ΕΤΙΚΕΤΕΣ

ΣΧΕΣΕΙΣ ΧΑΛΔΑΪΚΗΣ ΚΑΙ ΝΕΟΠΛΑΤΩΝΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ

Αποτέλεσμα εικόνας για χαλδαική και νεοπλατωνική θεολογία

Εισαγωγή 

Η ονομασία «Χαλδαίοι» αναφέρεται γενικά στο λαό των Χαλδαίων που κατοικούσε στα εδάφη της Βαβυλωνίας και κυρίως στους μάγους Χαλδαίους της Βαβυλώνας. Οι Χαλδαίοι συνδέονται με το Νεοπλατωνισμό, το κίνημα που ίδρυσε ο φιλόσοφος Πλωτίνος τον 3ον αι. μ. Χ., μέσω των σκοτεινών και παράξενων στίχων που τιτλοφορήθηκαν ως Χαλδαϊκοί Χρησμοί ή Χαλδαϊκά Λόγια. Οι μαθητές και διάδοχοι του Πλωτίνου θεώρησαν σκόπιμο να σχολιάσουν τους στίχους αυτούς, να τους εντάξουν στο πρόγραμμα μαθημάτων των σχολών τους και να εφαρμόσουν τις διδαχές τους στις θεουργικές τελετές. Αν και η πιθανότητα απευθείας συνέχειας της θρησκείας των Σουμερίων, των Ακκάδων και των Βαβυλώνιων έως στην εποχή των Νεοπλατωνικών είναι αμφισβητούμενη, υπάρχουν κάποιες ενδείξεις θρησκειολογικού κυρίως χαρακτήρα που θα μπορούσαν να στρέψουν την έρευνα προς μία τέτοια κατεύθυνση. Η Θεουργία όπως εξελίχθηκε έπειτα από τον Πλωτίνο και η επιβίωση της αρχαίας Χαλδαϊκής μαγείας σε αυτήν είναι πολύπλοκα και ευρύτατα θέματα, τα οποία ελάχιστα θίγονται εδώ. Πιο πολύ ερευνάται η θεολογία των Χαλδαϊκών Χρησμών ως προς τη συνάφειά της σε πολλά σημεία με το Νεοπλατωνισμό, αλλά και ως απήχηση της αρχαίας παράδοσης, στο βαθμό που θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι επιβιώνει και αναβιώνει εντός της. Η κύρια θέση της εργασίας αφορά την  απροσδιοριστία του ονόματος της πρώτης αρχής και την ομωνυμία του προθέματος «Εν» ορισμένων θεοτήτων των Βαβυλωνίων με το νεοπλατωνικό Εν. Επιπλέον, επιχειρείται μία αντιπαραβολή των σημασιών, με τις οποίες ο όρος αυτός ήταν γνωστός στους αρχαίους Χαλδαίους και τους Νεοπλατωνικούς. Το θέμα είναι ότι η πρωταρχική ενοποιητική και απροσδιόριστη φύση του ονόματος «Εν» δεν εξαφανίστηκε, αλλά διατηρήθηκε ως μία ανάμνηση, από το βάθος του χρόνου. Ακόμη, ανιχνεύονται πολλά στοιχεία που θα μπορούσαν να στηρίξουν την άποψη ότι ο Πλωτίνος είχε μία επιμέρους γνώση πολλών Χαλδαϊκών και άλλων ανατολικών δογμάτων, τα οποία λανθάνουν με ποικίλες μορφές στο έργο του. Η μεθόδευση που προτείνεται στηρίζεται στην ανάδειξη της ιστορικο-φιλοσοφικής διάστασης του θέματος, καθώς βάση για την ανάπτυξη του αποτελούν δεδομένα από την ιστορία των ιδεών, των ονομάτων και των πίστεων.

Η Πρόσληψη του ονόματος «Χαλδαίοι» και η σχέση τους προς τους Χαλδαϊκούς Χρησμούς

Οι «Χαλδαίοι» ήταν οι θεματοφύλακες της ιερής επιστήμης, των αστρολογικών γνώσεων, της μαντείας, αναμεμιγμένων με τη θρησκεία και τη μαγεία. Θεωρούνταν οι τελευταίοι εκπρόσωποι των Βαβυλωνίων σοφών, μέσω των οποίων μεταβιβάστηκαν στον Αρχαίο κόσμο προ-επιστημονικές πληροφορίες, οι οποίες διατηρήθηκαν ακόμη και έως τον Μεσαίωνα. Υπήρξαν οι πρώτοι μαθηματικοί και ο τρόπος που αντιμετώπισαν τους αριθμούς είχε έναν βαθμό απλότητας, ομοιογένειας και αφαίρεσης που δεν ξεπεράστηκε ποτέ. Εμφανίστηκαν την 3η χιλιετία π. Χ. και για πρώτη φορά οδηγήθηκαν σε μία συνολική σύνθεση των πληροφοριών που κατείχαν, καθιστώντας το όραμα της ενοποίησης της γνώσης δυνατό, όντας έκτοτε εμπνευστές κάθε ανάλογης προσπάθειας. Έζησαν στη χώρα των Σουμερίων και των Ακκάδων, και κατέστησαν κατόπιν τη Βαβυλώνα κατοικία της αρχαίας σοφίας. Η γλώσσα τους ήταν κατά πάσα πιθανότητα τα Ακκαδικά, από τα οποία προήλθαν τα Βαβυλωνιακά και τα Ασσυριακά, και άλλες σημιτικές γλώσσες, αλλά ίσως εκφράζονταν στα Σουμεριακά, που διαφέρουν ως προς τις ρηματικές ρίζες, τα επιθέματα και τα προθέματα, όντας ασιανική γλώσσα. 

Στην κλασσική Αρχαιότητα με την ονομασία «Χαλδαίοι» εννοούσαν κυρίως τους ιερείς των Βαβυλωνιακών ναών και από τον Διόδωρο Σικελιώτη συγκρίνονται προς  τους Αιγύπτιους ιερείς. Εφόσον λοιπόν η λέξη Χαλδαίος χρησιμοποιούνταν για τα μέλη του Βαβυλωνιακού ιερατείου, και συνεκδοχικά για όλους τους Μεσοποτάμιους σοφούς, έγινε σύντομα τίτλος τιμής για τους Έλληνες που μαθήτευσαν στις Βαβυλωνιακές σχολές. Στην εποχή του προφήτη Δανιήλ, η λέξη «Χαλδαϊκός» σήμαινε μαγικός, ενώ λέγεται ότι τότε ο μάγος Βαλτάσαρ, της αυλής του Ναβουχοδονόσωρ, ήταν «ἄρχων τῶν ἐπαοιδῶν» και ερμηνευτής των ονείρων. Στα ελληνιστικά χρόνια ο όρος Χαλδαίος ήταν συνώνυμος με τη λέξη μαθηματικός και αστρολόγος. Ήδη όμως στη Ρωμαϊκή Εποχή ο όρος απέκτησε αρνητικές συνδηλώσεις. Οι Βυζαντινοί θεωρούσαν ότι η προέλευση της μαγείας και της "ειδωλολατρικής" θρησκείας ανάγεται στην Αφρική και στις φυλές που ίδρυσαν οι γιοί του Νώε, Χαμ (από τη φυλή του οποίου διαδόθηκε στους Βαβυλωνίους, του Πέρσες και τους Ινδούς) και του Ιάφεθ (από τη φυλή του οποίου διαδόθηκαν στους Έλληνες). Στο Βυζάντιο υπήρχε η αντίληψη ότι δεν ήταν όλοι οι λαοί σε θέση να επικοινωνήσουν με τις υπερφυσικές δυνάμεις. Υπήρχαν κάποια εκλεκτά έθνη, όπως οι Αιγύπτιοι, οι Βαβυλώνιοι, οι Ασσύριοι, οι Ιουδαίοι, οι Πέρσες, αγαπητά από τα πνεύματα, καθώς υπήρχαν στη γη, όταν και οι δαίμονες κατοικούσαν εκεί. Έτσι, δεν διέκριναν τα είδη των θρησκειών των λαών αυτών, αλλά θεωρούσαν ότι ήταν «ποιηταὶ ἀγαλμάτων καὶ ἐξηγηταὶ καὶ τελεσταὶ μυστηρίων». Ήταν γνωστό από την Παλαιά Διαθήκη ότι ο Αβραάμ από τη Μεσοποταμία, τη Χαναάν, οδηγήθηκε στην Αίγυπτο και πάλι πίσω στη Χαναάν. Ωστόσο, υπήρχε η Βιβλική άποψη ότι οι Πατριάρχες δεν προέρχονταν από τη Χαναάν. Στη Γένεση γράφεται ότι προήλθαν από την Ουρ των Χαλδαίων. Οι Χριστιανοί δεν θεωρούσαν τον Αβραάμ μάγο και αστρολόγο, αλλά πραγματικό αστρονόμο και οιωνοσκόπο υπό την καθοδήγηση του Θεού. Από ένα σημείο και μετά ο όρος Χαλδαίος έγινε συνώνυμος του μάντη και του γόητα που εξασκούσε τις απόκρυφες επιστήμες. Ο Μιχαήλ Ψελλός κατά τον 11ον αι. στη διαμάχη του με τον Μιχαήλ Κηρουλάριο, κατηγόρησε τον αντίπαλό του «ἐπ’ ἑλληνισμῷ και χαλδαϊσμῷ». Γενικά τον Μεσαίωνα το όνομα Χαλδαίοι είχε κύρος, αλλά ήταν συνδεδεμένο με τη μαγεία και την αγυρτεία.

