ΕΤΙΚΕΤΕΣ

ΝΤΕΚΑΡΤ - Η ΜΕΘΟΔΟΣ ΠΟΥ ΟΔΗΓΕΙ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΣΚΕΨΗ

Αποτέλεσμα εικόνας για ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, έργα ζωγραφων


Πρόλογος του Μιχαλόπουλου Αθανάσιου

Ο Ντεκάρτ αποτέλεσε τον πατέρα της σύγχρονης φιλοσοφίας και συγκρότησε μια φιλοσοφία της Συνείδησης για πρώτη φορά στην ιστορία της φιλοσοφίας. Ενώ πολλοί υποτίμησαν άδικα το σπουδαίο έργο του, στην πραγματικότητα ο Καρτέσιος μπορεί να συγκριθεί μόνο με τους μεγάλους φιλοσόφους που άφησαν ανεξίτηλα τα σημάδια τους στην εξέλιξη της καθ΄εαυτού φιλοσοφίας, όπως τον Σωκράτη, τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη, τον Σπινόζα, τον Καντ ή τον Χέγκελ. Και τι εννοούμε με τον όρο της καθ΄εαυτού φιλοσοφίας; Ο Ντεκάρτ, όπως και οι προαναφερθέντες φιλόσοφοι, ανήκει στην ομάδα των φιλοσόφων εκείνων που προσπάθησαν να δομήσουν τα θεμέλια της φιλοσοφικής γνώσης με βάση τον ορθό λόγο, τα μαθηματικά και τη γεωμετρία. Έτσι θεωρείται ο δεύτερος φιλόσοφος μετά τον νεοπλατωνικό Πρόκλο που ανέπτυξε μια φιλοσοφία γεωμετρική σε στέρεες βάσεις αλλάζοντας όμως τον προσανατολισμό προς τη σφαίρα του υποκειμένου. Κύρια φιλοσοφική μέθοδος της καρτεσιανής μεταφυσικής, της προσπάθειας δηλαδή για τη συγκρότηση μιας μεθοδολογίας για την αληθινή και βέβαιη γνώση, είναι η αμφιβολία για τα πάντα, ακόμα και για τα αυτονόητα ξεκινώντας από το ίδιο το Εγώ, αποδίδοντάς του την ύπαρξη με τον όρο ότι είναι ένα πράγμα που σκέφτεται. "Υπάρχει κανείς μόνο όταν σκέφτεται", ή "Σκέφτεται κανείς, άρα υπάρχει", ισχυρίζεται ο Ντεκάρτ, και αφού καταλήγει κανείς (το υποκείμενο ως ΕΓΩ) στο να μην μπορεί να αμφιβάλλει ότι αμφιβάλλει, θεμελιώνει και αποδεικνύει την ύπαρξη της ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ ως την αληθινή ουσία του ανθρώπινου Είναι. 


Ο Ντεκάρτ, προκειμένου να θεμελιώσει μια μέθοδο ασφαλούς γνώσης στη φιλοσοφία, πρώτα αποδεικνύει την ύπαρξη της ανθρώπινης ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ ως κάτι που σκέφτεται και στη συνέχεια αποδεικνύει την ύπαρξη του Θεού, για να αποφανθεί ότι ως τέλειο και αγαθό ον δημιούργησε τρόπον τινά έναν κόσμο μέσα από τον οποίο μπορούμε να προσλάβουμε αιώνιες αλήθειες και ότι αυτός ο κόσμος δεν είναι απατηλός, ψεύτικος, γιατί αν ήταν κάτι τέτοιο και ο Θεός θα μας παραπλανούσε, κάτι που δε γίνεται να ισχύει, εφόσον θα απέρριπτε, αυτόχρημα, την αγαθοσύνη και την τελειότητά του. Για να αποδείξει την ύπαρξη του θεού πρώτα διέκρινε τρία είδη γνώσης: τις έμφυτες a priori γνώσεις που είναι αληθινές και βρίσκονται μέσα μας από κατασκευής μας, τις γνώσεις που προέρχονται από τις αισθήσεις που μας παραπλανούν και τις γνώσεις που προέρχονται από τη φαντασία μας. Στη συνέχεια παρέβαλε την ιδέα της τελειότητας του θείου όντος και την κατέταξε στις έμφυτες γνώσεις μας και όχι στις φανταστικές, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι το φανταστικό μας μπορεί να πλάθει ιδέες και για φανταστικά όντα που είναι ανύπαρκτα. Αν έχουμε μέσα μας, λέει ο Ντεκάρτ, μια τέτοια ιδέα για την τελειότητα και την απειρία του θεού, αυτό σημαίνει ότι, ενώ είμαστε πεπερασμένα όντα, φέρουμε μέσα μας μια ιδέα που υπερβαίνει την περατότητά μας, άρα ο Θεός έσπειρε μέσα μας αυτήν την ιδέα, η οποία και αποδεικνύει την ύπαρξή του. 

