ΕΤΙΚΕΤΕΣ

ΡΑΣΣΙΑΣ - ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΠΑΤΡΩΩΝ ΘΕΩΝ (ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ)



Οι Έλληνες αποτέλεσαν έναν από τους  ελάχιστους λαούς της ανθρώπινης Ιστορίας που δεν κουβαλούσε μέσα του ντροπή ή συντριβή για την Ανθρώπινη Φύση, που λάτρευε τη Ζωή, που δεν έβλεπε τον Θάνατο ως.. λύτρωση από τα.. «χυδαία»  γήινα πράγματα, που θεωρούσε παντελώς αδιανόητη την όποια αυτοταπείνωση, και που ήταν, τέλος, με την αυθεντική σημασία της λέξης και κατά κυριολεξία, «πολιτικός». Η συγκεκριμένη λέξη διακήρυσσε το στενό δεσμό του Έλληνα με τα διαδραματιζόμενα μέσα στον ψυχογεωγραφικό «χώρο και χρόνο» που μέσα του γεννιόταν και ζούσε ως φυσικό και αναπόσπαστο τμήμα του. 


Οι ίδιοι οι Έλληνες του έδωσαν και όνομα («πόλις»), το οποίο πολύ σύντομα ήλθε ν’αποτελέσει την ειδοποιό διαφορά ανάμεσα σε αυτούς και τους «βαρβάρους», καθώς και την ετυμολογική ρίζα εκείνου που αργότερα απεκλήθη «πολιτισμός». Ως φυσική συνέπεια όλων αυτών, οι Έλληνες έμαθαν ν' αποδέχονται μόνο εκείνα που έρχονταν να τους αποκαλυφθούν νοητικά δίχως να τους ζητήσουν προηγουμένως να συρθούν καταγής, ή να περιφρονήσουν εκείνο που -καλώς ή κακώς- αυτοί τύχαινε εκ φύσεως να είναι. Καμία λοιπόν από τις πάμπολλες «εθνικές» τους Θεότητες, ή, για να το πούμε διαφορετικά, εκδηλώσεις της συμπαντικής Θεϊκής Ουσίας στον οικείο τους ψυχογεωγραφικό τόπο, δεν υπήρξε για τους Έλληνες άναρχη και απόλυτη, αφού η έννοια της όποιας απολυτότητος ήταν πέρα για πέρα βαρβαρική και κανείς «υπάρχων» δε δικαιούνταν συνεπώς να έχει «προϋπάρξει των πάντων». 

Αντίθετα από τον άγριο Θεό της Βίβλου που τάχα δημιούργησε.. «εκ του μηδενός» (!!) τον Κόσμο, όλοι οι Έλληνες Θεοί, έχουν γεννηθεί και όλων τους οι γεννήσεις είχαν σκοπό ρητά καθορισμένο. Δεν υπάρχει ούτε ένας Έλληνας Θεός που να έχει γεννηθεί «έτσι για πλάκα», αναίτια, μόνο και μόνο για να εξουσιάζει τον κόσμο των θνητών, ή για ν' απολαμβάνει έστω μέσα σε μία διαρκή αταραξία κι αιωνιότητα το προνόμιο του ν' ανήκει στην Τάξη των Θεών. «Οι Θεοί δεν έφτιαξαν τον κόσμο. Τον κατέκτησαν» (G. Murray: «Four Stages Of Greek Religion», Νέα Υόρκη, Columbia, University Press, 1912). Πραγματικά: οι «Ολύμπιοι» κατέλαβαν με έφοδο τον Όλυμπο. Ο Ζεύς κτυπάει τον Κρόνο -δηλαδή, σύμφωνα με μία ετυμολόγηση του ονόματός του, τον Χρόνο «που τρώει τα παιδιά του», που καταπίνει κάθε τι που γεννιέται μέσα του, κάθε τι καταδικασμένο από τη φθαρτότητα- για να μπορέσει η ολύμπια θεϊκή γενιά ν' απελευθερωθεί από τον φαύλο κύκλο της Γέννησης και του Θανάτου. Ίσως λοιπόν ο Jacob Burckhardt έχει απόλυτο δίκιο όταν βρέθηκε ν' αποκαλεί κάπου την Πάτρια Ελληνική Θρησκεία «μία πτυχή της ιδιοσυγκρασίας του ελληνικού λαού». 