Οι στίχοι που φέρουν τον τίτλο Χαλδαϊκοί Χρησμοί δεν κατάγονται απευθείας από την αρχαία Χαλδαία. Θεωρείται ότι γράφτηκαν τον 2ον αι. μ. Χ. κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Μάρκου Αυρήλιου, και συνήθως ως συγγραφείς τους παραδίδονται οι Ιουλιανοί, πατέρας και γιός, χαρακτηριζόμενοι αντίστοιχα ως «Χαλδαίος» και «Θεουργός», οι οποίοι τελούσαν μαγικές πράξεις για να αποκτήσουν επικοινωνία με το θείο. Πιθανόν να δημιουργήθηκαν δια της θεουργικής τεχνικής, μία μορφή πνευματισμού που ασκούν τα μέντιουμ (channeling), τεχνική παρόμοια με την Βαβυλωνιακή προφητεία και των εκστατικών Ασσυρίων οπαδών της Ιστάρ και της Εκάτης. Οι Χαλδαϊκοί Χρησμοί είχαν επηρεάσει το Νεοπλατωνισμό, όταν είχε προετοιμαστεί το έδαφος να δεχτεί το δόγμα του Ζωροαστρικού δυισμού ήδη κατά τον 2ον αι. Ο Μέσος Πλατωνικός φιλόσοφος Νουμήνιος, ο οποίος επηρέασε την πρώιμη διαμόρφωση του Νεοπλατωνισμού, και έζησε στην πόλη της Απάμειας, υπήρξε ένας ριζικός δυϊστής. Αναζητώντας την άμεση αποκάλυψη της αλήθειας, πρέσβευε την αρμονική σχέση των Πλατωνικών, των Πυθαγορείων, των Βραχμάνων, των Ιουδαίων, των Περσών και των Αιγυπτίων, και ήταν ευνοϊκά διακείμενος στο να αποδεχτεί τους Χαλδαϊκούς Χρησμούς. Επίσης, ο δάσκαλος του Πλωτίνου, Αμμώνιος Σακκάς, στον οποίο αποδίδεται η πρώτη διδασκαλία των νεοπλατωνικών δογμάτων, είχε αφυπνίσει στους μαθητές του το ενδιαφέρον για το Ζωροαστρισμό. Έτσι, ο Πλωτίνος αποφάσισε να ταξιδέψει στην Περσία για να γνωρίσει τα δόγματα των σοφών της χώρας αυτής. Ο Ωριγένης, μαθητής του Αμμώνιου (είναι αμφισβητούμενο αν πρόκειται για τον χριστιανό Ωριγένη ή έναν άλλο πλατωνικό Ωριγένη) αναπαρήγε δόγματα των Ζωροαστρών στο έργο του Περί Δαιμόνων,  και ένας τρίτος μαθητής, ο Αντωνίνος, παραθέτει ένα περσικό  δόγμα για τις νοητικές αρχές. Ο Πορφύριος, μαθητής του Πλωτίνου, γνώριζε τους Χαλδαϊκούς Χρησμούς, και τους εφοδίασε με σχόλια, τα οποία δεν διασώθηκαν, όπου εναρμόνιζε τη διδασκαλία τους με το Νεοπλατωνισμό. Οι Χαλδαϊκοί Χρησμοί ήταν ιδιαίτερα σημαντικοί για τον Ιάμβλιχο, ο οποίος, επίσης, έγραψε ένα χαμένο σήμερα υπόμνημα, αλλά και στο έργο του Περί Αιγυπτίων Μυστηρίων, σύμφωνα με το οποίο θεωρούνται ένα μέσο ένωσης με το θεό, υψώνονται σε υπέρτατη αυθεντία υπερβαίνοντας ακόμη και τον Πλάτωνα. Μάλιστα, πίστευε ότι οι Χαλδαϊκοί Χρησμοί μεταφέρουν πραγματικά «τὰ Ασσυρίων πάτρια δόγματα». Στη Σχολή των Αθηνών θεωρούνταν έργα θεολόγων και αποτελούσαν το αποκορύφωμα των σπουδών, τα οποία ο σπουδαστής προσέγγιζε μόνο ύστερα από επισταμένη μελέτη του Αριστοτέλη και του Πλάτωνα. Στα ύστερα χρόνια της αρχαιότητας, οι τελευταίοι νεοπλατωνικοί θεωρούσαν τους χαλδαϊκούς χρησμούς μια οικουμενική θεολογία που συμπύκνωνε το πνεύμα και τη συνισταμένη των νοηματοδοτήσεων  των φυσικών θρησκειών από τα πανάρχαια χρόνια.

Κατά τη διαδικασία πρόσληψης των Χαλδαϊκών Χρησμών εμφανίστηκε η σύνδεση τους με τους οπαδούς του Ζωροάστρη, που εξαπλώθηκαν στη Μεσοποταμία από την 2η Χιλιετία π. Χ. και έπειτα. Η σύνδεση έγινε συνειδητά από το Νεοπλατωνικό λόγιο Γεώργιο Γεμιστό-Πλήθωνα τον 15ον αι, και λόγω χειρογράφων με σχόλια του Πρόκλου και του Μιχαήλ Ψελλού που κατείχε, εκ  των οποίων μόνο του δεύτερου διασώζονται σε πλήρη μορφή. Κύριος στόχος του Πλήθωνα ήταν να παρουσιάσει ευσχήμως τη θεολογική του ετερότητα. Ο Πλήθων με το πρόσωπο του Ζωροάστρη προέβη σε "αντικατάσταση-σύνδεση" της παγανιστικής θεότητας της χθόνιας μαγείας Εκάτης, συνδέοντας τους Χαλδαϊκούς Χρησμούς με τον ασκητισμό των αρχαίων Χαλδαίων. Με την εισαγωγή του Ζωροάστρη στην ιστορία του δυτικού Εσωτερισμού, δημιουργήθηκε μία ιστορική συνέχεια θεουργών από την αρχαία Χαλδαία ή Περσία έως τους Ιουλιανούς, τον Σούφι μυστικό Σαχάμπ αλ-Ντιν Σουχραβαρντί (Shahab al-Din Suhrawardi)28 και τον Πλήθωνα, η οποία, αν και δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί ως προς την αλήθεια της καταγωγής της, τελικά τροφοδότησε το ρεύμα της Ευρωπαϊκής μαγείας μέχρις σήμερα.

