ΕΤΙΚΕΤΕΣ

ΦΙΧΤΕ - Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΣΤΟ ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΗΣ ΣΥΝΟΛΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΛΟΓΙΑΣ

Αποτέλεσμα εικόνας για ρομανγτισμοσ, έργα ζωγραφων

Πρόλογος του Μιχαλόπουλου Αθανάσιου

Ο Φίχτε στο έργο του θεμέλιο της σύνολης επιστημολογίας ανάπτυξε τα ιδρυτικά κείμενα του καθ΄εαυτού υπερβατολογικού ιδεαλισμού. Θεώρησε ότι η ουσία της καθαρής γνώσης βρίσκεται στο ίδιο το ΕΓΩ. Ως ΕΓΩ εννόησε την αληθινή ουσία της ανθρώπινης υπόστασης μέσα στην οποία γεννάται η αληθινή γνώση. Το φιχτιανό ΕΓΩ είναι η μόνη χειροπιαστή υπόσταση από την οποία ξεπηδά ο νους, γιατί μόνο μέσα από το ΕΓΩ έχει τη δυνατότητα ο άνθρωπος να στηρίξει πάνω της τα πάντα, τον υποτιθέμενο θεό/θεούς, τον κόσμο, τα αντικείμενα και οτιδήποτε μπορεί να νοηθεί. Μην ξεχνάμε ότι ο Φίχτε έφτιαξε μια γεωμετρική καντιανή φιλοσοφία ολοκληρώνοντας την υπερβατολογική διάσταση του κριτικισμού που έθεσε τις βάσεις τόσο για την ανάπτυξη του απόλυτου του Σέλινγκ όσο και της εγελιανής διαλεκτικής. Το ΕΓΩ, για τον Φίχτε, αποτελεί τη βάση μέσα από την οποία μπορεί να προκύψει οποιαδήποτε φιλοσοφική ή επιστημονική θεωρία. Οτιδήποτε υποπίπτει στον χώρο του συστηματικού επιστητού ή της φιλοσοφίας γεννάται και "εγκρίνεται" μέσα στο ΕΓΩ, στον "χώρο" που γεννάται η νόηση ή η συνείδηση. Ως ΜΗ ΕΓΩ ο Φίχτε εννόησε οτιδήποτε κείται ή υπάρχει απέναντι και έξω από το ΕΓΩ. Άρα το ΜΗ ΕΓΩ είναι ο "εξωτερικός" αντικείμενος κόσμος και το ΕΓΩ το υποκείμενο που μπορεί να νοεί. Ο Φίχτε, σε αντίθεση με τον Σπινόζα που έθεσε την σκέψη και την έκταση έξω από τη συνείδηση, συνέλαβε το ΕΓΩ (ως σκέψη) και το ΜΗ ΕΓΩ (ως έκταση) μέσα στο ΑΠΟΛΥΤΟ ΕΓΩ. 

Το ΑΠΟΛΥΤΟ ΕΓΩ είναι μια υποστασιακή σύνθεση του διαρκούς υποστασιακού συσχετισμού μεταξύ του ΕΓΩ ως θέση (υποκείμενο) και του ΜΗ ΕΓΩ ως αντίθεση (αντικείμενο). Το ΑΠΟΛΥΤΟ ΕΓΩ έχει μια διττή οντολογική δομή, είναι ένα υποστασιακό θεμέλιο και ταυτόχρονα θέτει εντός του νοητικά και συνειδησιακά ενεργήματα, δηλαδή νοεί ή συνειδητοποιεί. Η ανάπτυξη του ΑΠΟΛΥΤΟΥ ΕΓΩ από τον Φίχτε αποτέλεσε τη υποστασιακή βάση για την γέννηση της ιδέας της "ύπαρξης" την οποία ανέπτυξε ο υπαρξισμός, τα πρώτα σπέρματα της οποίας αντλήθηκαν στον Σέλινγκ από τους υπαρξιστές φιλοσόφους με την σχεσιακή ενύπαρξη στον άνθρωπο των δύο θεμελιακών αρχών της Φύσης και του Ενός (σκοτεινή και φωτεινή αρχή).