Ο Έλληνας ζητάει από τους Θεούς του απλώς και μόνο ευμένεια και υποστήριξη, όχι ηθική καθοδήγηση η θεαματική θαυματοποιία. Τους θέλει απλώς να εξακολουθούν να είναι, ως εγγύηση της τελειότητας του υπάρχοντος Κόσμου, δεν τους θέλει να επεμβαίνουν «θαυματουργά» και να μετατρέπουν, όπως ο Θεός των Ισραηλιτών, αυτή την ίδια την Ιστορία σε μία γραμμική αποτρόπαια Θεοφάνεια. Οι Έλληνες Θεοί δεν κρύβονται πίσω από μία πυκνή ομίχλη ψευτο-ηθικότητας ή πίσω από μία λάμψη εντυπωσιακής θαυματοποιίας. Είναι εκδηλώσεις, εκφράσεις, αρχές, εικόνες, του Ενιαίου συμπαντικού Θείου που εγκατοικεί το Σύμπαν και το διαποτίζει μέχρι την έσχατη γωνία του. Δεν είναι ανεξέλεγκτα από τον Φυσικό Νόμο εξωκοσμικά όντα, ταυτοχρόνως τάχα απόλυτα και «πανάγαθα» στη νιοστή. Το Σύμπαν εμπεριέχει σε αιώνια και απόλυτη ισορροπία τόσο τη Σύνθεση, όσο και την Αποσύνθεση, τόσο εκείνο που χονδροειδώς αποκαλούμε «Καλό», όσο και εκείνο που, επίσης χονδροειδώς, αποκαλούμε «Κακό». Όσο εμπεριέχει την Πραότητα, άλλο τόσο εμπεριέχει και τη Βιαιότητα, όσο την «Φιλότητα» άλλο τόσο και το «Νείκος» («Η αρμονία εκ νείκους και φιλίας γίνεται» λέει πολύ σωστά ο Εμπεδοκλής). 

Ο Ηράκλειτος, περιγράφει πολύ εύστοχα και, κυρίως, ελληνικά τον Θεό, όταν λέει: «Ο Θεός είναι ημέρα και νύκτα, θέρος και χειμώνας, πόλεμος και ειρήνη, χορτασμός και πείνα». Τα πάντα βρίσκονται αδιάκοπα σε μία διαρκή εναλλαγή καταστάσεων με το αντίθετό τους (η Θεά Αφροδίτη λατρεύεται ως Θεά της Αγνότητας και του Γάμου, αλλά και ως Θεά του άκρατου Ερωτισμού, και επιπλέον στη Σπάρτη την βρίσκουμε να απεικονίζεται πότε.. πάνοπλη ως «Αφροδίτη Ενόπλιος» και πότε.. αλυσοδεμένη ως «Αφροδίτη Μορφώ», ο  Θεός Διόνυσος χωράει με τις επικλήσεις του Ζαγρεύς και Ίακχος μέσα στο αυστηρό κλίμα του Ορφισμού και των Ελευσινίων Μυστηρίων αντιστοίχως, αλλά επίσης και μέσα στον εκστατικό και ωμοφαγικό μαιναδισμό, είναι Θεός της Αιώνιας Ζωής αλλά και αναμφισβήτητος Θεός του Θανάτου, ο Απόλλων φέρνει την αρμονία, τη συγχώρεση, τον καθαρμό και την ίαση, αλλά και εκπροσωπεί ταυτοχρόνως ένα σκληρό πνεύμα Ελελέως και σκληρού τιμωρού, κ.ο.κ.), και αυτό εξασφαλίζει την συμπαντική ισορροπία: «Πατήρ Πάντων Πόλεμος». Για αυτό και η επικράτηση των Ελλήνων Θεών του Δωδεκαθέου και η επιβολή της Ολύμπιας Τάξης με τη διάταξη του ατάκτου Απείρου σε Κόσμο, γίνεται συμβολικά εξ εφόδου, με κατάκτηση μετά από ανελέητο αγώνα (G. Murray : «The Four Stages of Greek Religion», Νέα Υόρκη, «Columbia University Press», 1912, και M.I.Finley : «The World Of Odysseus», Λονδίνο, «Chatto & Windus», 1956).