Παρά όλα αυτά, οι Χαλδαίοι μάγοι της Βαβυλώνας δεν μπορούν να ταυτιστούν stricto sensu με τους δημιουργούς των Χαλδαϊκών Χρησμών, ώστε να θεωρηθεί ότι αποτελούν μία θεοπαράδοτη σοφία προερχόμενη χωρίς χάσματα από την 3η χιλιετία π. Χ. Ωστόσο, ίσως οι Χαλδαϊκοί Χρησμοί μεταφέρουν κάποια αποσπάσματα της αρχαίας Χαλδαϊκής γνώσης, το κύρος της οποίας ήταν πολύ μεγάλο για να χαθεί εντελώς χωρίς να αφήσει ίχνη. Η έμφαση που δόθηκε στους Χαλδαϊκούς Χρησμούς από το κίνημα του Νεοπλατωνισμού, θεωρήθηκε ως μία σταδιακή μετάβαση από  τη φιλοσοφία στη μαγεία και τη θρησκευτικότητα. Η απάντηση στο ερώτημα περί θεού ήταν ανάγκη να δοθεί όχι μόνο με διαλογισμό και έρευνα, αλλά όπως στις Μυστηριακές Θρησκείες της εποχής, μέσω μίας εξ αποκαλύψεως αλήθειας που θα συμπληρωνόταν από πρακτική εφαρμογή με τελετουργικό τυπικό. Η επιλογή των Χαλδαϊκών Χρησμών για αυτόν τον σκοπό θεωρήθηκε πρόσφορη, εφόσον αφορούσε όχι μόνο την εσωτερική σύσταση του κινήματος του Νεοπλατωνισμού, αλλά και την επιρροή του. Η σύνδεση των Χαλδαϊκών Χρησμών με τους αρχαίους Χαλδαίους προσέδωσε στο Νεοπλατωνισμό μία αίγλη προερχόμενη από την Ανατολή, νομιμοποιώντας έτσι την ύπαρξή του ως φορέα και συνεχιστή μίας πανάρχαιας παράδοσης.

Η Θεολογία των Χαλδαϊκών Χρησμών

Ο πρώτος θεός των Χαλδαϊκών Χρησμών είναι η Πατρική μονάδα και υποτίθεται ότι βασιλεύει σιωπηρά από την άβυσσο, από όπου δημιούργησε τον κόσμο με τη Δύναμη και το Νου. Η Δύναμη ισοδυναμεί συνήθως με τον Υιό, το κεντρικό στοιχείο, ενώ ο Νους με την Εκάτη. Η Εκάτη, είναι η ζωντανή φωτιά και η Ψυχή του κόσμου, αποτελώντας έναν τρίτο θεό, έχοντας μία ενδιάμεση θέση, χωρίζοντας και ενώνοντας τις δύο πρώτες υποστάσεις, καλούμενες επίσης «Ἅπαξ καὶ Δὶς ἐπέκεινα». Κάποτε όμως από το περιεχόμενο των αποσπασματικών στίχων των Χαλδαϊκών Χρησμών φαίνεται ότι ο Νους είναι ο δεύτερος δημιουργός θεός και τότε η Δύναμη ταυτίζεται με την Εκάτη. Η πρώτη τριάδα αντιστοιχεί στον κόσμο του υπερκόσμιου φωτός και είναι απολύτως νοητή και αιώνια.

Τον ρόλο που ο Πλάτων απέδωσε στους δαίμονες, τον έχουν στους Χαλδαϊκούς Χρησμούς, οι Ίυγκες, οι οποίοι αποτελούν ένα είδος αγγελιοφόρων, όντας οι σκέψεις του Θεού, σε αναλογία με τις πλατωνικές Ιδέες. Αποτελούν μία τριάδα μαζί με τους Συνοχείς και τους Τελετάρχες. Οι δαίμονες μπορεί να είναι αγαθοί ή κακοί ή άλογοι ανάλογα με τον ρόλο που έχουν στα επίπεδα των αναβαθμών. Όταν προσφωνούσαν ως κακά πνεύματα κάποιους δαίμονες, δεν τους χαρακτήριζαν έτσι επειδή ήταν όντως κακοί, αλλά επειδή κατέγραφαν όλες τις πράξεις των ανθρώπων στο ατομικό μνημονικό ιστορικό της ανθρώπινης ψυχής, κάτι που προκαλούσε τον φόβο των ανθρώπων. Αυτό δεν σήμαινε καθόλου ότι ήταν κακοί στην χαλδαϊκή θεολογία (και στην ελληνική θεολογία), όπως θεωρούσαν λανθασμένα μετέπειτα οι χριστιανοί, αλλά το έργο τους ήταν να καταγράφουν τα πάντα για να προστεθεί κάθε γνώση στο Εν. Αυτοί εμφανίζονται κατά τη διάρκεια των τελετών, έχοντας τη δυνατότητα να μεταστρέψουν την ψυχή. Τα μεσολαβητικά αυτά όντα κατοικούν στο νοητό κόσμο και χαρακτηρίζονται από δύναμη και εξαιρετικές ιδιότητες. Η δεύτερη αυτή τριάδα βρίσκεται στην εμπύρια ζώνη, έχοντας αρχή αλλά όχι πέρας.

Όσον αφορά την υπόσταση της Ψυχής, αυτή έχει ένα διαμεσολαβητικό και αναγωγικό ρόλο. Με την κάθοδό της στα σώματα καθίσταται δέσμια της ύλης, χωρίς όμως να παύει να αποτελεί μία ρευστή πραγματικότητα, διατηρώντας ένα μη πεπτωκός τμήμα της στο νοητό κόσμο. Τελικά, προορίζεται να ανέλθει στον τόπο προέλευσής της, στον ουράνιο θόλο, ξεφεύγοντας από τη λήθη των αισθητών. Η επιστροφή προκαλεί στην Ψυχή μεγάλη ευτυχία και συνεπαρμό. Κατά την άνοδό της απεκδύεται τους φθαρτούς χιτώνες, ή τα πνεύματα ή τα οχήματα, ψάλλοντας τον παιάνα, καθώς οδηγείται στη "σωτηρία", ή αλλιώς τελείωση. Έγκειται σε κάθε ατομική ψυχή να εγκαταλείψει την αγελαία ύπαρξη, που υπόκειται στην ειμαρμένη. Στόχος της είναι η κυριαρχία στα πάθη και η άνοδος με τη βοήθεια της θεουργίας, η οποία μπορεί να σώσει ακόμη και το σώμα, αυτό το θνητό περίβλημα «πικρᾶς ὓλης». Η ανώτερη περιοχή της Ψυχής είναι αιθερώδης, περιέχοντας τους Νοερούς, τους Κοσμαγωγούς και τους Αμείλικτους. Η σημασία της φωτιάς τονίζεται εδώ, καθώς αντιτίθεται στο υλικό σκότος. 