Του Γιάννη Πίσση, επίκουρου καθηγητή λογικής και φιλοσοφίας των επιστημών

Ο Φίχτε αναζητά στο ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΗΣ ΣΥΝΟΛΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΛΟΓΙΑΣ την πρώτη αρχή της ανθρώπινης γνώσης. Πού την εντοπίζει; Στο ίδιο το υποκείμενο της γνώσης, στο ίδιο το Εγώ. Η πρώτη βεβαιότητα που ζητά ο Φίχτε θα πρέπει να είναι μια άμεση βεβαιότητα. Αλλιώς, αν αποδεικνύεται με βάση κάποια άλλη αρχή, αν δηλαδή προϋποθέτει κάποια άλλη αρχή, δεν θα είναι πια η ίδια πρώτη αρχή, δεν θα είναι απόλυτη ή άνευ όρων. 

Πού, όμως, και για ποιον τίθεται το Εγώ; Δεν μπορεί παρά να τίθεται εντός του ίδιου του Εγώ και για αυτό το Εγώ. Η πρόταση «Εγώ είμαι», η ύπαρξη του Εγώ, δεν μπορεί παρά να σημαίνει ότι το Εγώ θέτει τον εαυτό του, ως προϋπόθεση προκειμένου να θέσει οποιοδήποτε άλλο αντικείμενο. Έτσι ο Φίχτε αναπτύσσει τρεις θεμελιώδεις αρχές μέσα από τις οποίες οδηγείται στην a priori σύλληψη του Απόλυτου Εγώ ως υπόσταση από την οποία προέρχεται η καθαρή και ασφαλής γνώση:

α.  Το Εγώ θέτει τον εαυτό του ή Εγώ είμαι 
β.  Το Εγώ αντιπαραθέτει στον εαυτό του ένα Μη-Εγώ
γ.  Το Εγώ και το Μη-Εγώ περιορίζουν το ένα το άλλο, αμοιβαία


Η πρώτη – απολύτως απροϋπόθετη – θεμελιώδης αρχή είναι λοιπόν η εξής: Το Εγώ θέτει τον εαυτό του ή Εγώ είμαι (βλ. ΘΕ, §1). Κανείς σκέφτεται βέβαια τον Ντεκάρτ και την άμεση βεβαιότητα του «Ego cogito, ergo Ego sum». Σε αντίθεση, ωστόσο, με τον Ντεκάρτ, η ύπαρξη του Εγώ δεν σημαίνει, για τον Φίχτε, την ύπαρξη μιας (πνευματικής) υπόστασης. Σημαίνει, όπως είδαμε, απλώς και μόνο ότι το Εγώ έχει τεθεί, από και για τον εαυτό του. Το Εγώ είναι εφόσον και καθόσον θέτει τον εαυτό του. Η ύπαρξη του Εγώ δεν σημαίνει τίποτε πέρα από την ενέργεια να θέτει τον εαυτό του και, από εκεί και πέρα, να θέτει οποιοδήποτε άλλο περιεχόμενο. Το Εγώ δεν είναι καν κάτι ενεργό ή δραστήριο (ένα ον ή μια υπόσταση)· όλη του η ύπαρξη συνίσταται σε τούτη τη δραστηριότητα.

Οι προσδιορισμοί αυτοί του Εγώ παραπέμπουν σε παραδοσιακούς προσδιορισμούς του Θεού. Το Εγώ είναι (α) καθαρή ενέργεια (actus purus) και (β) αιτία του εαυτού του (causa sui), καθώς θέτει τον ίδιο τον εαυτό του. Οπότε, η φιλοσοφία του Φίχτε έχει συχνά θεωρηθεί σαν η πιο ακραία έκφραση της νεωτερικής φιλοσοφίας του υποκειμένου, σαν μια προωθημένη εκδοχή αυτής της φιλοσοφίας μέχρι το σημείο της ύβρεως ή του παραλογισμού: μέχρι τη θεοποίηση του υποκειμένου. Ωστόσο, καθώς ο Φίχτε ζητά μια απόλυτη θεμελίωση, καθώς επιχειρεί να περιγράψει μια άνευ όρων αρχή, δεν είναι παράξενο οι προσδιορισμοί αυτής της αρχής να συγκλίνουν με εκείνους της θεολογικής παράδοσης. Αυτή η σύγκλιση δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην μια καταχρηστική θεοποίηση του Εγώ. 

