ΕΤΙΚΕΤΕΣ

Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΟΥΤΟΠΙΑΣ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΩΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ

Αποτέλεσμα εικόνας για ΠΛΑΤΩΝΙΚΉ ΟΥΤΟΠΊΑ

Της Άννας Κελεσίδου - Γαλανού, διευθύνουσας του ΚΕΕΦ της ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ ΑΘΗΝΩΝ

«Κάθε ἰδέα ἔρχεται σὰν ἕνας μακρινὸς ξένος, καὶ στὴν ἀρχὴ τῆς πραγμάτωσής της εἶναι δυσκολο νὰ τὴν ξεχωρίσεις ἀπὸ τή φαντασία καὶ τη φαντασιοκοπία»
(Goethe)
 «ζητοΰμεν… ἀεὶ δή τί τῶν τιθεμένων πρὸς ἀρετὴν φέρει»
(Πλάτων)
 Ἡ οὐ­το­πί­α – σύμ­φω­να μ’ ἕ­να σύγ­χρο­νο ὁ­ρι­σμὸ της – εἶναι εἶ­δος κοι­νω­νι­κῆς κρι­τι­κῆς πού ἀ­σκείται μέ­σα ἀ­πὸ κά­ποι­ο κοι­νω­νι­κὸ σύ­στη­μα, ιδα­νι­κό, δί­χως δηλ. ἐ­πιστη­μο­νι­κὴ θε­με­λί­ω­ση – γνώ­ση τῶν κινη­τη­ρί­ων κοι­νω­νι­κῶν δυ­να­με­ων – ἤ σύ­στη­μα πού πε­ρι­έ­χει ἀ­πραγ­μα­το­ποί­η­τα σχέ­δι­α κοι­νω­νι­κῶν ἀλλα­γῶν.

