστι πᾶσα πανταχοῦ τῷ γεννήσαντι πατρὶ ὁμοιουμένη καὶ κατὰ τὸ ἓν καὶ κατὰ τὸ πάντη. Καὶ πολὺς   ὢν ὁ οὐρανὸς καὶ ἄλλος ἄλλῃ ἕν ἐστι τῇ ταύτης δυνάμει καὶ θεός ἐστι διὰ ταύτην ὁ κόσμος ὅδε. Ἔστι δὲ καὶ ἥλιος θεός, ὅτι ἔμψυχος, καὶ τὰ ἄλλα ἄστρα, καὶ ἡμεῖς, εἴπερ τι, διὰ τοῦτο· <νέκυες γὰρ κοπρίων ἐκβλητότεροι>. Τὴν δὲ θεοῖς αἰτίαν τοῦ θεοῖς εἶναι ἀνάγκη πρεσβυτέραν θεὸν αὐτῶν εἶναι. Ὁμοειδὴς δὲ καὶ ἡ ἡμετέρα, καὶ ὅταν ἄνευ τῶν προσελθόντων σκοπῇς λαβὼν κεκαθαρμένην, εὑρήσεις τὸ αὐτὸ τίμιον, ὃ ἦν ψυχή, καὶ τιμιώτερον παντὸς τοῦ ὃ ἂν σωματικὸν ᾖ. Γῆ γὰρ πάντα· κἂν πῦρ δὲ ᾖ, τί ἂν εἴη τὸ καῖον αὐτοῦ; Καὶ ὅσα ἐκ τούτων σύνθετα, κἂν ὕδωρ αὐτοῖς προσθῇς κἂν ἀέρα. Εἰ δ᾽ ὅτι ἔμψυχον διωκτὸν ἔσται, τί παρείς τις ἑαυτὸν ἄλλον διώκει; Τὴν δὲ ἐν ἄλλῳ ψυχὴν ἀγάμενος σεαυτὸν ἄγασαι.

3. Οὕτω δὴ τιμίου καὶ θείου ὄντος χρήματος τῆς ψυχῆς, πιστεύσας ἤδη τῷ τοιούτῳ θεὸν μετιέναι μετὰ τοιαύτης αἰτίας ἀνάβαινε πρὸς ἐκεῖνον· πάντως που οὐ πόρρω βαλεῖς· οὐδὲ πολλὰ τὰ μεταξύ. Λάμβανε τοίνυν τὸ τοῦ θείου τού του θειότερον τὸ ψυχῆς πρὸς τὸ ἄνω <γειτόνημα>, μεθ᾽ ὃ καὶ ἀφ᾽ οὗ ἡ ψυχή. Καίπερ γὰρ οὖσα χρῆμα οἷον ἔδειξεν ὁ λόγος, εἰκών τίς ἐστι νοῦ· οἷον λόγος ὁ ἐν προφορᾷ λόγου τοῦ ἐν ψυχῇ, οὕτω τοι καὶ αὐτὴ λόγος νοῦ καὶ ἡ πᾶσα ἐνέργεια καὶ ἣν προΐεται ζωὴν εἰς ἄλλου ὑπόστασιν· οἷον πυρὸς τὸ μὲν ἡ συνοῦσα θερμότης, ἡ δὲ ἣν παρέχει. Δεῖ δὲ λαβεῖν ἐκεῖ οὐκ ἐκρέουσαν, ἀλλὰ μένουσαν μὲν τὴν ἐν αὐτῷ, τὴν δὲ ἄλλην ὑφισταμένην. Οὖσα οὖν ἀπὸ νοῦ νοερά ἐστι, καὶ ἐν λογισμοῖς ὁ νοῦς αὐτῆς καὶ ἡ τελείωσις ἀπ᾽ αὐτοῦ πάλιν οἷον πατρὸς ἐκθρέψαντος, ὃν οὐ τέλειον ὡς πρὸς αὐτὸν ἐγέννησεν. ῞Η τε οὖν ὑπόστασις αὐτῇ ἀπὸ νοῦ ὅ τε ἐνεργείᾳ λόγος νοῦ αὐτῇ ὁρωμένου. Ὅταν γὰρ ἐνίδῃ εἰς νοῦν, ἔνδοθεν ἔχει καὶ οἰκεῖα ἃ νοεῖ καὶ ἐνεργεῖ. Καὶ ταύτας μόνας δεῖ λέγειν ἐνεργείας ψυχῆς, ὅσα νοερῶς καὶ ὅσα οἴκοθεν· τὰ δὲ χείρω ἄλλοθεν καὶ πάθη ψυχῆς τῆς τοιαύτης. Νοῦς οὖν ἐπὶ μᾶλλον θειοτέραν ποιεῖ καὶ τῷ πατὴρ εἶναι καὶ τῷ παρεῖναι· οὐδὲν γὰρ μεταξὺ ἢ τὸ ἑτέ ροις εἶναι, ὡς ἐφεξῆς μέντοι καὶ ὡς τὸ δεχόμενον, τὸ δὲ ὡς εἶδος· καλὴ δὲ καὶ ἡ νοῦ ὕλη νοοειδὴς οὖσα καὶ ἁπλῆ. Οἷον δὲ ὁ νοῦς, καὶ ταὐτῷ μὲν τούτῳ δῆλον, ὅτι κρεῖττον ψυχῆς τοιᾶσδε οὔσης.