Το Εγώ, η οπτική του πρώτου προσώπου, συγκροτείται λοιπόν, κατά τον Φίχτε, με μια πρωταρχική αυτοθεσία (θέση του εαυτού). Αυτή οφείλει να προϋποτεθεί σε κάθε ένα Εγώ, όσο κι αν δεν είναι συνειδητή στην καθεμιά και στον καθένα μας, όσο κι αν δεν είναι η ίδια ένα δεδομένο της συνείδησης (ένα τυχαίο Α), αλλά η προϋπόθεσή της. Την αυτοθεσία του Εγώ ως πρώτη προϋπόθεση φέρνει στο φως ο φιλόσοφος ο οποίος επιτελεί τους συλλογισμούς που εκτίθενται στην αρχή της Θεωρίας της Επιστήμης (δηλαδή ο Φίχτε και οι  αναγνώστες που τον παρακολουθούμε και επαναλαμβάνουμε ο καθένας τις ίδιες σκέψεις). 

Η αυτοθεσία του Εγώ δεν έχει λοιπόν να κάνει με τη φυσική ύπαρξη του ανθρώπου. Χαρακτηριστικά, ο Φίχτε δεν γιόρτασε τη γέννηση του γιου του όταν ο μικρός Ιμμάνουελ Χέρμαν πρωτοαντίκρισε το φως του κόσμου, ούτε όταν άρχισε, ας πούμε, να μιλά, αλλά όταν είπε για πρώτη φορά «Εγώ». Το Εγώ που θέτει τον εαυτό του άνευ όρων δεν ταυτίζεται, από την άλλη, με το ατομικό Εγώ του ενός ή του άλλου ανθρώπου, αλλά αποτελεί την προϋπόθεσή του: εκείνο που ο Καντ έλεγε υπερβατολογικό εγώ (που οφείλει να συνοδεύει όλες μου τις σκέψεις) και που ο Φίχτε ονομάζει απόλυτο Εγώ, ακριβώς επειδή αποτελεί άνευ όρων, απόλυτη προϋπόθεση. Μπορεί κανείς να αφαιρέσει οποιοδήποτε περιεχόμενο· δεν μπορεί όμως ποτέ να αφαιρέσει από το Εγώ, από την καθαρή αυτοσυνείδηση (βλ. ΘΕ, σελ. 97).

Το απόλυτο Εγώ είναι προϋπόθεση κάθε περιεχομένου, ολόκληρου του κόσμου, αλλά είναι το ίδιο κενό: είναι απόλυτο ακριβώς επειδή αφαιρεί από κάθε τέτοιο περιεχόμενο. Πώς, λοιπόν, η Θεωρία της Επιστήμης οδηγεί από τούτο το απόλυτο Εγώ στα περιεχόμενά του; Την πρώτη θεμελιώδη αρχή, την αυτοθεσία του Εγώ, ακολουθούν άλλες δύο θεμελιώδεις αρχές. Σύμφωνα με τη δεύτερη, το Εγώ αντιπαραθέτει στον εαυτό του ένα Μη-Εγώ (βλ. ΘΕ, §2). Το Μη-Εγώ προσδιορίζεται απλώς αρνητικά: δεν είναι το Εγώ. Τίθεται, όμως, υποχρεωτικά εντός του Εγώ και για το Εγώ. Αν όμως τίθεται το Μη-Εγώ, δηλαδή η άρνηση του Εγώ, τότε αίρεται το Εγώ. Κι αν τίθεται το Εγώ, τότε αίρεται το Μη-Εγώ. Πώς λοιπόν μπορούν να συνυπάρχουν; Την απάντηση δίνει η τρίτη θεμελιώδης αρχή: Το Εγώ και το Μη-Εγώ περιορίζουν το ένα το άλλο, αμοιβαία (βλ. ΘΕ, §3). Στο βαθμό που τίθεται το ένα, αίρεται το άλλο.