Μὲ τὸν ορι­σμό αὐτό προσ­δί­δε­ται στὴν οὐ­το­πι­κή ἔκ­φρα­ση γνω­στι­κὴ ἡ προ­γνω­στι­κὴ λει­τουρ­γί­α, δίχως κύ­ρος ἐ­πι­στη­μο­νι­κό, καὶ ὁ­ρα­μα­τι­στι­κό πε­ρι­ε­χό­με­νο σὲ δι­ά­στα­ση ἀ­πὸ τὸ πραγ­μα­τι­κό. Ἡ με­λέ­τη μου εἶναι ἀ­κρι­βῶς προ­σπά­θει­α ἀ­πο­σύν­δεσης αὐ­τῆς τῆς ση­μα­σί­ας τῆς οὐ­το­πί­ας ἀ­πὸ τὴν πλα­τω­νι­κὴ φι­λο­σο­φί­α ἡ κα­τά­δειξης τῆς ἰ­δι­αί­τε­ρης δο­μῆς καὶ λει­τουρ­γί­ας τῆς πλα­τω­νι­κῆς «οὐ­το­πί­ας».
Θὰ ξε­κι­νή­σω μὲ μι­ὰ δι­α­γραμ­μα­τι­κὴ ἀ­να­φο­ρά στὴν πλα­τω­νι­κὴ σύλ­λη­ψη τῆς «οὐ­το­πί­ας».
α) Ἡ οὐ­το­πί­α γεν­νι­έ­ται ἀ­πὸ τὸ πραγ­μα­τι­κὸ καὶ ὑ­πάρ­χει ὡς με­τά­θε­ση(1) τοῦ ἱ­στο­ρι­κοῦ. Στὸν Τί­μαι­ο καὶ τὸν Κρι­τί­α π.χ. ὑ­πάρ­χει, στὴν πε­ρι­γρα­φὴ τῆς Ἀ­τλαν­τίδας, μῦ­θος καὶ ἀ­λή­θει­α. Ἡ οὐ­το­πί­α το­πι­κὰ καὶ χρο­νι­κὰ κα­λύ­πτε­ται ἀ­πὸ τὴν Ἱ­στο­ρί­α καὶ τή γε­ω­γρα­φί­α τοῦ πραγ­μα­τι­κοῦ.(2) Συμ­βαί­νει ἐδῶ ὅ,τι καὶ στὸ ἰ­χνο­γρά­φη­μα: πά­νω στὸ ἱ­στο­ρι­κὸ μπο­ροῦ­με νὰ τρα­βή­ξου­με τὰ χρώ­μα­τα καὶ τὶς γραμ­μὲς τοῦ «οὐ­τοπι­κοΰ» – φαν­τα­στι­κοῦ.(3) Ἡ κί­νη­ση τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ ἔ­χει ἀ­φε­τη­ρί­α τὸ πραγ­μα­τι­κό. Ὅ­μως τὸ πραγ­μα­τι­κὸ δὲν εἶναι ἀ­κρι­βῶς τὸ Ἱ­στο­ρι­κὸ – πα­ρον­τι­κὸ ἀλ­λὰ τὸ πα­ρα­δειγ­μα­τι­κὸ πού ἀ­πο­δί­δει ἡ οὐτο­πι­κή πε­ρι­γρα­φὴ (π.χ. στὸ μύ­θο τῆς Ἀ­τλαν­τί­δας καὶ τῆς Ἀ­θή­νας πε­ρι­γρά­φον­ται πρό­τυ­πα ὀρ­γά­νω­σης τῆς κοι­νω­νι­κῆς ζω­ῆς). Τὸ ἐ­πα­να­στα­τι­κὸ πλα­τω­νι­κὸ πνεῦ­μα συλ­λαμ­βά­νει «πάμ­πολ­λα… πα­ρὰ τάς ε ἰ ω θ υ ί α ς  π ο­ λ ι­ τ ε ί­ α ς (Νό­μοι 805b). Προ­κεῖ­ται ἐδῶ γι­ὰ μι­ὰ θε­ρα­πευ­τι­κὴ τῆς ἱ­στο­ρί­ας,(4) δεον­τι­κὴ σύλ­λη­ψη τοῦ πραγ­μα­τι­κοῦ, πού συμ­φω­νεῖ μὲ τή γε­νι­κή δι­ά­κρι­ση τοῦ βέλ­τι­στου ἀ­πὸ τὸ ἥ­δι­στο (Γορ­γί­ας 521d) ἤ τή γε­νι­κή ἐ­πι­τα­γή: «Ὡς βελ­τί­στους γί­γνε­σθαί τε καὶ εἶναι» (Νό­μοι 707d).