Κάτω από την Ψυχή βρίσκεται ο υλικός κόσμος, όπου άρχει ο Δημιουργός, ο καλούμενος Υπεζωκώς ή το Άνθος της Φωτιάς και η Μητέρα Γη. Εδώ υπάρχουν οι υψηλότεροι δαίμονες, οι ανθρώπινες ψυχές, οι στοιχειώδεις ή χαμηλότεροι δαίμονες (πύρινοι, αέριοι, αιθέριοι, υδάτινοι) και οι κακοί δαίμονες για τους οποίους έγινε λόγος νωρίτερα. Τέλος, ο Κάτω Κόσμος για τους Χαλδαίους ήταν ο μεταθανάτιος κόσμος, που εντοπίζεται στο εσωτερικό της γης. Αποτελεί την κατοικία των "αμαρτωλών" ψυχών που μετά θάνατον για ένα ορισμένο διάστημα εκτίουν εκεί τις ποινές τους, όντας ένα είδος πρώτης ύλης. Στην πραγματικότητα αντιστοιχεί στα Τάρταρα.

Στη θεολογία των Χαλδαϊκών Χρησμών επικρατεί ένας βασικός δυισμός ανάμεσα στον κόσμο της ύλης και τον θεϊκό κόσμο. Η απαισιοδοξία τους για τη γήινη ύπαρξη είναι φανερή από τη δαιμονολογία τους και τη θεωρία που, ακολουθώντας την πλατωνική διδασκαλία, αποδίδει την αιτία του κακού στην ύλη. Ο κοσμολογικός δυισμός τους αντιστοιχεί σε μία ηθική στάση, καθώς η ύλη ταυτίζεται με τον Άδη και τους δαίμονές του που καταγράφουν. Η ανατολική καταδίκη του αισθητού κόσμου είναι καταφανής, σε μεγαλύτερο βαθμό από ότι στη Νεοπλατωνική σκέψη. Ακόμη, η απόδοση στην υπόσταση της Ψυχής της δυνατότητας καθόδου και αναγωγής στον υπερκόσμιο χώρο υποδηλώνει τη θεώρησή της όχι ως κάτι το σταθερό, όπου εγγράφονται τα βιώματα, αλλά όπως στο Νεοπλατωνισμό, ως μία περιπλανώμενη του μεταφυσικού κόσμου.

 Ο αρχαίος Χαλδαϊκός Θεός και το Νεοπλατωνικό Εν

Η πρώτη αρχή σύμφωνα με τον Νεοπλατωνισμό, το Εν, έχει τη θέση ενός ονόματος που υποδηλώνει κυριαρχία και δύναμη. Θα μπορούσε ίσως να συγκριθεί με τη λέξη «Εν» των αρχαίων Χαλδαίων και Βαβυλωνίων, αφού στη σφηνοειδή γραφή τους σημαίνει τον Κύριο ή τον Ιερέα. Υπάρχουν πολλά στοιχεία που μας οδηγούν να πιστέψουμε ότι αυτή η ομωνυμία δεν αποτελεί απλώς μία σύμπτωση. Η βαβυλωνιακή λέξη «Εν» αρχικά αποδιδόταν στον υψηλότατο ιερέα ή ιέρεια μίας θεότητας που προστάτευε κάποια Σουμεριακή πόλη-κράτος – θέση που συνεπαγόταν πολιτική δύναμη. Ίσως ήταν ο αρχικός τίτλος του ηγέτη της Ουρούκ (Uruk), μία από τις πρώτες πόλεις στην ιστορία. Η λέξη «Εν» χρησιμοποιείται ακόμη στις Επιστολές της Αμάρνα του 1350 π. Χ., για τη λέξη Βήλος (Bêlu), ενώ ήταν μία τυπική προσφώνηση του Φαραώ και σήμαινε «βασιλεύς». Ακόμη, συχνά ένα όνομα που αποδίδεται στο θείο από τους Βαβυλωνίους είναι μία περίφραση με πρώτο συνθετικό το «Εν» (Eν – Λιλ, (En - lil = κύριος της καταιγίδας), Εν – Ζου, (En - Zu = κύριος της γνώσης)). Επίσης, ο θεός Eν – Λιλ, (En – lil) ήταν θεός των υδάτων της Αβύσσου, που στη Σουμεριακή γράφεται Εν-Κι, και έχει ως πρώτο συνθετικό τη λέξη «Εν». Ο συμβολισμός αυτού του θεού προερχόταν από τη Σουμερο-Ακκαδική μυθολογία και κοσμολογία σύμφωνα προς την οποία η γη είχε τη μορφή ενός πλατώματος που κάποτε βούλιαξε στην άβυσσο των υδάτων. Ο γιος του θεού αυτού, ο Μαρντούκ, αναπαρίστατο από τον «ηλιακό ταύρο», και κυριάρχησε στο Βαβυλωνιακό πάνθεο τη 2η Χιλιετία.

Ο νεοπλατωνικός φιλόσοφος Δαμάσκιος (6ος αι. μ. Χ.) γράφει ότι οι Βαβυλώνιοι γνώριζαν ότι υπήρχε μία ενιαία αρχή όλων, το Εν. Επίσης, ο νεοπλατωνικός φιλόσοφος Πρόκλος στο Υπόμνημα εις Παρμενίδην αναφέρει ότι οι Χαλδαίοι (οι αληθινοί θεολόγοι) ονόμαζαν την πρώτη αρχή Αντ (Ad), που σήμαινε «ένας», και τη δεύτερη Αντάντ (Adad) που σήμαινε «ένας-ένας». Το Ἂπαξ επέκεινα, η άγνωστη πρώτη αρχή των Χαλδαϊκών Χρησμών, ανάγεται στο Αντ (Ad), ενώ ο θεός Αντάντ (Adad) ισοδυναμούσε προς το Δίς ἐπέκεινα, του δημιουργού του νοητού κόσμου. Η λέξη Αντάντ (Adad) συνδέεται με τους Ασσύριους, σε ένα χωρίο του Μακρόβιου (αρχές 5ου αι. μ. Χ.), όπου τονίζεται ότι αυτός ο λαός λάτρευε τη δύναμη του ήλιου, την οποία συνέδεαν προς τον υψηλότατο και μεγαλύτερο θεό (summum maximuque), ονομαζόμενο Αντάντ (Adad). Η λέξη Αντάντ (Adad) ή για την ακρίβεια Αντού (Addu), είναι ένα από τα πενήντα ονόματα που δόθηκαν στον Μαρντούκ (Marduk), στο αρχαίο βαβυλωνιακό έπος Ενούμα Ελίς (Enûma Eliš), και ο σύνδεσμος ανάμεσα στον Μαρντούκ (Marduk) και τον ήλιο είναι εύλογος στην ερμηνεία του ονόματός  του ως «Μάρι Ούτου» (Māri Utu), γιος του Ήλιου. Επιπροσθέτως, ο Μαρντούκ (Marduk) εξισώνεται με τον Ασσούρ (Aššur), καθώς έτσι ονομάζεται σε πολλά Ασσυριακά και Βαβυλωνιακά κείμενα. Ο θεός Ασσούρ (Aššur) γράφεται και Ας (Aš) που σημαίνει ο «Ένας».

Επίσης, ο θεός Αντάντ (Adad) ήταν στην κορυφή του πανθέου πολλών Συριακών πόλεων, όπου κοινώς ονομαζόταν Βηλ (Bel). Στην Απάμεια της Συρίας, οι Χαλδαίοι ταυτίζονταν με την ιερατική τάξη της θρησκείας του Βηλ (Bel), δηλαδή του Βάαλ, που αντιστοιχούσε στον ελληνικό Δία. Επιγραφή που αναφέρει τη λέξη KLDY, από τη Ρωμαϊκή Παλμύρα διαβάζεται ως Χαλδαίοι. Αλλά και μία ελληνική επιγραφή σε βωμό της Απάμειας από κάποιον Σέξτο Βάριο Μάρκελλο (Sextus Varius Marcellus), που αναφέρεται στα «λογία στην Απάμεια», θεωρήθηκε ότι σχετίζεται με τους Χαλδαϊκούς Χρησμούς. Στην Απάμεια έζησαν ο Αμέλιος, μαθητής του Πλωτίνου, και ο Ιάμβλιχος, οι οποίοι συνέχισαν την παράδοση των Χαλδαϊκών Χρησμών. 