Η πρώτη θεμελιώδης αρχή, η αυτοθεσία του Εγώ, είναι για τον Φίχτε απολύτως άνευ όρων. Η δεύτερη είναι υπό όρους ως προς το περιεχόμενό της, καθώς προϋποθέτει το Εγώ που έχει ήδη τεθεί, αλλά άνευ όρων ως προς τη μορφή: εισάγει τη μορφή της αντίθεσης, της άρνησης του Εγώ. Η δε τρίτη αρχή είναι, αντίστροφα, υπό όρους ως προς τη μορφή, καθώς το έργο της είναι προδιαγεγραμμένο, να συνενώσει τα δυο αντίθετα, Εγώ και Μη-Εγώ, και άνευ όρων ως προς το περιεχόμενο: ως λύση εισάγει τον αμοιβαίο περιορισμό. Μετά την αυτοθεσία του Εγώ, η δεύτερη και η τρίτη αρχή εισάγουν δυο ακόμη πρωταρχικά ενεργήματα του Εγώ: την αντίθεση και τη σύνθεση δια του αμοιβαίου περιορισμού. Ο Φίχτε εισάγει το σχήμα θέση-αντίθεση-σύνθεση (που συχνά αποδίδεται, παραπλανητικά, στον Χέγκελ). Το σχήμα αυτό καθορίζει ολόκληρη την πορεία της Θεωρίας της Επιστήμης. Ανακύπτουν κάθε φορά νέες αντιθέσεις ανάμεσα στο Εγώ και το Μη-Εγώ, οι οποίες γεφυρώνονται με την παρεμβολή ενδιάμεσων όρων, συνδετικών κρίκων. Κάθε φορά, δηλαδή, απαιτείται, ένα νέο ενέργημα του Εγώ που εισάγει μια τέτοια γέφυρα.

Σε αυτή την πορεία, παράγονται σταδιακά όλες οι κατηγορίες, με τις οποίες το Εγώ αναφέρεται σε αντικείμενα, με τις οποίες συγκροτεί τον αντικειμενικό κόσμο. Σταδιακά, λοιπόν, προσδιορίζεται το ίδιο το Εγώ: εκτίθεται ο μηχανισμός των αναγκαίων του ενεργημάτων. Παράλληλα, προσδιορίζεται το Μη-Εγώ, ο αντικειμενικός κόσμος απέναντι στο Εγώ. Στην αρχή της πορείας, το Εγώ και το Μη Εγώ ήταν, όπως είδαμε, εντελώς κενά, απροσδιόριστα. Στο Εγώ φτάσαμε αφαιρώντας κάθε περιεχόμενο· το Μη-Εγώ δεν ήταν παρά η άρνηση αυτού του Εγώ.

Ας σταθούμε μονάχα στις τρεις θεμελιώδεις αρχές. Από αυτές παράγονται οι στοιχειώδεις αρχές της λογικής: η αρχή της ταυτότητας (Α=A), η αρχή της μη αντίφασης (Α ≠ όχι-Α), η αρχή του αποχρώντος λόγου (Α εν μέρει = όχι-Α, άρα υπάρχει ένας λόγος για τη σύνδεση και τη διάκριση των όποιων περιεχομένων). Ακόμη κι η λογική δεν είναι για τον Φίχτε μια επιστήμη άνευ όρων, αλλά προϋποθέτει το φιλοσοφικό θεμέλιο όλων των επιστημών, τη Θεωρία της Επιστήμης. Όπως είδαμε, το Α=A ισχύει υπό την προϋπόθεση ότι Εγώ=Εγώ. Σε αντιστοιχία με τις αρχές της λογικής, προκύπτουν από τις τρεις πρώτες αρχές οι κατηγορίες της πραγματικότητας (θέση), της άρνησης (αντίθεση) και του περιορισμού (σύνθεση), εκείνες που ο Καντ ονόμαζε κατηγορίες της ποιότητας. Στον Χέγκελ το αντίστοιχο σχήμα που καθορίζει τη λογική πορεία στη φιλοσοφία του είναι: θέση-άρνηση-άρνηση της άρνησης.