Ο Έλληνας δεν εθελοτυφλεί, δεν αυταπατάται μπροστά από υποτιθέμενες αιώνιες μάχες ανάμεσα στο «απόλυτο Καλό» και στο «απόλυτο Κακό» που τελικά θα καταλήξουν τάχα σε.. οριστική νίκη του πρώτου (ζωροαστρικός δυϊσμός), ούτε μπροστά σε προ-αιώνια τάχα μοιράσματα του κόσμου ανάμεσα σε Μονοκράτορα «Καλό» Θεό και σε Έβλις Σεϊτάν, ή Σατανά (μωαμεθανικός και ιουδαιοχριστιανικός δυϊσμός) με ταυτόχρονες ενέσεις οπτιμισμού για να μην χάνεται το ενδιαφέρον των προσκυνητών (υπόσχεση οριστικού ξεκαθαρίσματος λογαριασμών, σε κάποιο μακρινό «Πλήρωμα του Χρόνου»). Ο Ελληνικός Πολυθεϊσμός δεν ξεχωρίζει από τις πιο πάνω  «εξ αποκαλύψεως» (δηλαδή ιστορικά ιδρυθείσες) Θρησκείες, γιά το λόγο και μόνο πως δεν αναγνωρίζει την ύπαρξη ενός υποτιθέμενου «απόλυτου κακού» (όπως λ.χ. ο Διάβολος των Ιουδαιοχριστιανών), άλλωστε οι περισσότερες θρησκείες των «εθνικών» το ίδιο κάνουν ασχέτως αν για τους Έλληνες επιπροσθέτως η όποια απολυτότητα υπήρξε και παντελώς απαράδεκτη ως ιδέα (Το «καλό» και το «κακό» άλλωστε, είναι αυστηρά ανθρώπινοι όροι, που δεν έχουν την παραμικρή εφαρμογή ή ισχύ μέσα στη συμπαντική Αρένα. Ο σωστότερος δυνατός τρόπος προσέγγισης των συμπαντικών λειτουργιών από το ανθρώπινο μυαλό, είναι με τη μορφή ισχυρών αλληλοεπιδράσεων συνθετικών και αποσυνθετικών δυνάμεων). Ο Ελληνικός Πολυθεϊσμός, ξεχωρίζει επιπλέον για τον λόγο πως μπόρεσε εκτός από όλα αυτά να συλλάβει για πρώτη φορά στην πανανθρώπινη Ιστορία, από όσο τουλάχιστον εμείς γνωρίζουμε, την βαθύτατη έννοια της Ανάγκης, την ύπαρξη της αδυσώπητης θεότητας Αδράστειας και του Νόμου της Ειμαρμένης.

Πρόκειται για τον παντοδύναμο Συμπαντικό Νόμο της Ανάγκης, που, για τους Έλληνες, υπάρχει από τότε που υπάρχει και ο δίχως αρχή και τέλος Αιώνιος Κόσμος, δηλαδή ανέκαθεν, και τον κυβερνάει με τη δική της αλύγιστη λογική, πάνω από τη δύναμη και αυτών των ίδιων των Θεών, τους οποίους άλλωστε εξουσιάζει. Ακόμη και αυτός ο ίδιος ο παντοδύναμος Κρονίδης Θεός Ζεύς μέλλει να ανατραπεί, μόλις από το σπέρμα του γεννηθεί από γυναίκα θνητή (Σεμέλη) ο κυβερνήτης των εγκοσμίων Διόνυσος (Διο-Νούς). Από εκεί και πέρα θα είναι αυτός ο Διο-Νούς που θα κυβερνάει τα εγκόσμια στη θέση του γνωστού επαναστάτη κατά του Χρόνου-Κρόνου Διός, που ως «Ολύμπιος» (ολολαμπής) μεταμορφώνεται πλέον σε Ύψιστη Ηθική Αρχή του Σύμπαντος. Οφείλουμε να σχολιάσουμε εδώ ότι η ύπαρξη της Ανάγκης δεν είναι ασυμβίβαστη προς την έννοια της Ελευθερίας. Αντιθέτως, την εμπεριέχει σαν ένα επίτευγμα αρμονικότητας, αρετής, και δικαιοσύνης. «Παντού, στον άπειρο αιθέρα και στο άπλετο φως βασιλεύει ο Παγκόσμιος Νόμος, η κυρίαρχη Δίκη» μας λέει ο Εμπεδοκλής).