Το φαινόμενο του συγκρητισμού των θεοτήτων ήταν διαδεδομένο στην αρχαιότητα. Ένας θεός μπορεί να έχει περισσότερα από ένα ονόματα, όσο και εάν αυτό προκαλεί σύγχυση τουλάχιστον σε εμάς. Ο Δαμάσκιος αναφέρει ότι το Δίς ἐπέκεινα, δηλαδή ο Δημιουργός θεός, υπάρχει ως πληρότητα σε όλα ως πηγή των όντων και ονομάζεται Δίας. Αυτός ο θεός ισοδυναμεί με την παγκόσμια αρχή, η οποία παράγει τις επιμέρους υποστάσεις. Κατά τον Δαμάσκιο υπάρχει αμφισημία ανάμεσα στην πρωταρχική υπόσταση και όσες προέρχονται από αυτήν, ακόμη και εάν καλούνται με το ίδιο όνομα. Υφίσταται λοιπόν διάχυση της μίας υπόστασης στην άλλη, καθώς αλληλοεξαρτώνται, και υπαγωγή στην πρώτη υπόσταση. Οι τρεις υποστάσεις της πρωταρχικής τριάδας μπορούν να ονομαστούν με τα ίδια ή διαφορετικά ονόματα, όπως ο θεός Ασσούρ (Aššur) απεικονίζεται με περισσότερα του ενός πτερύγια και μορφές.

Οι αρχαίοι Βαβυλώνιοι έχοντας ένα μεγάλο πάνθεο, είχαν μία ιδιαίτερη προσκόλληση στα ονόματα των θεοτήτων. Πίστευαν ότι με τη χρήση των ονομάτων τους, οι θεοί θα επενέβαιναν, ούτως ώστε η μαγικο-θρησκευτικές  πρακτικές να οδηγήσουν σε αποτέλεσμα. Τα ονόματα επείχαν θέση συμβόλων και συνθημάτων που έλκυαν τις αντίστοιχες θεότητες. Αν κατείχε κανείς το αληθινό όνομα του θεού θεωρούνταν πως μπορούσε να ασκήσει μία επιρροή πάνω στον ίδιο τον θεό. Το ίδιο ίσχυε για την Ίσιδα και τον Όσιρη. Για τους Αιγυπτίους, το όνομα (ren) αντιπροσώπευε μία ουσιώδη σχέση ανάμεσα στο όνομα και σε ό,τι ονομαζόταν. Η ουσία ενός θεού, ή ενός ανθρώπινου όντος, ή ενός φανερωμένου πράγματος, περιεχόταν στο όνομά του. Τα Αιγυπτιακά ιερά ονόματα είχαν μία θεουργική δύναμη που μπορούσε να αποκαλύψει την θεϊκή πραγματικότητα· επιπλέον θεωρούνταν οι ίδιοι οι θεοί. Αυτός ο συγκρητισμός των ονομάτων των θεοτήτων, αφενός μοιάζει να επιρρωνύει την άποψη για μία «κοινή θεολογική αντίληψη» των λαών στον αρχαίο κόσμο και αφετέρου υποδηλώνει την ολοφάνερη απροσδιοριστία του θεϊκού επιπέδου.

Το αληθινό όνομα του θεού για τους αρχαίους Χαλδαίους ήταν άρρητο και άφατο, όσο απροσέγγιστο θεωρούνταν το ίδιο το θεϊκό επίπεδο. Εξίσου για τους Νεοπλατωνικούς, η πρώτη αρχή ήταν άφατη και απροσέγγιστη διαμέσου της γνώσης, παρεκτός διαμέσου της μυστικής εμπειρίας. Το αόριστο και αριθμητικό όνομα που δόθηκε στην πρώτη αρχή υποδηλώνει την κατεξοχήν ακατονόμαστη της φύσης της. Ο ίδιος ο Πλωτίνος δήλωσε ότι δεν βρίσκουμε την αληθινή αλλά την ενδεχόμενη ονομασία της.

Επιλογή επιπροσθέτων σημείων σύγκλισης Χαλδαϊσμού και Νεοπλατωνισμού

Είναι γνωστή η υπόθεση ότι ο φιλόσοφος Πλωτίνος γνώριζε τα δόγματα των Βαβυλωνίων, λόγω του ταξιδιού του στην Περσία, ακολουθώντας την εκστρατεία του Αυτοκράτορα Γορδιανού. Αν πράγματι συνομίλησε με εκπρόσωπους τους, θα μπορούσε να είχε ακούσει να αναφέρουν το όνομα «Εν» για τους ηγεμόνες, τους ιερείς τους και πρόθεμα για τους θεούς τους. Έτσι, θα συνδεόταν ο Πλωτίνος με τα Χαλδαϊκά δόγματα όχι μόνο διαμέσου των διαδόχων του, οι οποίοι αποδέχτηκαν και σχολίασαν τους Χαλδαϊκούς Χρησμούς, για να τους συνδέσουν με τη θεουργία, αλλά και πιο άμεσα, εφόσον αποδεχτεί κανείς ότι υπήρξε αυτήκοος μάρτυρας της πανάρχαιας παράδοσης. Αν ο Πλωτίνος είχε κάποια Χαλδαϊκή γνώση, πολύ πιθανόν όπως δεν κράτησε μυστική τη διδασκαλία του αλεξανδρινού δασκάλου Αμμώνιου Σακκά, να την είχε παραδώσει στην προφορική διδασκαλία του - άποψη που όμως δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί εντελώς σήμερα, αν και υπάρχει ακόμη και φιλολογική ένδειξη προς αυτήν την κατεύθυνση. Ακόμη, πιστεύεται ότι ο μαθητής του Αμέλιος Γεντιλιανός, προηγουμένως μαθητής του Νουμήνιου από την Απάμεια της Συρίας, επέστρεψε πάλι στην πόλη αυτή, ελκυόμενος από τη λατρεία του θεού Βάαλ, πριν η πόλη καταστραφεί από τον χριστιανό επίσκοπο Μάρκελλο το 380 μ. Χ.

Ο ίδιος ο Πλωτίνος όπως φαίνεται από το Περί Πλωτίνου Βίου, δεν σύχναζε σε ιερά και θρησκευτικές τελετές. Η προσωπική του εμπειρία αφήνει να εννοηθεί ότι αναζητούσε μία αμεσότητα που δεν μπορούσε να του εξασφαλίσει η συμμετοχή σε αυτές. Παρά όλα αυτά, η τελική ένωση με το Εν παρομοιάζεται με την είσοδο στο άδυτο του ναού, όταν αφήνοντας πίσω τα αγάλματα, ο μυημένος θεάται και εκστασιάζεται με το θείο. Έτσι, λέγεται ότι ο σοφός ιεροφάντης κατανοώντας την αλήθεια του μυστηρίου, εισέρχεται στον ιερό τόπο για να θεαθεί την αρχή και την πηγή του παντός. Ακόμα και όποιος δεν έχει ανακαλύψει ποτέ την είσοδο, πρέπει να δεχτεί την ύπαρξη του αόρατου. Θα το γνωρίσει τελικά, αφού μέσα στο ιερό δει την αρχή μέσω της αρχής και συνδεθεί μαζί της, ενώ μέσω του όμοιου  έλθει σε επαφή με το όμοιο, συλλαμβάνοντας το θείο, αντανακλάσεις του οποίου υπάρχουν στην ψυχή και το νου.

Η θεωρία της ανόδου για τους Χαλδαίους, συνεπάγεται μία ένωση του μυημένου με το θείο. Στους Χαλδαϊκούς Χρησμούς η άνοδος καθοδηγείται από την θεότητα της Εκάτης (Άρτεμις στην ελληνική παράδοση), και οδηγεί έως την πρώτη αρχή. Την ευρέως διαδεδομένη δοξασία ότι τα άστρα είναι θεότητες, τη μοιράζονταν εκτός από τους Χαλδαίους και τους Νεοπλατωνικούς, και άλλες θεολογικές προσεγγίσεις. Όταν έλεγαν ότι τα άστρα είναι θεότητες εννοούσαν ότι ένα μέρος της ενέργειας των θεών προσδιόριζε τις κινήσεις των άστρων. Όμως οι αρχαίοι Χαλδαίοι, θεωρούνταν οι ιδρυτές της αστρολογίας. Ακόμη και οι θεουργοί μέσω των μαγικο-θρησκευτικών πράξεων, θεωρούσαν τη διαδικασία της ανάβασης ως ένα ταξίδι στους ουρανούς. Τα άστρα για τους Χαλδαίους ήταν αυτόβουλες θεϊκές οντότητες, αντίστοιχες του "άνω" κόσμου, οι οποίες μπορούσαν να επηρεαστούν από τις θεουργικές τελετές, ώστε να "ικανοποιήσουν" τις ανθρώπινες επιθυμίες. 

Σύμφωνα με τους Νεοπλατωνικούς, η ψυχή για να κατέλθει στον κόσμο της αίσθησης, επιβιβάζεται αρχικά στο ολόφωτο κοσμικό σκάφος του ουρανού. Στη συνέχεια, αφού ακολουθήσει την περιδίνηση του κοσμικού ατράκτου, επιβιβάζεται σε ένα ατομικό πλοιάριο, το οποίο ορίζει την τύχη της στον κόσμο. Μόνο με την επιβίβασή στο «όχημά» της, η ψυχή εκτίθεται στις επιδράσεις του περιβάλλοντος και στη νομοτέλεια της ειμαρμένης. Τελικά, η  ψυχή απεκδύεται κάθε σωματότητα, η οποία κατά κανένα τρόπο δεν μπορεί από τη φύση της να τη δεχτεί για πάντα.73 Η ψυχή όντας ασώματη και άυλη, ως ουσία και υπόσταση, δεν επικοινωνεί η ίδια με το σώμα. Είναι η ενέργεια της ψυχής που οδηγεί τα σώματα να κινούνται και να δρουν. Τα ασώματα ζωογονούν τα σώματα μέσω των ενεργειών τους. Στο Νεοπλατωνικό μεταφυσικό σύστημα δεν υπάρχουν μόνο οι ανθρώπινες ψυχές, αλλά και των «κρειττόνων γενῶν», δηλαδή οι θεοί, οι άγγελοι, οι αρχάγγελοι, οι δαίμονες, οι άρχοντες και οι ήρωες. Οι ψυχές όλων αυτών των όντων κινούνται σε ένα διαμεσολαβητικό διάστημα ανάμεσα στον εγκόσμιο και υπερκόσμιο χώρο. Ο μόνος τρόπος για την ανοδική πορεία είναι για την ψυχή οι καθαρτικές διεργασίες. Για κάποιους από τους Νεοπλατωνικούς, η ψυχή δεν καταπίπτει ολόκληρη στα σώματα, ώστε να αντλήσει μεγαλύτερη δύναμη για τις μετενσωματώσεις και το αστρικό ταξίδι της. Σε όλες τις περιπτώσεις ο άνθρωπος διατηρεί τη δυνατότητα ελευθερίας, ώστε να επιστρέψει στο θεϊκό βασίλειο.

Οι μαγικές πρακτικές των αρχαίων Χαλδαίων αποτελούνταν από μία φόρμουλα και συγκεκριμένες ιεροπραξίες που σωστά επαναλαμβανόμενες συγκροτούσαν ένα τελετουργικό. Όπως οι Βαβυλώνιοι και οι Αιγύπτιοι, έτσι και οι Νεοπλατωνικοί στην προσπάθειά τους να αποδώσουν ονόματα στο θείο στηρίζονταν στη θεωρία της συμπάθειας και Παμψυχισμού, αφού ο ουρανός αντανακλάται στη γη, και κάθε πράξη εδώ κάτω έχει συνέπειες στον ανώτερο κόσμο, των άστρων και των υπερφυσικών όντων. Κατά ανάλογο τρόπο οι Νεοπλατωνικοί στη θεουργία χρησιμοποιούσαν διάφορα αντικείμενα για να παραπέμψουν σε μεταφυσικές σημασίες. Στη Νεοπλατωνική Θεουργία τα αντικείμενα έχουν συμβολική χρήση, χρησιμοποιούμενα ως κοσμικά εργαλεία. Τα αντικείμενα αυτά συμβόλιζαν τις θεότητες του επέκεινα κόσμου, προς τον οποίο η ψυχή του μυημένου προοριζόταν να ταξιδέψει. Το δόγμα της συμπάθειας του παντός λοιπόν ανάγεται στους Χαλδαίους και συγγενεύει με το Νεοπλατωνισμό, ο οποίος το άντλησε κυρίως από την πανθεϊστική αντίληψη της φύσης και το Ντετερμινισμό του Στωικισμού.

Για τον Χαλδαίο μάγο το όργανο της γνώσης εκτείνεται προς τα έξω, ώστε ο νους να λάβει το θεϊκό φως. Η φωτιά που χρησιμοποιεί ο Χαλδαίος και ο θεουργός στοχεύει στην έλξη προς τα άνω κατά τη διάρκεια της τελετής μύησης. Ενίοτε ταυτιζόταν με τον ίδιο το θεό που επηρέαζε τον μυημένο, την Πατρική μονάδα των Χαλδαϊκών Χρησμών. Η μυστηριακή δύναμη της φωτιάς μεταφέρεται από τον δεύτερο θεό Δημιουργό στον ήλιο δίνοντας φως στους πλανήτες. Έτσι, ο μυημένος εντασσόταν στην άνωθεν προερχόμενη αρμονία του όλου, αφού συνδεόταν με τη μυστική ακτίνα του θεού και την κανονική και επαναληπτική περιφορά του ήλιου. Στην αρχαία βαβυλωνιακή και ελληνιστική θεολογία έχει ιδιαίτερη θέση ο ήλιος, εφόσον προσεγγίζει το θεϊκό βασίλειο. Για τους Χαλδαϊκούς Χρησμούς ο ήλιος ήταν η καρδιά του κόσμου, γεννήτορας ζωής. Οι ακτίνες του θεωρούνταν ότι καθάριζαν  την ψυχή του μυημένου, για την ένωση με το πρωταρχικό φως.

Η εικόνα του φωτός χρησιμοποιείται εκτεταμένα από τους Νεοπλατωνικούς σε σημείο που να αναπτύσσεται μία αισθητική του φωτός, και το Εν ως Αγαθό παρομοιάζεται συχνά με τον ήλιο που διαχέει τις ακτίνες του στον κόσμο. Η Νεοπλατωνική φιλοσοφία οδηγήθηκε σε έναν οραματισμό του θεϊκού επιπέδου χρησιμοποιώντας τις λογικές κατηγορίες και έννοιες, αλλά και πολλές ποιητικές εικόνες για την προσέγγισή του. Οι Χαλδαίοι θεουργοί χρησιμοποιούσαν μαγικά ονόματα, τα «συνθήματα» και τα «σύμβολα» για να επηρεάσουν το θείο. Όμως για να επιτευχθεί το όραμα του Ενός ως φωτισμός της ψυχής, προϋποτίθεται μία ταύτιση του ορώντος υποκείμενου με το ορώμενο αντικείμενο, σχηματίζοντας μία υψηλότερη ολότητα. Για τους Χαλδαίους υφίσταται έξωθεν φωτισμός του ανθρώπου, βασισμένος στις ιεροπραξίες, ενώ για το Νεοπλατωνισμό κυρίως εσωτερικεύεται. Αλλά σε τελική ανάλυση και οι δύο στοχεύουν στη μεταμόρφωση του σώματος, της ψυχής και του πνεύματος μέσα από μία διαδικασία τελείωσης.

Οι Νεοπλατωνικοί πίστευαν ότι με τη θεουργία η ψυχή επιστρέφει στο Εν και στην ευδαιμονία σε ένα "παράδεισο" των ψυχών, όπως για τους αρχαίους Χαλδαίους με την επανάληψη του μυθικού χρόνου των Απαρχών σηματοδοτείται η επιστροφή της ψυχής στον θεό Εν-Κι. Το κυριότερο μυστήριο για τους Χαλδαίους θεουργούς και τους Νεοπλατωνικούς ήταν ο απαθανατισμός ή η αναγωγή. Ο αληθινός στόχος της μύησης ήταν η αναγέννηση της ψυχής διαμέσου του ταξιδιού της στο αόρατο βασίλειο που κατοικούνταν από πνευματικά όντα. Ο νεόφυτος που επιτύγχανε την υπέρτατη μύηση του μυστηρίου υπερέβαινε τον κόσμο της αναγκαιότητας που κυβερνά την ανθρωπότητα, για να ανέλθει έως την πρώτη αρχή, κερδίζοντας την αθανασία.

Η σύγκριση του Νεοπλατωνισμού με τη Χαλδαϊκή σοφία και πρακτική, δεν υποδηλώνει απαραίτητα γνώση των αρχαίων Χαλδαϊκών δογμάτων και τελετών, άποψη που δεν μπορεί να αποδειχτεί μετά βεβαιότητας, ούτε θετικά, ούτε και αρνητικά. Η πρακτική όψη της πνευματικότητας δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί, εάν ο Πλωτίνος δεν είχε εκφράσει την μυστική  εμπειρία του σε ένα πλαίσιο που προϋπόθετε την ενσωμάτωση πολλών αρχαίων διδασκαλιών, όπως των Χαλδαίων. Ιδιαίτερη σημασία είχαν όσες αντιστοιχούσαν στη διάκριση των υποστάσεων, σε μία εκτεταμένη δαιμονολογία—ο Πλωτίνος συνέγραψε μία πραγματεία Περὶ τοῦ Εἰληχότος ἡμᾶς δαίμονος (ΙΙΙ.4) εντοπίζοντας τον χώρο κατοικίας των δαιμόνων στο επίπεδο της Ψυχής και της ύλης – και η περιγραφή της κίνησης της ανθρώπινης ψυχής σε μία καθοδική και ανοδική πορεία ανάμεσα στα άστρα.

Συμπεράσματα

Μέσα από την ανάδειξη στοιχείων που συνδέουν τους αρχαίους Χαλδαίους με τους Χαλδαϊκούς Χρησμούς και τον Νεοπλατωνισμό, διαφάνηκε: α) ότι η σύνδεση αυτή δεν είναι ούτε αναγκαία, ούτε εύλογη, β) ότι οι λόγοι που οι Νεοπλατωνικοί ανήγαν τη φιλοσοφία τους στους Χαλδαίους της Βαβυλώνας ήταν πρώτον, η αίγλη που αυτοί είχαν αποκτήσει στην κλασσική και ελληνιστική Αρχαιότητα, πριν το όνομά τους θεωρηθεί συνώνυμο της αγυρτείας και της μαύρης μαγείας κατά τον πρώιμο χριστιανικό Μεσαίωνα, και δεύτερον, ως συνέπεια του πρώτου, το γεγονός ότι η ανατολική φιλοσοφία και θρησκεία ήταν του συρμού στην Ύστερη Αρχαιότητα, όταν οι Μυστηριακές Θρησκείες είχαν διαδοθεί ευρέως στην περιοχή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Ωστόσο, συνέπεια των ανωτέρω είναι το μη ολωσδιόλου υποθετικό συμπέρασμα, ότι κάποια ψήγματα της θρησκείας των σύγχρονων των Νεοπλατωνικών ανατολικών λαών, και ίσως των αρχαίων Χαλδαίων, διασώζονται στους εξάμετρους στίχους των Χαλδαϊκών Χρησμών. Επιχειρήματα που στηρίζουν αυτό το συμπέρασμα είναι: α) η ομοιότητα της αρχαίας Κοσμολογίας και διαίρεσης του Όντος των Χαλδαϊκών Χρησμών προς την αρχαία Χαλδαϊκή Κοσμολογία, β) η συνάφεια των μαγικών πρακτικών των αρχαίων Χαλδαίων προς τη Νεοπλατωνική Θεουργία, γ) η «υλοφοβία» των Χαλδαϊκών Χρησμών, από την οποία προκύπτει μία ασκητική ηθική, αναλόγως προς την υποτίμηση του υλικού κόσμου, που λαμβάνει την κατώτερη βαθμίδα στην αξιολογική και οντολογική κλίμακα του Νεοπλατωνισμού.

Όμως ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο για την επίρρωση της θέσης ότι ο Νεοπλατωνισμός επηρεάστηκε από την ανατολική Χαλδαϊκή σοφία ως προς τους Χαλδαϊκούς Χρησμούς και την μετέπειτα εξέλιξή του, αποτελεί το γεγονός όχι μόνο της ομωνυμίας του ονόματος «Εν», που οι Χαλδαίοι χρησιμοποιούσαν για τους θεούς, τους ιερείς, και τους αρχηγούς τους, προς το Νεοπλατωνικό Εν, την πρώτη αρχή στο σύστημα των Χρησμών και των Εννεάδων του Πλωτίνου, αλλά και της νοηματικής και ουσιαστικής συνάφειάς τους. Η σημασία του γεγονότος αυτού επιτείνεται, α) από την εκατέρωθεν αναγνώριση της γνωσιολογικής και μεταφυσικής απροσδιοριστίας της πρώτης αρχής, που επέτρεπε την ελπίδα αναγωγής ως άνοιγμα προς το θεϊκό άπειρο, και την συνεπαγόμενη δυνατότητα επιρροής του θείου μέσα από τις μαγικές πρακτικές του θεουργού και μάγου, και β) από την ύπαρξη μίας «θεολογικής κοινής» των λαών της Ανατολικής Μεσογείου, η οποία αποτελούσε στήριγμα του συγκρητισμού των θεοτήτων των διάφορων θρησκειών της περιοχής, ενός συγκρητισμού που μαρτυρούσε το κοινό θεολογικό και κοσμολογικό υπόβαθρο όλων των φυσικών θρησκειών, που καμιά τους δεν είχε ιδρυτή, αλλά είχαν απαρχή στα βάθη των αιώνων μέσα από την ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη και την μυστική "διαίσθηση" σύλληψης ανώτερων κόσμων που την συνέπαιρνε όταν υψωνόταν πνευματικά με την ενδοσκόπηση, το διαλογισμό ή τον αυτοσυγκέντρωση.