4. Ἴδοι δ᾽ ἄν τις καὶ ἐκ τῶνδε· κόσμον αἰσθητὸν τόνδε εἴ τις θαυμάζει εἴς τε τὸ μέγεθος καὶ τὸ κάλλος καὶ τὴν τάξιν τῆς φορᾶς τῆς ἀιδίου ἀποβλέπων καὶ θεοὺς τοὺς ἐν αὐτῷ, τοὺς μὲν ὁρωμένους, τοὺς δὲ καὶ ἀφανεῖς ὄντας, καὶ δαίμονας καὶ ζῷα φυτά τε πάντα, ἐπὶ τὸ ἀρχέτυπον αὐτοῦ καὶ τὸ ἀληθινώτερον ἀναβὰς κἀκεῖ πάντα ἰδέτω νοητὰ καὶ παρ᾽ αὐτῷ ἀίδια ἐν οἰκείᾳ συνέσει καὶ ζωῇ,   καὶ τούτων τὸν <ἀκήρατον> νοῦν προστάτην, καὶ σοφίαν ἀμήχανον, καὶ τὸν ὡς ἀληθῶς ἐπὶ Κρόνου βίον θεοῦ <κόρου> καὶ νοῦ ὄντος. Πάντα γὰρ ἐν αὐτῷ τὰ ἀθάνατα περιέχει, νοῦν πάντα, θεὸν πάντα, ψυχὴν πᾶσαν, ἑστῶτα ἀεί. Τί γὰρ ζητεῖ μεταβάλλειν εὖ ἔχων; Ποῦ δὲ μετελθεῖν πάντα παρ᾽ αὑτῷ ἔχων; Ἀλλ᾽ οὐδὲ αὔξειν ζητεῖ τελειότατος ὤν. Διὸ καὶ τὰ παρ᾽ αὐτῷ πάντα τέλεια, ἵνα πάντη ᾖ τέλειος οὐδὲν ἔχων ὅ τι μὴ τοιοῦτον, οὐδὲν ἔχων ἐν αὑτῷ ὃ μὴ νοεῖ· νοεῖ δὲ οὐ ζητῶν, ἀλλ᾽ ἔχων. Καὶ τὸ μακάριον αὐτῷ οὐκ ἐπίκτητον, ἀλλ᾽ ἐν αἰῶνι πάντα, καὶ ὁ ὄντως αἰών, ὃν μιμεῖται χρόνος περιθέων ψυχὴν τὰ μὲν παριείς, τοῖς δὲ ἐπιβάλλων. Καὶ γὰρ ἄλλα καὶ ἄλλα αὖ περὶ ψυχήν· ποτὲ γὰρ Σωκράτης, ποτὲ δὲ ἵππος, ἕν τι ἀεὶ τῶν ὄντων· ὁ δὲ νοῦς πάντα. Ἔχει οὖν [ἐν τῷ αὐτῷ] πάντα ἑστῶτα ἐν τῷ αὐτῷ, καὶ <ἔστι μόνον>, καὶ τὸ «ἔστιν» ἀεί, καὶ οὐδαμοῦ τὸ μέλλον—ἔστι γὰρ καὶ τότε—οὐδὲ τὸ παρεληλυθός—οὐ γάρ τι ἐκεῖ παρελήλυθεν—ἀλλ᾽ ἐνέστηκεν ἀεὶ ἅτε τὰ αὐτὰ ὄντα οἷον ἀγαπῶντα ἑαυτὰ οὕτως ἔχοντα. Ἕκαστον δὲ αὐτῶν νοῦς καὶ ὄν ἐστι καὶ τὸ σύμπαν πᾶς νοῦς καὶ πᾶν ὄν, ὁ μὲν νοῦς κατὰ τὸ νοεῖν ὑφιστὰς τὸ ὄν, τὸ δὲ ὂν τῷ νοεῖσθαι τῷ νῷ διδὸν τὸ νοεῖν καὶ τὸ εἶναι. Τοῦ δὲ νοεῖν αἴτιον ἄλλο, ὃ καὶ τῷ ὄντι· ἀμφοτέρων οὖν ἅμα αἴτιον ἄλλο. Ἅμα μὲν γὰρ ἐκεῖνα καὶ συνυπάρχει καὶ οὐκ ἀπολείπει ἄλληλα, ἀλλὰ δύο ὄντα τοῦτο τὸ ἓν ὁμοῦ νοῦς καὶ ὂν καὶ νοοῦν καὶ νοούμενον, ὁ μὲν νοῦς κατὰ τὸ νοεῖν, τὸ δὲ ὂν κατὰ τὸ νοούμενον. Οὐ γὰρ ἂν γένοιτο τὸ νοεῖν ἑτερότητος μὴ οὔσης καὶ ταυτότητος δέ. Γίνεται οὖν τὰ πρῶτα νοῦς, <ὄν, ἑτερότης, ταυτότης>· δεῖ δὲ καὶ <κίνησιν> λαβεῖν καὶ <στάσιν>. Καὶ κίνησιν μέν, εἰ νοεῖ, στάσιν δέ, ἵνα τὸ αὐτό. Τὴν δὲ ἑτερότητα, ἵν᾽ ᾖ νοοῦν καὶ νοούμενον. ῍Η ἐὰν ἀφέλῃς τὴν ἑτερότητα, ἓν γενόμενον σιωπήσεται· δεῖ δὲ καὶ τοῖς νοηθεῖσιν ἑτέροις πρὸς ἄλληλα εἶναι. Ταὐτὸν δέ, ἐπεὶ ἓν ἑαυτῷ, καὶ κοινὸν δέ τι ἓν πᾶσι· καὶ ἡ διαφορὰ ἑτερότης. Ταῦτα δὲ πλείω γενόμενα ἀριθμὸν καὶ τὸ ποσὸν ποιεῖ· καὶ τὸ ποιὸν δὲ ἡ ἑκάστου τούτων ἰδιό της, ἐξ ὧν ὡς ἀρχῶν τἆλλα.