Αυτό που έχει ενδιαφέρον στον Ντεκάρτ είναι ότι με την μεθοδική του αμφιβολία για την ανακάλυψη μιας βέβαιης γνώσης έθεσε τα θεμέλια της αυτονομίας της νεότερης Φιλοσοφίας και του χωρισμού της από θρησκευτικές θεωρήσεις και δόγματα, κάτι για το οποίο πολεμήθηκε και κάποια από τα έργα του απαγορεύτηκαν αρχικά από την καθολική εκκλησία της εποχής του (όπως οι Αρχές φιλοσοφίας Ι και ΙΙ). Στα πλαίσια της μεθόδου του είναι σημαντικό να αναφερθεί η διάκριση των εννοιών Νοερό και Νοητό. Η φιλοσοφική έννοια "Νοερό" έχει οντολογική υφή και αναφέρεται σε κάποιο ον που από μόνο του είναι ένα επίπεδο σκέψης ή είναι η ίδια η Σκέψη, ενώ η έννοια Νοητό έχει γνωσιολογική υφή. Επειδή ως ορθολογιστής ήθελε καθετί που αφορά τη γνώση να το αποδεικνύει, απέρριψε τη χρήση της πρώτης έννοιας (νοερό), εφόσον αναφέρεται σε πνεύματα (θεός, άγγελοι, δαίμονες) που δεν δύναται να αποδειχτούν υπαρκτικά αλλά μόνο γνωστικά (όπως έπραξε με την απόδειξη της ύπαρξης του θεού)  και εστίασε μόνο στο Νοητό, στη δυνατότητα που έχουμε να συγκροτήσουμε μια μέθοδο που να μας οδηγεί σε μια στέρεη και αληθινή γνώση. 

Αυτό που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής στον Ντεκάρτ είναι η διάκριση των εννοιών του εξωτερικού κόσμου από τον αισθητό κόσμο. Αυτό που μας παραπλανά. για τον Ντεκάρτ είναι οι αισθήσεις και όχι ο εξωτερικός κόσμος, γιατί έχει σημασία ο τρόπος με τον οποίο προσλαμβάνουμε τα όντα, τα οποία είναι εκεί έξω και όχι στη φαντασία μας. Για να μπορέσει ο άνθρωπος, σύμφωνα με την καρτεσιανή μεταφυσική, να συλλάβει μια βέβαιη και ασφαλή γνώση, πρέπει να έχει εμπιστοσύνη στο Λογικό του, να μάθει να μετέρχεται τους κανόνες της ανθρώπινης Νόησης, οι οποίοι υπάρχουν a priori μέσα του σπαρμένοι από τον Θεό μέσα στο Νου του και με βάση αυτούς θα οδηγηθεί στην αληθινή γνώση που είναι η επιστημονική γνώση που συμβαδίζει με τις αρχές της γεωμετρίας και των μαθηματικών. 


Του Τζωρτζόπουλου Δημήτρη

Ο Ντεκάρτ ή Καρτέσιος (17ος αιώνας) αναζήτησε στέρεα θεμέλια για τη γνώση, με δεδομένα τα χαρακτηριστικά της εποχής τουραγδαία ανάπτυξη της επιστήμης και έντονες θρησκευτικές έριδες ανάμεσα στους καθολικούς και τους προτεστάντες. Οι βασικές αρχές της σκέψης του θα μπορούσαν να συνοψιστούν στα ακόλουθα σημεία:

α) Συχνά μας απατούν οι αισθήσεις. Συναφώς παρατηρεί πως δεν ξεχωρίζουμε με βεβαιότητα την κατάσταση του ονείρου, την οποία υποτίθεται ότι συνειδητοποιούμε μόνο αφού έχουμε ξυπνήσει, από την κατάσταση της εμπειρίας μας, όταν ήδη είμαστε ξύπνιοι.