Επιπλέον, αν και η συνάφεια των Χαλδαϊκών Χρησμών, και των αρχαίων Χαλδαίων με τον ιδρυτή του Νεοπλατωνισμού είναι ένα αμφισβητούμενο θέμα λόγω έλλειψης επαρκών φιλολογικών τεκμηρίων και ιστορικών μαρτυριών, δεν λείπουν τα στοιχεία εκείνα που θα μπορούσαν να την υποστηρίξουν: α) από την άποψη της ιστορίας, το ταξίδι του Πλωτίνου στην Περσία, ως ακόλουθος του αυτοκράτορα Γορδιανού, καθώς και οι σχέσεις του μαθητή του Αμέλιου προς την Απάμεια της Συρίας όπου λατρεύονταν η Χαλδαϊκή λατρεία του θεού Βάαλ, υποδηλώνουν ότι ο Πλωτίνος δεν αγνοούσε ολότελα τις διδασκαλίες των αρχαίων Χαλδαίων, β) ο Πλωτίνος, αν και δεν σύχναζε σε θρησκευτικές τελετές, εκφράζει την προσωπική του εμπειρία μέσα από τη γλώσσα των Μυστηρίων της εποχής του. Επιπλέον, ο Πλωτίνος περιγράφει την ένωση του μυημένου με το θείο ως ανάβαση στον ουρανό διαμέσου ενός ολόφωτου κοσμικού σκάφους, αντίστοιχη προς την αστρική ανάβαση των αρχαίων Χαλδαίων, αλλά και των Χαλδαϊκών Χρησμών, σύμφωνα με τους οποίους διαμεσολαβεί εκτός του οχήματος, η θεότητα Εκάτη, που ισοδυναμεί προς την Νεοπλατωνική υπόσταση της Ψυχής· γ) ιδιαίτερα σημαντική είναι η χρήση του συμβολισμού του φωτός στις Εννεάδες, αφού αποτελούσε μία απεικόνιση του Αγαθού ή του Ενός, αλλά και του εσωτερικού φωτισμού της ψυχής, όπως και στους Χαλδαϊκούς Χρησμούς, σύμφωνα προς τους οποίους το φως διαμέσου του Δημιουργού θεού μεταφέρεται στον ήλιο, και διαλάμπει στη γήινη επιφάνεια, καθοδηγώντας την αποθεωτική πορεία του μύστη· κατά ανάλογο τρόπο ο Χαλδαίος μάγος χρησιμοποιούσε τη φωτιά ως σύμβολο του θεϊκού φωτός στις τελετές· δ) για τον Πλωτίνο και γενικά τον πολυθεϊστικό Νεοπλατωνισμό υφίσταται ένας Κάτω Κόσμος, όπου "τιμωρούνται" οι ψυχές με τη επανασάρκωσή τους, όπως και μία μακαριότητα στο νοητό τόπο των θεών. Η τιμωρία των ψυχών, τόσο στους Χαλδαίους, όσο και στην ελληνική θεολογική παράδοση δεν είναι αιώνια και δε σημαίνει το ίδιο όπως στον μονοθεϊστικό κόσμο, αλλά θεωρείται η αποτυχία της ανθρώπινης ψυχής να επανενωθεί με τον θείο κόσμο και η αναγκαστική παραμονή της στον αισθητό κόσμο μέσα από τις συνεχείς ενσαρκώσεις μέχρι να τελειωθεί κάποια στιγμή, ώστε να αναχθεί στον θεό Εν-Κι ή το ΕΝ. Το ΕΝ δεν έχει σχέση με την μονοθεϊστική παράδοση του ενός θεού που λανθασμένα αποδίδουν πολλοί, αλλά αποτελεί το σύνολο των Ενάδων, όλων των θεών σε κάθε περίπτωση.

Επίλογος

Αν δίναμε έναν επίλογο στο θέμα, αυτός θα αφορούσε μία γενική ιστορική σημασιοδότηση. Με άλλα λόγια, θα πρέπει να επισημανθεί πως ό,τι δεν έπραξε ο "ιδρυτής" του Νεοπλατωνικού κινήματος, δηλαδή μία ολοφάνερη και στενή σύνδεση της φιλοσοφίας προς τη θρησκευτικότητα, θα το πραγματοποιήσουν οι συνεχιστές και κληρονόμοι του. Η διάδοση της Νεοπλατωνικής θεουργίας που εξήχθη από τους Χαλδαϊκούς Χρησμούς είναι μάρτυρας και απόδειξη αυτής της σύνδεσης. Με το κλείσιμο της Πλατωνικής Ακαδημίας της Σχολής της Αθήνας το 529 μ. Χ. από τον Βυζαντινό αυτοκράτορα Ιουστινιανό, κλείνει ένας κύκλος ζωής και σκέψης. Άρχισε με την εμφάνιση των πρώτων μαθηματικών, των Χαλδαίων, την τρίτη χιλιετία προ Χριστού, που οδήγησε στην απήχηση των θρησκευτικών αντιλήψεών τους στο  Νεοπλατωνικό κίνημα διαμέσου των Χαλδαϊκών Χρησμών, για να ολοκληρωθεί συμβολικά και ουσιαστικά με την αποδημία των τελευταίων Νεοπλατωνικών φιλοσόφων, οι οποίοι με αρχηγό τον Δαμάσκιο θα καταφύγουν στο Χαρράν της Μεσοποταμίας, όπου σαφώς ήταν πιο ανεκτική κάθε διαφορετικότητα στη θρησκεία. 

Ο νεοπλατωνισμός, έτσι, αποτέλεσε την κορύφωση και την αναλαμπή της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας αναλύοντας βασανιστικά τις αρχαίες ελληνικές θεολογικές θεωρήσεις, μαρτυρώντας τη συγγένειά τους με το σύνολο των φυσικών ανατολικών θρησκειών, κάτι που προσέδωσε στην νεοπλατωνική θεολογική παράδοση μια οικουμενική θεολογική λειτουργία για την κατανόηση τόσο της ελληνικής θεολογίας και μυθολογίας ως πεδίο αποκωδικοποίησης των μυθολογικών και των φιλοσοφικών νοημάτων, όσο και της ανθρωποκεντρικής θεώρησης της συγκρότησης ενός ορθολογικού τρόπου αντίληψης της θεολογίας.

Πηγές και βιβλιογραφία για το κείμενο

Εννεάδες Πλωτίνου
Pierre Chuvin, Οι τελευταίοι Εθνικοί φιλόσοφοι. 
Η. Lewis, Chaldean Oracles
M. Eliade, A History of Religious Ideas
Ruth Dorothy Majercik, Chaldean Oracles
G. Contenau, La Magie chez les Assyriens et le Babyloniens
Franz Cumont, Astrology and Religion among the Greeks and Romans
Πορφύριος, Περί του Πλωτίνου Βίου
Polymnia Athanasiadi, “The Chaldean Oracles: Theology and Theurgy”
Wilfred C. Lambert-Simon B. Parker, Enûma Eliš. The Babylonian Epic of Creation, Clarendon Press, Oxford 1966
Philippe Talon, “Enūma Eliš and the Transmission of Babylonian Cosmology to the West”
Andrew George (transl.), Epic of Gilgamesh. The Babylonian Epic Poem and Other Texts in Akkadian and Sumerian
Sara Ahbel Rappe (transl.), Damascius’ problems and solutions concerning first principles. Oxford University Press
William Ralph Inge, The Philosophy of Plotinus
Πλατωνική θεολογία, Πρόκλου
Dylan Burns, “The Chaldean Oracles of Zoroaster, Hekate’s Couch, and Platonic Orientalism in Psellos and Plethon”
Richard Wallis, Neoplatonism
Περί μυστηρίων, Ιάμβλιχου 


πηγή: researchgate.net - dimokratikoskoinotismos