Στην παραπέρα πορεία, παράγονται λοιπόν όλες οι κατηγορίες και ακόμη και οι μορφές του χώρου και του χρόνου, ως υποχρεωτικοί όροι για τη συγκρότηση του Εγώ και του αντικειμενικού κόσμου. Το θεωρητικό μέρος της Θεωρίας της Επιστήμης εκθέτει «ολόκληρο το μηχανισμό του ανθρώπινου πνεύματος» (ΘΕ, σελ. 226) –των ενεργημάτων του Εγώ– και καταλήγει στην παράλληλη συγκρότηση, μέσα από αυτό το μηχανισμό, του Εγώ και του κόσμου. Ακολουθεί το πρακτικό μέρος του συστήματος. Το Εγώ κάνει το βήμα πέρα από το μηχανισμό της θεωρητικής αναγκαιότητας κι έχει πια απέναντί του έναν κόσμο στον οποίο δρα πραγματικά: μπορεί να τον διαμορφώσει και να τον αλλάξει παρεμβαίνοντας τεχνικά και πράττοντας ηθικά/ελεύθερα.

Για τον Φίχτε, το Εγώ δεν συγκροτεί τα αντικείμενα αυθαίρετα, καταπώς αρέσει στην καθεμιά ή στον καθένα, αλλά υπό αναγκαίους όρους. Επιπλέον, η κατασκευή ή ο προσδιορισμός των αντικειμένων έχει ένα όριο. Η δραστηριότητα του Εγώ περιορίζεται από ένα Μη-Εγώ και προϋποθέτει μια ώθηση από αυτό το Μη-Εγώ. Το Εγώ επιχειρεί να γνωρίσει κάτι άλλο από τον εαυτό του και έχει όρια στη γνώση του. Κατασκευάζουμε τα αντικείμενα πάντοτε ατελώς. Ο στόχος της γνώσης μας είναι να προχωρούμε όλο και παραπέρα στον προσδιορισμό του αντικειμένου, άρα να μεταθέτουμε αυτό το όριο όλο και πιο μακριά. Δεν μπορούμε, όμως, ποτέ να εξαφανίσουμε το όριο, μονάχα να το μεταθέτουμε επ’ άπειρον.

Η φιλοσοφία του Φίχτε δεν είναι λοιπόν ούτε ένας δογματικός ιδεαλισμός, ο οποίος δεν θα αναγνώριζε την πραγματικότητα του Μη-Εγώ, ούτε όμως ένας δογματικός υπερβατικός ρεαλισμός, ο οποίος θα υπερέβαινε εκείνο τον κύκλο και θα δεχόταν ένα πράγμα καθαυτό (ένα ον, μια υπόσταση) πέρα και έξω από η συνείδηση. Ο Φίχτε μιλά για έναν κριτικό (και όχι δογματικό) ιδεαλισμό, που ισορροπεί μεταξύ ιδεαλισμού και ρεαλισμού και θα μπορούσε να ονομαστεί «ρεαλ-ιδεαλισμός» ή «ιδεαλ-ρεαλισμός» (ΘΕ, σελ. 281). 

Ο Φίχτε μιλά ακόμη για έναν «πρακτικό ιδεαλισμό» (ΘΕ, σελ. 156), και αυτός ο όρος περιγράφει εξαίρετα τη φιλοσοφία του.

Η Θεωρία της Επιστήμης εκκινεί με το απόλυτο Εγώ ως προϋπόθεση. Κατόπιν, όμως, το απόλυτο Εγώ εμφανίζεται ως στόχος. Μάλιστα ως ένας στόχος που είναι μεν αναγκαίος, αλλά μένει αναγκαία ανεκπλήρωτος, ως μια ρυθμιστική ιδέα. Τι σημαίνει αυτός ο διπλός προσδιορισμός; Το Εγώ και το Μη-Εγώ που περιορίζουν αμοιβαία το ένα το άλλο, τίθενται και τα δυο εντός του απόλυτου Εγώ. Με αυτή την έννοια, το απόλυτο Εγώ αποτελεί προϋπόθεση. Ο στόχος είναι: το πεπερασμένο Εγώ, εκείνο που περιορίζεται από το Μη-Εγώ, να υπερβεί αυτό τον περιορισμό και να καταστεί απόλυτο Εγώ. Με αυτή την έννοια, το απόλυτο Εγώ αποτελεί (ανεκπλήρωτο) στόχο.