5. ολὺς οὖν οὗτος ὁ θεὸς ἐπὶ τῇ ψυχῇ· τῇ δὲ ὑπάρχει ἐν τούτοις εἶναι συναφθείσῃ, εἰ <μὴ ἀποστατεῖν> ἐθέλοι. Πελάσασα οὖν αὐτῷ καὶ οἷον ἓν γενομένη ζῇ ἀεί. Τίς οὖν ὁ τοῦτον γεννήσας; Ὁ ἁπλοῦς καὶ ὁ πρὸ τοιούτου πλήθους, ὁ αἴτιος τοῦ καὶ εἶναι καὶ πολὺν εἶναι τοῦτον, ὁ τὸν ἀριθμὸν   ποιῶν. Ὁ γὰρ ἀριθμὸς οὐ πρῶτος· καὶ γὰρ πρὸ δυάδος τὸ ἕν, δεύτερον δὲ δυὰς καὶ παρὰ τοῦ ἑνὸς γεγενημένη ἐκεῖνο ὁριστὴν ἔχει, αὕτη δὲ ἀόριστον παρ᾽ αὐτῆς· ὅταν δὲ ὁρισθῇ, ἀριθμὸς ἤδη· ἀριθμὸς δὲ ὡς οὐσία· ἀριθμὸς δὲ καὶ ἡ ψυχή. Οὐ γὰρ ὄγκοι τὰ πρῶτα οὐδὲ μεγέθη· τὰ γὰρ παχέα ταῦτα ὕστερα, ἃ ὄντα ἡ αἴσθησις οἴεται. Οὐδὲ ἐν σπέρμασι δὲ τὸ ὑγρὸν τὸ τίμιον, ἀλλὰ τὸ μὴ ὁρώμενον· τοῦτο δὲ ἀριθμὸς καὶ λόγος. Ὁ οὖν ἐκεῖ λεγόμενος ἀριθμὸς καὶ ἡ δυὰς λόγοι καὶ νοῦς· ἀλλὰ ἀόριστος μὲν ἡ δυὰς τῷ οἷον ὑποκειμένῳ λαμβανομένη, ὁ δὲ ἀριθμὸς ὁ ἐξ αὐτῆς καὶ τοῦ ἑνὸς εἶδος ἕκαστος, οἷον μορφωθέντος τοῖς γενομένοις εἴδεσιν ἐν αὐτῷ· μορφοῦται δὲ ἄλλον μὲν τρόπον παρὰ τοῦ ἑνός, ἄλλον δὲ παρ᾽ αὐτοῦ, οἷον ὄψις ἡ κατ᾽ ἐνέργειαν· ἔστι γὰρ ἡ νόησις ὅρασις ὁρῶσα ἄμφω τε ἕν.

6. Πῶς οὖν ὁρᾷ καὶ τίνα, καὶ πῶς ὅλως ὑπέστη καὶ ἐξ ἐκείνου γέγονεν, ἵνα καὶ ὁρᾷ; Νῦν μὲν γὰρ τὴν ἀνάγκην τοῦ εἶναι ταῦτα ἡ ψυχὴ ἔχει, ἐπιποθεῖ δὲ τὸ θρυλλούμενον δὴ τοῦτο καὶ παρὰ τοῖς πάλαι σοφοῖς, πῶς ἐξ ἑνὸς τοιούτου ὄντος, οἷον λέγομεν τὸ ἓν εἶναι, ὑπόστασιν ἔσχεν ὁτιοῦν εἴτε πλῆθος εἴτε δυὰς εἴτε ἀριθμός, ἀλλ᾽ οὐκ ἔμεινεν ἐκεῖνο ἐφ᾽ ἑαυτοῦ, τοσοῦτον δὲ πλῆθος ἐξερρύη, ὃ ὁρᾶται μὲν ἐν τοῖς   οὖσιν, ἀνάγειν δὲ αὐτὸ πρὸς ἐκεῖνο ἀξιοῦμεν. Ὧδε οὖν λεγέσθω θεὸν αὐτὸν ἐπικαλεσαμένοις οὐ λόγῳ γεγωνῷ, ἀλλὰ τῇ ψυχῇ ἐκτείνασιν ἑαυτοὺς εἰς εὐχὴν πρὸς ἐκεῖνον, εὔχεσθαι τοῦτον τὸν τρόπον δυναμένους μόνους πρὸς μόνον. Δεῖ τοίνυν θεατήν, ἐκείνου ἐν τῷ εἴσω οἷον νεῷ ἐφ᾽ ἑαυτοῦ ὄντος, μένοντος ἡσύχου ἐπέκεινα ἁπάντων, τὰ οἷον πρὸς τὰ ἔξω ἤδη ἀγάλματα ἑστῶτα, μᾶλλον δὲ ἄγαλμα τὸ πρῶτον ἐκφανὲν θεᾶσθαι πεφηνὸς τοῦτον τὸν τρόπον· παντὶ τῷ κινουμένῳ δεῖ τι εἶναι, πρὸς ὃ κινεῖται· μὴ ὄντος δὲ ἐκείνῳ μηδενὸς μὴ τιθώμεθα αὐτὸ κινεῖσθαι, ἀλλ᾽ εἴ τι μετ᾽ αὐτὸ γίνεται, ἐπιστραφέντος ἀεὶ ἐκείνου πρὸς αὐτὸ ἀναγκαῖόν ἐστι γεγονέναι. Ἐκποδὼν δὲ ἡμῖν ἔστω γένεσις ἡ ἐν χρόνῳ τὸν λόγον περὶ τῶν ἀεὶ ὄντων ποιουμένοις· τῷ δὲ λόγῳ τὴν γένεσιν προσάπτοντας αὐτοῖς αἰτίας καὶ τάξεως αὐτοῖς ἀποδώσειν. Τὸ οὖν γινόμενον ἐκεῖθεν οὐ κινηθέντος φατέον γίγνεσθαι· εἰ γὰρ κινηθέντος αὐτοῦ τι γίγνοιτο, τρίτον ἀπ᾽ ἐκείνου τὸ γιγνόμενον μετὰ τὴν κίνησιν ἂν γίγνοιτο καὶ οὐ δεύτερον. Δεῖ οὖν ἀκινήτου ὄντος, εἴ τι δεύτερον μετ᾽ αὐτό, οὐ προσνεύσαντος οὐδὲ βουληθέντος οὐδὲ ὅλως κινηθέντος ὑποστῆναι αὐτό. Πῶς οὖν καὶ τί δεῖ νοῆσαι περὶ   ἐκεῖνο μένον; Περίλαμψιν ἐξ αὐτοῦ μέν, ἐξ αὐτοῦ δὲ μένοντος, οἷον ἡλίου τὸ περὶ αὐτὸ λαμπρὸν ὥσπερ περιθέον, ἐξ αὐτοῦ ἀεὶ γεννώμενον μένοντος. Καὶ πάντα τὰ ὄντα, ἕως μένει, ἐκ τῆς αὐτῶν οὐσίας ἀναγκαίαν τὴν περὶ αὐτὰ πρὸς τὸ ἔξω αὐτῶν ἐκ τῆς παρούσης δυνάμεως δίδωσιν αὐτῶν ἐξηρτημένην ὑπόστασιν, εἰκόνα οὖσαν οἷον ἀρχετύπων ὧν ἐξέφυ· πῦρ μὲν τὴν παρ᾽ αὐτοῦ θερμότητα· καὶ χιὼν οὐκ εἴσω μόνον τὸ ψυχρὸν κατέχει· μάλιστα δὲ ὅσα εὐώδη μαρτυρεῖ τοῦτο· ἕως γάρ ἐστι, πρόεισί τι ἐξ αὐτῶν περὶ αὐτά, ὧν ἀπολαύει ὑποστάντων ὁ πλησίον. Καὶ πάντα δὲ ὅσα ἤδη τέλεια γεννᾷ· τὸ δὲ ἀεὶ τέλειον ἀεὶ καὶ ἀίδιον γεννᾷ· καὶ ἔλαττον δὲ ἑαυτοῦ γεννᾷ. Τί οὖν χρὴ περὶ τοῦ τελειοτάτου λέγειν; Μηδὲν ἀπ᾽ αὐτοῦ ἢ τὰ μέγιστα μετ᾽ αὐτόν. Μέγιστον δὲ μετ᾽ αὐτὸν νοῦς καὶ δεύτερον· καὶ γὰρ ὁρᾷ ὁ νοῦς ἐκεῖνον καὶ δεῖται αὐτοῦ μόνου· ἐκεῖνος δὲ τούτου οὐδέν· καὶ τὸ γεννώμενον ἀπὸ κρείττονος νοῦ νοῦν εἶναι, καὶ   κρείττων ἁπάντων νοῦς, ὅτι τἆλλα μετ᾽ αὐτόν· οἷον καὶ ἡ ψυχὴ λόγος νοῦ καὶ ἐνέργειά τις, ὥσπερ αὐτὸς ἐκείνου. Ἀλλὰ ψυχῆς μὲν ἀμυδρὸς ὁ λόγος—ὡς γὰρ εἴδωλον νοῦ—ταύτῃ καὶ εἰς νοῦν βλέπειν δεῖ· νοῦς δὲ ὡσαύτως πρὸς ἐκεῖνον, ἵνα ᾖ νοῦς. Ὁρᾷ δὲ αὐτὸν οὐ χωρισθείς, ἀλλ᾽ ὅτι μετ᾽ αὐτὸν καὶ μεταξὺ οὐδέν, ὡς οὐδὲ ψυχῆς καὶ νοῦ. Ποθεῖ δὲ πᾶν τὸ γεννῆσαν καὶ τοῦτο ἀγαπᾷ, καὶ μάλιστα ὅταν ὦσι μόνοι τὸ γεννῆσαν καὶ τὸ γεγεννημένον· ὅταν δὲ καὶ τὸ ἄριστον ᾖ τὸ γεννῆσαν, ἐξ ἀνάγκης σύνεστιν αὐτῷ, ὡς τῇ ἑτερότητι μόνον κεχωρίσθαι.

7. Εἰκόνα δὲ ἐκείνου λέγομεν εἶναι τὸν νοῦν· δεῖ γὰρ σαφέστερον λέγειν· πρῶτον μέν, ὅτι δεῖ πως εἶναι ἐκεῖνο τὸ γενόμενον καὶ ἀποσῴζειν πολλὰ αὐτοῦ καὶ εἶναι ὁμοιότητα πρὸς αὐτό, ὥσπερ καὶ τὸ φῶς τοῦ ἡλίου. Ἀλλ᾽ οὐ νοῦς ἐκεῖνο. Πῶς οὖν νοῦν γεννᾷ; ῍Η ὅτι τῇ ἐπιστροφῇ πρὸς αὐτὸ ἑώρα· ἡ δὲ ὅρασις αὕτη νοῦς. Τὸ γὰρ καταλαμβάνον ἄλλο ἢ αἴσθησις ἢ νοῦς· † αἴσθησιν γραμμὴν καὶ τὰ   ἄλλα· † ἀλλ᾽ ὁ κύκλος τοιοῦτος οἷος μερίζεσθαι· τοῦτο δὲ οὐχ οὕτως. ῍Η καὶ ἐνταῦθα ἓν μέν, ἀλλὰ τὸ ἓν δύναμις πάντων. Ὧν οὖν ἐστι δύναμις, ταῦτα ἀπὸ τῆς δυνάμεως οἷον σχιζομένη ἡ νόησις καθορᾷ· ἢ οὐκ ἂν ἦν νοῦς. Ἐπεὶ καὶ παρ᾽ αὐτοῦ ἔχει ἤδη οἷον συναίσθησιν τῆς δυνάμεως, ὅτι δύναται οὐσίαν. Αὐτὸς γοῦν δι᾽ αὐτὸν καὶ ὁρίζει τὸ εἶναι αὐτῷ τῇ παρ᾽ ἐκείνου δυνάμει καὶ ὅτι οἷον μέρος ἕν τι τῶν ἐκείνου καὶ ἐξ ἐκείνου ἡ οὐσία, καὶ ῥώννυται παρ᾽ ἐκείνου καὶ τελειοῦται εἰς οὐσίαν παρ᾽ ἐκείνου καὶ ἐξ ἐκείνου. Ὁρᾷ δὲ αὐτῷ ἐκεῖθεν, οἷον μεριστῷ ἐξ ἀμερίστου, καὶ τὸ ζῆν καὶ τὸ νοεῖν καὶ πάντα, ὅτι ἐκεῖνος μηδὲν τῶν πάντων· ταύτῃ γὰρ πάντα ἐξ ἐκείνου, ὅτι μή τινι μορφῇ κατείχετο ἐκεῖνος· μόνον γὰρ ἓν ἐκεῖνο· καὶ ὁ μὲν πάντα ἐν τοῖς οὖσιν ἂν ἦν. Διὰ τοῦτο ἐκεῖνο οὐδὲν μὲν τῶν ἐν τῷ νῷ, ἐξ αὐτοῦ δὲ πάντα [ἐν τοῖς οὖσιν ἂν ἦν]. Διὸ καὶ οὐσίαι ταῦτα· ὥρισται γὰρ ἤδη καὶ οἷον μορφὴν ἕκαστον ἔχει. Τὸ δὲ ὂν δεῖ οὐκ ἐν ἀορίστῳ οἷον αἰωρεῖσθαι, ἀλλ᾽ ὅρῳ πεπῆχθαι καὶ στάσει· στάσις δὲ τοῖς νοητοῖς ὁρισμὸς καὶ μορφή, οἷς καὶ τὴν ὑπόστασιν λαμβάνει. <Ταύτης τοι γενεᾶς> ὁ νοῦς οὗτος ἀξίας νοῦ τοῦ καθαρωτάτου μὴ ἄλλοθεν ἢ ἐκ τῆς πρώτης ἀρχῆς φῦναι, γενόμε νον δὲ ἤδη τὰ ὄντα πάντα σὺν αὐτῷ γεννῆσαι, πᾶν μὲν τὸ τῶν ἰδεῶν κάλλος, πάντας δὲ θεοὺς νοητούς· πλήρη δὲ ὄντα ὧν ἐγέννησε καὶ ὥσπερ καταπιόντα πάλιν τῷ ἐν αὐτῷ ἔχειν μηδὲ ἐκπεσεῖν εἰς ὕλην μηδὲ τραφῆναι παρὰ τῇ Ῥέᾳ, ὡς τὰ μυστήρια καὶ οἱ μῦθοι οἱ περὶ θεῶν αἰνίττονται Κρόνον μὲν θεὸν σοφώτατον πρὸ τοῦ Δία γενέσθαι ἃ γεννᾷ πάλιν ἐν ἑαυτῷ ἔχειν, ᾗ καὶ πλήρης καὶ νοῦς ἐν κόρῳ· μετὰ δὲ ταῦτά φασι Δία γεννᾶν κόρον ἤδη ὄντα· ψυχὴν γὰρ γεννᾷ νοῦς, νοῦς ὢν τέλειος. Καὶ γὰρ τέλειον ὄντα γεννᾶν ἔδει, καὶ μὴ δύναμιν οὖσαν τοσαύτην ἄγονον εἶναι. Κρεῖττον δὲ οὐχ οἷόν τε ἦν εἶναι οὐδ᾽ ἐνταῦθα τὸ γεννώμενον, ἀλλ᾽ ἔλαττον ὂν εἴδωλον εἶναι αὐτοῦ, ἀόριστον μὲν ὡσαύτως, ὁριζόμενον δὲ ὑπὸ τοῦ γεννήσαντος καὶ οἷον εἰδοποιούμενον. Νοῦ δὲ γέννημα λόγος τις καὶ ὑπόστασις, τὸ διανοούμενον· τοῦτο δ᾽ ἐστὶ τὸ περὶ νοῦν κινούμενον καὶ νοῦ φῶς καὶ ἴχνος ἐξηρτημένον ἐκείνου, κατὰ θάτερα μὲν συνηγμένον ἐκείνῳ καὶ ταύτῃ ἀποπιμπλάμενον καὶ ἀπολαῦον καὶ μεταλαμβάνον αὐτοῦ καὶ νοοῦν, κατὰ θάτερα δὲ ἐφαπτόμενον τῶν μετ᾽ αὐτό, μᾶλλον δὲ γεννῶν καὶ αὐτό, ἃ ψυχῆς ἀνάγκη εἶναι χείρονα· περὶ ὧν ὕστερον λεκτέον. Καὶ μέχρι τούτων τὰ θεῖα.  