β) Δεν μπορούμε να δεχτούμε με σιγουριά ακόμη κι λογικές ή μαθηματικές αλήθειες, οι οποίες υποτίθεται ότι ισχύουν και όταν κοιμόμαστε και όταν είμαστε ξύπνιοι.

γ) Συνάρτησε το παράδειγμα της αμφιβολίας για τις μαθηματικές αλήθειες με την υπόθεση ότι μπορεί να μας έκανε να τις πιστέψουμε κάποιος «μοχθηρός δαίμονας».

          δ) Το ζητούμενο, ως εκ τούτου, είναι το σκεπτόμενο υποκείμενο: η ύπαρξη κάθε αμφιβολίας μας για την αλήθεια της μιας ή της άλλης πεποίθησης  προϋποθέτει την ύπαρξη του  υποκειμένου που τις σκέφτεται.

          ε) Η στιγμή λοιπόν που σκέφτεται ο άνθρωπος είναι και στιγμή της ύπαρξής τουΤο «υπάρχω» ισχύει, όταν το σκέφτομαι. Πρέπει να το σκέφτομαι για να αμφιβάλλω ως προς αυτό. Παύει να είναι αντικείμενο αμφιβολίας, όταν το βλέπω. Έτσι κατανοείται καλύτερα η περίφημη ρήση του: σκέφτομαι, άρα υπάρχω.

στ) Η πεποίθηση του φιλοσόφου ότι το υποκείμενο σκέψης γνωρίζει με σιγουριά ότι υπάρχει την ίδια στιγμή που σκέπτεται και ότι συγχρόνως αποτελεί άυλη οντότητα είναι εσφαλμένη.

ζ) Πιστεύει ότι η αμφιβολία αίρεται μέσα από την απόδειξη της ύπαρξης του θεού.

η) Τα επιχειρήματα για το ζήτημα του θεού είναι τα εξής:

Ι) οι άνθρωποι είναι ατελή όντα και ως τέτοια δεν αποτελούν την αιτία της ιδέας της τελειότητας παρά την έχουν μόνο στο νου τους. Αναγκαστικά η αιτία υπάρχει έξω από τον ανθρώπινο νουˑ είναι η «πραγματικότητα»  που αντιστοιχεί στον «τέλειο θεό».
ΙΙ) η ιδέα του «τέλειου όντος» που συλλαμβάνει με τη σκέψη του ο άνθρωπος, δηλαδή την έχει εμφυτευμένη στο νου του, συνεπάγεται την ύπαρξη αυτού του όντος, την πραγματικότητα του οποίου παριστά ο θεός. Άρα ο θεός είναι η αιτία που εμφυτεύει μέσα στον ανθρώπινο νου την ιδέα της τελειότητας.
ΙΙΙ) η ύπαρξη κρύβει τελειότητα, γιατί η ανυπαρξία συνιστά ένα είδος ατέλειας. Άρα ο θεός, που περιέχει κάθε είδους τελειότητα, πρέπει να υπάρχει.
                                                       
                                                        
      