 Με άλλα λόγια, το απόλυτο Εγώ είναι πρωταρχικά κενό, απροσδιόριστο. Θέτει τον εαυτό του και κάθε περιεχόμενο μονάχα με την έννοια ότι οτιδήποτε τεθεί δεν μπορεί παρά να τεθεί εντός του Εγώ και για το Εγώ. Ο στόχος είναι το Εγώ να θέσει πραγματικά τον εαυτό του και, μαζί, ολόκληρο τον κόσμο. Πώς θέτει πραγματικά τον εαυτό του; Με το να συγκροτήσει το σύστημα της γνώσης, αλλά προπάντων με το να ανταποκριθεί στον πρακτικό του καθορισμό, να υπερνικήσει κάθε εμπόδιο της πεπερασμένης φύσης του και να κατακτήσει την απόλυτη ηθικότητα, την ελευθερία του. Πώς θέτει ολόκληρο τον κόσμο; Με το να υπερβεί κάθε εμπόδιο του Μη-Εγώ: να υποτάξει πλήρως τη φύση με τη γνώση του και με την τεχνολογία του και να διαμορφώσει τον κοινωνικό κόσμο σε πλήρη συμφωνία με τις ηθικές επιταγές. Ο στόχος, που δεν μπορεί ποτέ να επιτευχθεί πλήρως, είναι το Εγώ να οικειοποιηθεί και να διαμορφώσει τον κόσμο ώστε αυτός να πάψει να είναι ξένος για το Εγώ, ώστε να μην υφίσταται πια το Μη-Εγώ.

Ο ιδεαλισμός είναι, λοιπόν, με μια έννοια προϋπόθεση: ό,τι είναι, είναι αντικείμενο για το Εγώ. Είναι, όμως, προπάντων στόχος: το Εγώ να καθορίσει όντως πλήρως το αντικείμενο, ώστε να μην του είναι πια καθόλου ξένο. Με αυτή την έννοια, η φιλοσοφία του Φίχτε είναι ένας πρακτικός ιδεαλισμός: Ο ιδεαλισμός είναι στόχος και όχι κάτι δεδομένο. Δεν δηλώνει πώς έχουν τα πράγματα, αλλά πώς οφείλουν να έχουν. Με άλλα λόγια, η διαμάχη μεταξύ ρεαλισμού και ιδεαλισμού δεν μπορεί να κριθεί στη θεωρητική σφαίρα. Εδώ δεχόμαστε το Μη-Εγώ, αλλά μονάχα ως ένα ανεξήγητο όριο στη δραστηριότητα του Εγώ. Στην πρακτική σφαίρα, αντίθετα, καταδεικνύεται αφενός η πραγματικότητα του Μη-Εγώ· αφετέρου, όμως, καταδεικνύεται το καθήκον του Εγώ να μη συμβιβαστεί με την πραγματικότητα του Μη-Εγώ, αλλά να υπερβεί την αντίστασή του. Η διαμάχη επιλύεται λοιπόν υπέρ του ιδεαλισμού, αλλά μονάχα με την έννοια του καθήκοντος ή του στόχου.

Ο ιδεαλισμός του Φίχτε –η απελευθέρωση των ανθρώπων «από τα δεσμά της εξωτερικής επίδρασης» και η αυτοτέλειά τους – είναι εντέλει διαρκής στόχος.

Ο Υπερβατολογικός ιδεαλισμός και ο σπινοζισμός

Ο Φίχτε δηλώνει, συγκεκριμένα, ότι το θεωρητικό μέρος της Θεωρίας της Επιστήμης είναι «ο συστηματικός σπινοζισμός» (ΘΕ, § 3, σελ. 122). Τι πάει να πει αυτό; 