Αβυσσος διαφοράς από τις θεοκρατικές θρησκείες της αρχαιότητας αλλά και του σήμερα. Μη έχοντας φτιάξει τον Κόσμο, οι «Ολύμπιοι» Θεοί, γνωρίζουν άλλωστε πως δεν έχουν δικαίωμα να του αλλοιώσουν τη σύνθεση, είτε προς το (ούτως, ή άλλως κατ' ανθρώπους) «καλύτερο», είτε προς το (επίσης ούτως ή άλλως κατ' ανθρώπους) «χειρότερο» (M.I. Finley: «The World Of Odysseys», Λονδίνο, Chatto & Windus, 1956). Τιμώντας αυτό που σε τελική ανάλυση ήταν η ουσία από την οποία και αυτοί οι ίδιοι προέρχονταν («ΕΝ ΑΝΔΡΩΝ, ΕΝ ΘΕΩΝ ΓΕΝΟΣ. ΕΚ ΜΙΑΣ ΔΕ ΠΝΕΟΜΕΝ ΜΑΤΡΟΣ ΑΜΦΟΤΕΡΟΙ. ΔΙΕΙΡΓΕΙ ΔΕ ΠΑΣΑ ΚΕΚΡΙΜΕΝΑ ΔΥΝΑΜΙΣ» διακηρύσσει   ο   Πίνδαρος), αλλά τιμών-τας επίσης και το ιδεώδες της Αξιοπρέπειας, οι Ελληνες ήρθαν να ορίσουν ως «ευσέβεια», απλώς τον σεβασμό και την τιμή «προς Θεούς και Τεθνεώτας». Και αναμφισβήτητα αναδείχθηκαν σύντομα σ' έναν από τους πιο ευσεβείς λαούς που γνώρισε η ανθρώπινη Ιστορία. 

Κάθε πολιτιστική, κοινωνική και πολιτική δραστηριότητα των Ελλήνων έχει άμεση σχέση με τους Έλληνες Θεούς: Η λογοτεχνία, αποφεύγοντας ωστόσο με μαεστρία την παγίδα να γεννήσει «Ιερές Γραφές», είναι πολύ συχνά θρησκευτική. Το ίδιο και το Δράμα, που ξεκίνησε σαν καθαρά θρησκευτικό και παρέμεινε τέτοιο, παρά τις όποιες μεταμορφώσεις του μέσα από τους αιώνες. Η Φιλοσοφία, είτε η προσωκρατική «περί Φύσεως», είτε η μετέπειτα «περί Ανθρώπου», ήταν κατά κανόνα θρησκευτική, το ίδιο και η Νομοθεσία, το ίδιο και οι αθλητικοί Αγώνες. Ο Walter W.Hyde μας πληροφορεί σχετικά, πως κάθε Ελληνική πόλη διέθετε πολύ περισσότερα Ιερά, από όσες εκκλησίες διαθέτει μία οποιαδήποτε  σύγχρονη χριστιανική πόλη. Στην πόλη των Αθηνών μόνο, βρίσκονταν πάνω από διακόσια Ιερά !! («Greek Religion And Its Survivals», Ν.Υόρκη, «Cooper Square Publishers Inc, 1963). 

πηγή: rassias.gr