Κείμενο

«Δεν ξέρω αν πρέπει να σας μιλήσω για τους πρώτους στοχασμούς που έκανα εκεί πέραγιατί είναι τόσο μεταφυσικοί και τόσο ασυνήθιστοι που δεν θ αρέσουν ίσως σε όλο τον κόσμοΩστόσογια να μπορέσει κανένας να κρίνει αν τα θεμέλια που πήρα είναι αρκετά σταθεράείμαι κατά κάποιο τρόπο αναγκασμένος να μιλήσω γι’ αυτούςΕίχα από πολύ καιρό παρατηρήσει πωςγια ό,τι αφορά τα ήθηείναι κάποτε ανάγκηγνώμες που κανένας τις ξέρει πολύ αβέβαιεςνα τις ακολουθεί το ίδιο σαν να ήταν αναμφίβολεςκαθώς το είπα και πιο πάνωΕπειδή όμως τότε επιθυμούσα να καταγίνομαι αποκλειστικά με την αναζήτηση της αλήθειαςσκέφτηκα πως έπρεπε να κάνω εντελώς το αντίθετο και ν απορρίψωσαν να ήταν εντελώς ψεύτικοοτιδήποτε θα μπορούσε να μου γεννήσει την πιο παραμικρή αμφιβολίαγια να δω αν δεν θα μου απέμενε μετά απ αυτό καμιά πεποίθηση που να είναι εντελώς αναμφίβοληΈτσιεπειδή οι αισθήσεις μας μάς ξεγελούν κάποτεθέλησα να υποθέσω πως τίποτα δεν υπάρχει που να είναι τέτοιο που εκείνες μάς κάνουν να το φανταζόμαστεΚι επειδή υπάρχουν άνθρωποι που ξεγελιούνται κάνοντας συλλογισμούς πάνω και στα πιο απλά ακόμη θέματα της γεωμετρίαςκαι παραλογίζονταικρίνοντας κι εγώ πως μπορούσα να λαθέψω όσο κι οποιοσδήποτε άλλοςαπέρριψα ως ψεύτικους όλους τούς λόγους που είχα εκλάβει προηγουμένως για αποδείξειςΚαι τέλοςπαίρνοντας υπόψη πως όλες οι σκέψεις που έχουμεενόσω είμαστε ξυπνητοίμπορούν επίσης να μας έρχονται ολόιδιες κι όταν κοιμούμαστεχωρίς καμιά τους να είναι τότε αληθινήαποφάσισα να υποθέσω πως όλα όσα μού είχαν μπει κάποτε στον νουδεν ήταν περισσότερο αληθινά από τις φαντασίες των ονείρων μουΑμέσως όμως μετά πρόσεξα πωςενώ εγώ ήθελα να σκεφτώ έτσιότι δηλαδή όλα ήταν ψεύτικαέπρεπε αναγκαστικάεγώ που το σκεπτόμουννα είμαι κάτιΚαι παρατηρώντας πως τούτη η αλήθειασκέπτομαιάρα υπάρχω ήταν τόσο γερή και τόσο σίγουρηώστε όλες μαζί οι εξωφρενικές υποθέσεις των σκεπτικών φιλοσόφων να μην ήταν σε θέση να την κλονίσουνέκρινα πως μπορούσα δίχως ενδοιασμούς να την παραδεχτώ ως την πρώτη αρχή της φιλοσοφίας που αναζητούσα (Λόγος περί της Μεθόδου § 36).
                                                                                                      
                                                              Σχολιασμός – Ερμηνεία

Ι. Αναζητώντας την αλήθεια ο Ντεκάρτ επιχείρησε να σκεφτεί μια αρχή της φιλοσοφίας, η οποία υπάρχει πέρα από κάθε αμφιβολία. Γιατί θέλει να σκεφτεί αυτή την αρχή; Επειδή «οι αισθήσεις μάς απατούν»: μας δίνουν ομοιώματα ή είδωλα της εξωτερικής πραγματικότητας και μας θέτουν μπροστά σε μια φανταστική ή φαινομενική κατάσταση, δηλαδή σε πράγματα, τα οποία αναγκαζόμαστε να πιστεύουμε και να τα προσλαμβάνουμε στο πνεύμα μας ως αληθινά. Ουσιαστικά όμως αυτά  είναι τόσο αληθινά όσο και οι ψευδαισθήσεις των ονείρων μας. Τι συμβαίνει τότε; Με τη μέθοδο της αμφιβολίας, υποστηρίζει ο φιλόσοφος,  αντιμετωπίζουμε  καχύποπτα κάθε είδους πίστη, μέχρι τη στιγμή που θα μπορούσε να αποδειχτεί η νομιμότητά της. Με τη μέθοδο αυτή οι αμφιβολίες μας ωθούνται ως τα άκρα, μέχρι το σημείο του παραλογισμού, έως ότου μας οδηγήσουν στην αδιαμφισβήτητη αλήθεια. Ποια είναι τούτη η  αλήθεια; Είναι η εξής: σκέφτομαιάρα υπάρχω. Πρόκειται για εκείνη την αρχή της φιλοσοφίας, όπου η μόνη, η ακλόνητη βεβαιότητα είναι ότι υπάρχω. Για πόσο όμως χρονικό διάστημα μπορώ να υπάρχωΌσο σκέπτομαι. Μόνο ενόσω σκέπτομαι, κατανοώ το Εγώ μου ότι υπάρχει.