Το θεωρητικό μέρος της Θεωρίας της Επιστήμης εκθέτει την παράλληλη συγκρότηση –υπό αναγκαίους όρους, μέσα από έναν μηχανισμό αναγκαίων ενεργημάτων– της υποκειμενικής συνείδησης, από τη μια, και του αντικειμενικού κόσμου, από την άλλη: του Εγώ και του Μη-Εγώ. Αυτή η παραλληλία αντιστοιχεί λοιπόν στην παραλληλία ανάμεσα στα σπινοζικά κατηγορήματα του Θεού, της μίας και μοναδικής υπόστασης: σκέψη (Εγώ) και έκταση (Μη-Εγώ). Εδώ έγκειται, επομένως, ο σπινοζισμός της Θεωρίας της Επιστήμης. Γιατί, όμως, αποτελεί τον «συστηματικό σπινοζισμό»; Αφενός, η φιλοσοφία του Φίχτε εξηγεί, στα βήματα του Καντ, την παραλληλία από τη ρίζα της: Το αντικείμενο είναι αντικείμενο για το Εγώ και συγκροτείται υποχρεωτικά υπό τους αναγκαίους όρους της σκέψης. Αφετέρου, η φιλοσοφία του Φίχτε εξηγεί την αναγκαία γένεση όλων των κατηγοριών της σκέψης (που είναι, παράλληλα, οι προσδιορισμοί του αντικειμένου της), καθώς εκθέτει το μηχανισμό αυτής της γένεσης. Με αυτό τον τρόπο, ο Φίχτε δείχνει ότι οι κατηγορίες αποτελούν ένα πλήρες σύστημα (ότι είναι υποχρεωτικά αυτές και όχι άλλες, ούτε περισσότερες ούτε λιγότερες)· θεμελιώνει, δηλαδή, το σύστημα του Λόγου με τρόπο που δεν το έκανε ο Καντ. Παράλληλα, ο Φίχτε καταδεικνύει την αναγκαιότητα με την  οποία προκύπτουν οι προσδιορισμοί των όντων, με τρόπο που δεν το έκανε ο Σπινόζα. Οπότε, με ποια έννοια η θεωρητική φιλοσοφία του Φίχτε είναι «ο συστηματικός σπινοζισμός»; Με την (αντικειμενικά ειρωνική) σημασία ότι ο ίδιος ο Σπινόζα –παρόλη τη γεωμετρική δομή της φιλοσοφίας του– δεν ήταν αρκούντως συστηματικός.

Όπως και να έχει, για τον Σπινόζα, σκέψη και έκταση αποτελούν κατηγορήματα της μοναδικής υπόστασης. Με την ορολογία του Φίχτε, Εγώ και Μη-Εγώ θεμελιώνονται σε ένα ον, μια υπόσταση, έξω από τη συνείδηση. Η φιλοσοφία του Σπινόζα είναι λοιπόν, για τον Φίχτε, ένας υπερβατικός δογματικός ρεαλισμός, καθώς κάνει το βήμα έξω από την εμμένεια της συνείδησης, έξω από εκείνο τον κύκλο της αμοιβαίας προϋπόθεσης Εγώ και Μη-Εγώ, ιδεαλισμού και ρεαλισμού, που συναντήσαμε στα προηγούμενα. Η φιλοσοφία του Σπινόζα είναι μεν η πιο συνεπής ρεαλιστική φιλοσοφία, αλλά δεν παύει να είναι δογματική.

Για τον Φίχτε, αντίθετα, το Εγώ και το Μη-Εγώ που περιορίζουν αμοιβαία το ένα το άλλο, τίθενται και τα δυο εντός του απόλυτου Εγώ. Το βήμα πέρα από το πεπερασμένο Εγώ και το Μη-Εγώ, προς το απόλυτο Εγώ, πραγματοποιείται κατά βάση, όπως είδαμε, στην πρακτική φιλοσοφία. Εδώ επιλύεται η διένεξη μεταξύ ιδεαλισμού και ρεαλισμού υπέρ του ιδεαλισμού. Το απόλυτο Εγώ είναι εντέλει πρακτικός στόχος. Η φιλοσοφία του Φίχτε είναι, με αυτή την έννοια, όπως είδαμε, ένας κριτικός ή πρακτικός ιδεαλισμός.