8. Καὶ διὰ τοῦτο καὶ τὰ Πλάτωνος τριττὰ τὰ <πάντα περὶ τὸν πάντων βασιλέα>—φησὶ γὰρ πρῶτα—καὶ <δεύτερον περὶ τὰ δεύτερα καὶ περὶ τὰ τρίτα τρίτον>. Λέγει δὲ καὶ <τοῦ αἰτίου> εἶναι <πατέρα> αἴτιον μὲν τὸν νοῦν λέγων· δημιουργὸς γὰρ ὁ νοῦς αὐτῷ· τοῦτον δέ φησι τὴν ψυχὴν ποιεῖν ἐν τῷ κρατῆρι ἐκείνῳ. Τοῦ αἰτίου δὲ νοῦ ὄντος πατέρα φησὶ τἀγαθὸν καὶ τὸ ἐπέκεινα νοῦ καὶ <ἐπέκεινα οὐσίας>. Πολλαχοῦ δὲ τὸ ὂν καὶ τὸν νοῦν τὴν ἰδέαν λέγει· ὥστε Πλάτωνα εἰδέναι ἐκ μὲν τἀγαθοῦ τὸν νοῦν, ἐκ δὲ τοῦ νοῦ τὴν ψυχήν. Καὶ εἶναι τοὺς λόγους τούσδε μὴ καινοὺς μηδὲ νῦν, ἀλλὰ πάλαι μὲν εἰρῆσθαι μὴ ἀνα πεπταμένως, τοὺς δὲ νῦν λόγους ἐξηγητὰς ἐκείνων γεγο νέναι μαρτυρίοις πιστωσαμένους τὰς δόξας ταύτας παλαιὰς εἶναι τοῖς αὐτοῦ τοῦ Πλάτωνος γράμμασιν. ῞Ηπτετο μὲν οὖν καὶ Παρμενίδης πρότερον τῆς τοιαύτης δόξης καθόσον εἰς ταὐτὸ συνῆγεν ὂν καὶ νοῦν, καὶ τὸ ὂν οὐκ ἐν τοῖς αἰσθη τοῖς ἐτίθετο «<τὸ γὰρ αὐτὸ νοεῖν ἐστί τε καὶ εἶναι>» λέγων. Καὶ <ἀκίνητον> δὲ λέγει τοῦτο—καίτοι προστι θεὶς τὸ νοεῖν—σωματικὴν πᾶσαν κίνησιν ἐξαίρων ἀπ᾽ αὐτοῦ, ἵνα μένῃ ὡσαύτως, καὶ <ὄγκῳ σφαίρας> ἀπεικάζων, ὅτι πάντα ἔχει περιειλημμένα καὶ ὅτι τὸ νοεῖν οὐκ ἔξω, ἀλλ᾽ ἐν ἑαυτῷ. Ἓν δὲ λέγων ἐν τοῖς ἑαυτοῦ συγγράμμασιν αἰτίαν εἶχεν ὡς τοῦ ἑνὸς τούτου πολλὰ εὑρισκομένου. Ὁ δὲ παρὰ Πλάτωνι Παρμενίδης ἀκριβέστερον λέγων διαιρεῖ ἀπ᾽ ἀλλήλων τὸ πρῶτον ἕν, ὃ κυριώτερον ἕν, καὶ δεύτερον <ἓν πολλὰ> λέγων, καὶ τρίτον <ἓν καὶ πολλά>. Καὶ σύμφω νος οὕτως καὶ αὐτός ἐστι ταῖς φύσεσι ταῖς τρισίν.

9. Ἀναξαγόρας δὲ νοῦν καθαρὸν καὶ ἀμιγῆ λέγων ἁπλοῦν καὶ αὐτὸς τίθεται τὸ πρῶτον καὶ χωριστὸν τὸ ἕν, τὸ δ᾽ ἀκριβὲς δι᾽ ἀρχαιότητα παρῆκε. Καὶ Ἡράκλειτος δὲ τὸ ἓν οἶδεν ἀίδιον καὶ νοητόν· τὰ γὰρ σώματα γίγνεται ἀεὶ καὶ ῥέοντα. Τῷ δὲ Ἐμπεδοκλεῖ τὸ <νεῖκος> μὲν διαιρεῖ, ἡ δὲ <φιλία> τὸ ἕν—ἀσώματον δὲ καὶ αὐτὸς τοῦτο—τὰ δὲ στοιχεῖα ὡς ὕλη. Ἀριστοτέλης δὲ ὕστερον <χωριστὸν> μὲν τὸ πρῶτον καὶ <νοητόν, νοεῖν> δὲ αὐτὸ <ἑαυτὸ> λέγων πάλιν αὖ οὐ τὸ πρῶτον ποιεῖ· πολλὰ δὲ καὶ ἄλλα νοητὰ ποιῶν καὶ τοσαῦτα, ὁπόσαι ἐν οὐρανῷ σφαῖραι, ἵν᾽ ἕκαστον ἑκάστην κινῇ, ἄλλον τρόπον λέγει τὰ ἐν τοῖς νοητοῖς ἢ Πλάτων, τὸ εὔλογον οὐκ ἔχον ἀνάγκην τιθέμενος. Ἐπιστήσειε δ᾽ ἄν τις, εἰ καὶ εὐλόγως· εὐλογώτερον γὰρ πάσας πρὸς μίαν σύνταξιν συντελούσας πρὸς ἓν καὶ τὸ πρῶτον βλέπειν. Ζητήσειε δ᾽ ἄν τις τὰ πολλὰ νοητὰ εἰ ἐξ ἑνός ἐστιν αὐτῷ τοῦ πρώτου, ἢ πολλαὶ αἱ ἐν τοῖς νοητοῖς ἀρχαί· καὶ εἰ μὲν ἐξ ἑνός, ἀνάλογον δηλονότι ἕξει ὡς ἐν τοῖς αἰσθητοῖς αἱ σφαῖραι ἄλλης ἄλλην περιεχούσης, μιᾶς δὲ τῆς ἔξω κρατούσης· ὥστε περιέχοι ἂν κἀκεῖ τὸ πρῶτον καὶ κόσμος νοητὸς ἔσται· καὶ ὥσπερ ἐνταῦθα αἱ σφαῖραι οὐ κεναί, ἀλλὰ μεστὴ ἄστρων ἡ πρώτη, αἱ δὲ ἔχουσιν ἄστρα, οὕτω κἀκεῖ τὰ κινοῦντα πολλὰ ἐν αὐτοῖς ἕξει καὶ τὰ ἀληθέστερα ἐκεῖ. Εἰ δὲ ἕκαστον ἀρχή, κατὰ συντυχίαν αἱ ἀρχαὶ ἔσονται· καὶ διὰ τί συνέσονται καὶ πρὸς ἓν ἔργον τὴν τοῦ παντὸς οὐρανοῦ συμφωνίαν ὁμονοήσει; Πῶς δὲ ἴσα πρὸς τὰ νοητὰ καὶ κινοῦντα τὰ ἐν οὐρανῷ αἰσθητά; Πῶς δὲ καὶ πολλὰ οὕτως ἀσώματα ὄντα ὕλης οὐ χωριζούσης; Ὥστε τῶν ἀρχαίων οἱ μάλιστα συντασσόμενοι αὖ τοῖς Πυθαγόρου καὶ τῶν μετ᾽ αὐτὸν καὶ Φερεκύδους δὲ περὶ ταύτην μὲν ἔσχον τὴν φύσιν· ἀλλ᾽ οἱ μὲν ἐξειργάσαντο ἐν αὐτοῖς αὐτῶν λόγοις, οἱ δὲ οὐκ ἐν λόγοις, ἀλλ᾽ ἐν ἀγράφοις ἐδείκνυον συνουσίαις ἢ ὅλως ἀφεῖσαν.