ΙΙ. Δυνάμει αυτής της αρχής, ο Ντεκάρτ  επιχειρεί να διαχωρίσει αυτό που πραγματικά γνωρίζει από αυτό που απλώς πιστεύει, δηλαδή το αληθινό από το ψεύτικο. Αυτό κατανοείται ως εξής: Όσο κανείς σκέφτεται, τόσο καλλιεργεί  τη γνωσιακή του ικανότητα για να καταγράφει τις αδυναμίες που παρουσιάζουν οι παραστάσεις των πραγμάτων και να διερωτάται για την εξωτερική πραγματικότητα που τον περιβάλλει. Έτσι η ενέργεια του Εγώ σκέφτομαι εξασφαλίζει την υπεροχή της ερωτηματοθεσίας ή της διερώτησης για τη μέθοδο που ακολουθεί ο ανθρώπινος νουςΑυτή η υπεροχή διαλύει τη δυσκολία να προσδιορίζουμε αυτό που είμαστε, γιατί μας τοποθετεί κατά τη μεριά της διεργασίας της σκέψης που κατευθύνει την αμφιβολία και η οποία μας επιβάλλει τη διερώτησητι είμαστεΕίμαστε αυτό που σκεπτόμαστε, που αμφιβάλλουμε, βεβαιώνουμε, αρνούμαστε  κ.λπ. Με άλλα λόγια είμαι πνεύμα, νους λόγος, έλλογη ψυχή κ.λπ. Η αλήθεια λοιπόνσκέφτομαιάρα υπάρχωγια τον φιλόσοφο είναι η πρώτη αρχή της φιλοσοφίας  και ενσαρκώνει την επαλήθευση του Εγώ ότι, εφόσον σκέπτεταιδεν μπορεί να αυταπατάται για το γεγονός της ύπαρξής του.

ΙΙΙ. Γενικώς ειπείν, η καρτεσιανή αλήθεια είναι άμεσα συνδεδεμένη με τη μέθοδο. Το συστατικό στοιχείο της μεθόδου είναι η αμφιβολία, η οποία αγκαλιάζει ολόκληρο το σύστημα της γνώσης. Τούτο σημαίνει ότι μπορώ να πω ότι μια γνώση είναι απόλυτα βέβαιη, όταν την υποβάλλω σε κάθε δυνατή αμφισβήτηση, για να την ανασκευάσω και παρ’ όλα αυτά δεν το επιτυγχάνω. Η αμφιβολία, ως μεθοδολογικό στοιχείο, είναι ενέργημα του νου που θέτει τα πάντα σε αβεβαιότητα. Αφού δεν έμεινε τίποτα βέβαιο, η αμφιβολία έπαψε να έχει αντικείμενο και στρέφεται προς τον εαυτό της. Δεν μπορεί ωστόσο η αμφιβολία να έχει αντικείμενο τον εαυτό της· δεν μπορεί η αμφιβολία να γίνει αντικείμενο της αμφιβολίας. Για το μόνο πράγμα συνεπώς, για το οποίο δεν μπορώ να αμφιβάλλω είναι πως αμφιβάλλω. Στη φάση αυτή της αμφιβολίας ανταποκρίνεται η βεβαιότητα της αυτοσυνείδησης ή η συνειδησιακή δραστηριότητα. Ακριβώς τούτη η δραστηριότητα είναι κάτι που μου ανήκει και δεν μπορεί να αποκοπεί από μέναείναι η βεβαιότητα του Είναι μου ή του Είναι της συνείδησης.

πηγή: hegel-platon