Όταν, τώρα, ο Γιακόμπι στην επιστολή του συνδέει τη φιλοσοφία του Σπινόζα με εκείνην του Φίχτε, παρουσιάζει πράγματι τη δεύτερη ως συνεπέστερη εκδοχή της πρώτης. Ο Φίχτε είναι πια εκείνος που πραγματώνει το φιλοσοφικό ιδεώδες για το οποίο μιλούσε ο Γιακόμπι και στην πρώτη διένεξη: το ιδεώδες ενός φιλοσοφικού συστήματος όπου τίποτε δεν γίνεται δεκτό χωρίς απόδειξη, για το καθετί παρέχεται ένας λόγος ή αιτία και τα πάντα ανάγονται σε κοινές αρχές. Ο Γιακόμπι θεωρεί τον Φίχτε τον "Λυτρωτή-Μεσσία των φιλοσόφων και του Θεωρησιακού Λόγου", ενώ "προφήτες" του τον Σπινόζα και τον Καντ.

Το σημάδι που μας δίνει τούτος ο  φιλόσοφος "Μεσσίας" Φίχτε, προκειμένου να τον αναγνωρίσουμε, είναι η «συνένωση» των δύο βασικών αντιμαχόμενων συστημάτων, του «ιδεαλισμού» και του «υλισμού» (ΓΦ, σελ. 6). Οι υλιστές φιλόσοφοι επιχειρούσαν να αναγάγουν όλα τα φαινόμενα –ακόμη και τα νοητικά– σε προσδιορισμούς της ύλης και, με αυτό τον τρόπο, σε κοινές αρχές. Οι ιδεαλιστές φιλόσοφοι –ακριβέστερα, ίσως, οι νοησιοκράτες – επιχειρούσαν, αντίθετα, να αναγάγουν όλα τα φαινόμενα σε προσδιορισμούς της νόησης. Και οι δύο δρόμοι της εξήγησης οδηγούσαν εντέλει από διαφορετικές αφετηρίες (από μια ύλη που δεν εξαρτάται από τίποτε άλλο ή από μια νόηση που, αντίστοιχα, δεν εξαρτάται από κάτι άλλο) στον ίδιο στόχο. Οι δυο δρόμοι ήταν προορισμένοι να συγκλίνουν. Αυτή τη σύγκλιση σκέφτηκε πρώτος ο Σπινόζα: στα κατηγορήματα της σκέψης και της έκτασης εκφράζεται η ίδια τάξη· είναι παράλληλα χωρίς να ανάγονται το ένα στο άλλο. Ο Σπινόζα σκέφτηκε, όμως, το κοινό θεμέλιο της σκέψης και της έκτασης ως αυτάρκη υπόσταση. Σκέφτηκε, κατά τον Γιακόμπι, τη συνένωση του ιδεαλισμού και του υλισμού υπό την πρωτοκαθεδρία του υλισμού.

Ο Φίχτε, αντίθετα, σκέφτηκε, συνεπέστερα, τη συνένωση του ιδεαλισμού και του υλισμού υπό την πρωτοκαθεδρία του ιδεαλισμού. Δεν αναζήτησε το κοινό θεμέλιο του Εγώ και του Μη-Εγώ έξω από τη συνείδηση, αλλά σε ένα απόλυτο Εγώ. Για τον Γιακόμπι, ο Φίχτε σκέφτηκε με συνέπεια ως το τέλος το στόχο μιας αυτάρκους, «εμμενούς φιλοσοφίας» (ΓΦ, σελ. 10), που δεν θεμελιώνεται σε τίποτε έξω από την ίδια. Μια τέτοια ορθολογική φιλοσοφία, ένα σύστημα εκ του Λόγου, δεν μπορεί εντέλει παρά να τοποθετήσει το απόλυτο στον ίδιο το Λόγο, στο ίδιο το Εγώ ή τη νόηση, και όχι σε κάποιο υποστασιακό Είναι.

 Η φιλοσοφία του Φίχτε είναι, λοιπόν, για τον Γιακόμπι, ένας «ανεστραμμένος σπινοζισμός» (ΓΦ, σελ. 7): στη θέση της αυτάρκους υπόστασης θέτει το αύταρκες απόλυτο Εγώ. Η φιλοσοφία του Φίχτε είναι, από την άλλη, ο συνεπής υπερβατολογικός ιδεαλισμός, καθώς παρακάμπτει την προβληματική προϋπόθεση της καντιανής φιλοσοφίας, το πράγμα καθαυτό πέραν των φαινομένων.


πηγή: student.cc.uoc.gr