10. Ὅτι δὲ οὕτω χρὴ νομίζειν ἔχειν, ὡς ἔστι μὲν τὸ   ἐπέκεινα ὄντος τὸ ἕν, οἷον ἤθελεν ὁ λόγος δεικνύναι ὡς οἷόν τε ἦν περὶ τούτων ἐνδείκνυσθαι, ἔστι δὲ ἐφεξῆς τὸ ὂν καὶ νοῦς, τρίτη δὲ ἡ τῆς ψυχῆς φύσις, ἤδη δέδεικται. Ὥσπερ δὲ ἐν τῇ φύσει τριττὰ ταῦτά ἐστι τὰ εἰρημένα, οὕτω χρὴ νομίζειν καὶ παρ᾽ ἡμῖν ταῦτα εἶναι. Λέγω δὲ οὐκ ἐν τοῖς αἰσθητοῖς—χωριστὰ γὰρ ταῦτα—ἀλλ᾽ ἐπὶ τοῖς αἰσθητῶν ἔξω, καὶ τὸν αὐτὸν τρόπον τὸ «ἔξω» ὥσπερ κἀκεῖνα τοῦ παντὸς οὐρανοῦ ἔξω· οὕτω καὶ τὰ τοῦ ἀνθρώπου, οἷον λέγει Πλάτων <τὸν εἴσω ἄνθρωπον>. Ἔστι τοίνυν καὶ ἡ ἡμετέρα ψυχὴ θεῖόν τι καὶ φύσεως ἄλλης, ὁποία πᾶσα ἡ ψυχῆς φύσις· τελεία δὲ ἡ νοῦν ἔχουσα· νοῦς δὲ ὁ μὲν λογιζόμενος, ὁ δὲ λογίζεσθαι παρέχων. Τὸ δὴ λογιζόμενον τοῦτο τῆς ψυχῆς οὐδενὸς πρὸς τὸ λογίζεσθαι δεόμενον σωματικοῦ ὀργάνου, τὴν δὲ ἐνέργειαν ἑαυτοῦ ἐν καθαρῷ ἔχον, ἵνα καὶ λογίζεσθαι καθαρῶς οἷόν τε ᾖ, χωριστὸν καὶ οὐ κεκραμένον σώματι ἐν τῷ πρώτῳ νοητῷ τις τιθέμενος οὐκ ἂν σφάλλοιτο. Οὐ γὰρ τόπον ζητητέον οὗ ἱδρύσομεν, ἀλλ᾽ ἔξω τόπου παντὸς ποιητέον. Οὕτω γὰρ τὸ καθ᾽ αὑτὸ καὶ τὸ ἔξω καὶ τὸ ἄυλον, ὅταν μόνον ᾖ οὐδὲν ἔχον παρὰ τῆς σώματος φύσεως. Διὰ τοῦτο καὶ ἔτι <ἔξωθέν> φησιν ἐπὶ τοῦ παντὸς τὴν ψυχὴν περιέβαλεν ἐνδεικνύμενος τῆς ψυχῆς τὸ ἐν τῷ νοητῷ μένον· ἐπὶ δὲ ἡμῶν ἐπικρύπτων <ἐπ᾽ ἄκρᾳ> εἴρηκε τῇ κεφαλῇ. Καὶ ἡ παρακέλευσις δὲ τοῦ χωρίζειν οὐ τόπῳ λέγεται—τοῦτο γὰρ φύσει κεχωρισμένον ἐστίν—ἀλλὰ τῇ μὴ νεύσει καὶ ταῖς φαντασίαις καὶ τῇ ἀλλοτριότητι τῇ πρὸς τὸ σῶμα, εἴ πως καὶ τὸ λοιπὸν ψυχῆς εἶδος ἀναγάγοι τις καὶ συνενέγκαι πρὸς τὸ ἄνω καὶ τὸ ἐνταῦθα αὐτῆς ἱδρυμένον, ὃ μόνον ἐστὶ σώματος δημιουρ γὸν καὶ πλαστικὸν καὶ τὴν πραγματείαν περὶ τοῦτο ἔχον.

11. Οὔσης οὖν ψυχῆς τῆς λογιζομένης περὶ δικαίων καὶ καλῶν καὶ λογισμοῦ ζητοῦντος εἰ τοῦτο δίκαιον καὶ εἰ τοῦτο καλόν, ἀνάγκη εἶναι καὶ ἑστώς τι δίκαιον, ἀφ᾽ οὗ καὶ ὁ λογισμὸς περὶ ψυχὴν γίγνεται. ῍Η πῶς ἂν λογίσαιτο; Καὶ εἰ ὁτὲ μὲν λογίζεται περὶ τούτων ψυχή, ὁτὲ δὲ μή, δεῖ τὸν <μὴ> λογιζόμενον, ἀλλ᾽ ἀεὶ ἔχοντα τὸ δίκαιον νοῦν ἐν ἡμῖν εἶναι, εἶναι δὲ καὶ τὴν νοῦ ἀρχὴν καὶ αἰτίαν καὶ θεόν—οὐ μεριστοῦ ἐκείνου ὄντος, ἀλλὰ μένοντος ἐκείνου, καὶ οὐκ ἐν τόπῳ μένοντος—ἐν πολλοῖς αὖ θεωρεῖσθαι καθ᾽ ἕκαστον τῶν δυναμένων δέχεσθαι οἷον ἄλλον αὐτόν, ὥσπερ καὶ τὸ κέντρον ἐφ᾽ ἑαυτοῦ ἐστιν, ἔχει δὲ καὶ ἕκαστον τῶν ἐν τῷ κύκλῳ σημεῖον ἐν αὐτῷ, καὶ αἱ γραμμαὶ τὸ ἴδιον προσφέρουσι πρὸς τοῦτο. Τῷ γὰρ τοιούτῳ τῶν ἐν ἡμῖν καὶ ἡμεῖς ἐφαπτόμεθα καὶ σύνεσμεν καὶ ἀνηρτήμεθα· ἐνιδρύμεθα δὲ οἳ ἂν συννεύωμεν ἐκεῖ.

12. Πῶς οὖν ἔχοντες τὰ τηλικαῦτα οὐκ ἀντιλαμβανόμεθα, ἀλλ᾽ ἀργοῦμεν ταῖς τοιαύταις ἐνεργείαις τὰ πολλά, οἱ δὲ οὐδ᾽ ὅλως ἐνεργοῦσιν; Ἐκεῖνα μέν ἐστιν ἐν ταῖς αὐτῶν ἐνεργείαις ἀεί, νοῦς καὶ τὸ πρὸ νοῦ ἀεὶ ἐν ἑαυτῷ, καὶ ψυχὴ δέ—<τὸ ἀεικίνητον>—οὕτως. Οὐ γὰρ πᾶν, ὃ ἐν ψυχῇ,   ἤδη αἰσθητόν, ἀλλὰ ἔρχεται εἰς ἡμᾶς, ὅταν εἰς αἴσθησιν ἴῃ· ὅταν δὲ ἐνεργοῦν ἕκαστον μὴ μεταδιδῷ τῷ αἰσθανομένῳ, οὔπω δι᾽ ὅλης ψυχῆς ἐλήλυθεν. Οὔπω οὖν γιγνώσκομεν ἅτε μετὰ τοῦ αἰσθητικοῦ ὄντες καὶ οὐ μόριον ψυχῆς ἀλλ᾽ ἡ ἅπασα ψυχὴ ὄντες. Καὶ ἔτι ἕκαστον τῶν ψυχικῶν ζῶν ἀεὶ ἐνεργεῖ ἀεὶ καθ᾽ αὑτὸ τὸ αὑτοῦ· τὸ δὲ γνωρίζειν, ὅταν μετάδοσις γένηται καὶ ἀντίληψις. Δεῖ τοίνυν, εἰ τῶν οὕτω παρόντων ἀντίληψις ἔσται, καὶ τὸ ἀντιλαμβανόμενον εἰς τὸ εἴσω ἐπιστρέφειν, κἀκεῖ ποιεῖν τὴν προσοχὴν ἔχειν. Ὥσπερ εἴ τις ἀκοῦσαι ἀναμένων ἣν ἐθέλει φωνήν, τῶν ἄλλων φωνῶν ἀποστὰς τὸ οὖς ἐγείροι πρὸς τὸ ἄμεινον τῶν ἀκουστῶν, ὁπότε ἐκεῖνο προσέλθοι, οὕτω τοι καὶ ἐνταῦθα δεῖ τὰς μὲν αἰσθητὰς ἀκούσεις ἀφέντα, εἰ μὴ καθόσον ἀνάγκη, τὴν τῆς ψυχῆς εἰς τὸ ἀντιλαμβάνεσθαι δύναμιν φυλάττειν καθαρὰν καὶ ἕτοιμον ἀκούειν φθόγγων τῶν ἄνω.  


[1] Εννοεί ότι κατέβηκαν, αρχόμενες από του νοητού Κόσμου, πολύ χαμηλά. Μέχρι τον αισθητό Κόσμο.
[2] Άλλωστε όπως λέγει ο ίδιος Πλωτίνος, στις «Εννεάδες, 1.4.14.1 – 1.4.14.11 (1η Εννεάδα, κεφάλαιο 4ον, «Περί Ευδαιμονίας»)», ο άνθρωπος ο σοφός δεν είναι σύνθεση ψυχής και σώματος. Απόδειξη για αυτό αποτελεί ο αποχωρισμός από το σώμα και η περιφρόνηση των σωματικών αγαθών. Είναι παράλογο να υποστηρίζεται ότι η ευζωία συμπεριλαμβάνει το ζώο (το ζωντανό σώμα), αφού η ευζωία είναι ευδαιμονία, η οποία έχει να κάνει με την ψυχή, είναι ενέργεια της ψυχής, και όχι της ύλης – όχι της ψυχής που έχει να κάνει με την ανάπτυξη, κάτι που θα  την προσέγγιζε στο σώμα. Αυτή η ευδαιμονία δεν έχει να κάνει με το μέγεθος ή την ευταξία του σώματος ούτε πάλι συνίσταται στην καλή ποιότητα των αισθήσεων, γιατί οι υπερβολές και οι πλάνες τους βαραίνουν τον άνθρωπο και τον τραβούν κάτω, στο επίπεδο τους.

Πέραν αυτού όπως λέγει ο Πλωτίνος, στις «Εννεάδες, 1.5.7.20 – 1.5.7.30 (1η Εννεάδα, κεφάλαιο 5ον, «Ει το ευδαιμονείν επίδοσην χρόνω λαμβάνει»)», αν η ευδαιμονία συνίσταται στη ζωή μετά του Αγαθού, είναι φανερό ότι η εν λόγω ζωή αναφέρεται στο αληθώς όν – αυτή είναι η καλύτερη. Επομένως δεν μετριέται με το χρόνο, αλλά με την αιωνιότητα, και αυτό δεν είναι ούτε περισσότερο ούτε μικρότερο ούτε κάποιο άλλο μέτρο, αλλά το Είναι αυτό καθαυτό, αδιάστατο και άχρονο. Επομένως , δεν πρέπει να αναμειγνύουμε το Είναι με το μη Είναι, ούτε τον χρόνο ή τον διαρκή χρόνο με το αιώνιο, ούτε να εκτείνεται το αδιάστατο, αλλά να λαμβάνεται όλο ως σύνολο, αν λαμβάνεται καθόλου, και να γίνεται αντιληπτό όχι ως αδιαίρετο του χρόνου, αλλά ως  ζωή του αιώνος, η οποία δεν αποτελείται από πολλούς χρόνους, αλλά ολόκληρη και γενικώς από την ολότητα  του χρόνου.

πηγή: eleysis69.wordpress