β) Στὸν Πλά­τω­να ὑ­πάρ­χει ἡ δι­ά­κρι­ση θε­ω­ρη­τι­κοῦ λό­γου καὶ οὐ­το­πι­κῆς πε­ρι­γρα­φῆς (Πο­λι­τεί­α(5) καὶ Νό­μοι(6) / Τί­μαι­ος καὶ Κρι­τί­ας) ἀλ­λὰ καὶ ἡ σχέ­ση τους: Ὁ ἴδιος ὁ φι­λό­σο­φος στὴν ἀρ­χή τοῦ Τί­μαι­ου (19 b – c), ὅπου δεί­χνει ὅτι θὰ ἤ­θε­λε ἡ ἱ­στο­ρί­α τῆς πραγ­μα­τι­κῆς πο­λι­τεί­ας ν’ ἀν­τι­στοι­χεΐ στή θεωρητι­κὴ του πε­ρι­γρα­φὴ τῆς ἰ­δα­νι­κῆς πο­λι­τεί­ας, λέ­ει πώς τὸ αἴ­σθη­μα πού ἔ­χει δο­κι­μά­σει γι­ὰ τὴν πο­λι­τεί­α πού πε­ρι­έ­γρα­ψε «προ­σέ­οι­κεν… οἱ­ον εἴ τις ζῷ­α κα­λά που θε­α­σά­με­νος, εἴ­τε ὑ­πὸ γρα­φῆς εἰρ­γα­σμέ­να εἴ­τε καὶ ζῶν­τα ἀ­λη­θι­νῶς ἡ­συ­χί­αν δὲ ἄ­γον­τα, εἰς ἐ­πι­θυ­μί­αν ἀ­φί­κοι­το θε­ά­σα­σθαι κι­νού­με­νά τε αὐ­τὰ καὶ τὶ τῶν τοῖς σώ­μα­σιν δο­κούν­των προ­σή­κειν κα­τὰ τὴν ἀ­γω­νί­αν ἀ­θλο­ῦν­τα· ταὐ­τὸν καὶ ἐ­γὼ πέ­πον­θα πρὸς τὴν πό­λιν ἥν δι­ήλ­θο­μεν».
γ) Ἡ λε­γο­μέ­νη «οὐ­το­πι­κή» πε­ρι­γρα­φὴ εἶναι τρό­πος δι­ε­ρεύ­νη­σης τοῦ ἀ­γνώ­στου ἤ φα­νέ­ρω­σης τοῦ μὴ ὀ­ρα­τοῦ ἤ τοῦ χα­μέ­νου ἀ­πὸ τή μνή­μη, κι ἔτ­σι «λό­γος μά­λα ἄ­το­πος παν­τά­πα­σίν γε μὴν ἀ­λη­θής», ὅ­πως λέ­ει ὁ Κρι­τί­ας ἀρ­χί­ζον­τας τὴν ἀ­φη­γή­ση του στὸ δι­α­λο­γο Τί­μαι­ος (20e).(7)
δ) Ἡ οὐ­το­πί­α στοι­χεῖ στὴν ἀν­τί­θε­ση ζων­τα­νοῦ – ἀ­κί­νη­του· εἶναι δυ­να­μι­κὸς τρό­πος πα­ρά­στα­σης τοῦ ἀ­λη­θι­νο­ύ, τῆς θε­ω­ρί­ας, πού μὲ τὴν ἀ­φη­ρη­μέ­νη ὀρ­θο­λο­γι­κό­τητὰ της εἶναι στα­τι­κὴ ὅπως τὸ ζω­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο. ‘Ε­δῶ πά­λι ἔ­χου­με τὴν μαρ­τυ­ρί­α τοῦ Πλά­τω­νος στὸν Τί­μαι­ο (19b-c). Τὸ θε­ω­ρη­τι­κὸ πραγματώνε­ται, ἀ­λη­θο­ποι­εῖϊ­ται μὲ τὸν οὐ­το­πι­κό μύ­θο. Στὸν Τί­μαι­ο πάν­τα (26c-d), με­τὰ τὸ μύ­θο τῆς Ἀ­τλαν­τί­δας, λέ­ει ὁ Κρι­τί­ας: «Τοὺς δὲ πο­λί­τας καὶ τὴν πό­λιν ἥν χθὲς ἡ­μῖν ὡς ἓν μύ­θῳ δι­ῄ­ει­σθα σύ, νῦν  μ ε ­τ ε ­ν ε γ ­κ ό ν ­τ ε ς  ἐ ­π ὶ  τ ἀ ­ λ η ­θ έ ς  δεῦ­ρο θή­σο­μεν ὡς ἐ­κεί­νην τήν­δε οὖ­σαν καὶ τοὺς πο­λί­τας οὕς δ ι ε ν ο ο ῦ φή­σο­μεν ἐ­κεί­νους τοὺς ἀ­λη­θι­νοὺς εἶναι προ­γό­νους ἡ­μῶν, οὕς ἔ­λε­γεν ὁ ἱ­ε­ρεύς». Ἡ δρα­μα­το­ποί­η­ση τοῦ ἰ­δε­ο­λο­γι­κού εἶναι ἡ ἀ­λήθει­α τοῦ οὐ­το­πι­κοΰ μύ­θου. Γι’ αὐτό καὶ τὸ σκη­νι­κὸ πε­ρι­γρά­φε­ται μὲ λε­πτο­μέ­ρει­ες (Κρι­τί­ας 108c-109 κ.μ., 115c, 116c κ.α.), τὰ με­γέ­θη δί­νον­ται αὐ­ξη­μέ­να («θαυ­μα­στά», «κάλ­λι­στα», «μέ­γι­στα»), ὡς θε­α­τρι­κὸς τρό­πος, καὶ μά­λι­στα, ἂν τη­ρη­θοῦν οἱ ἄ­να­λο-γί­ες, θά­λε­γα ὅπως τὸ γκρο­τέ­σκο στὸ σύγ­χρο­νο θέ­α­τρο.
Ἡ εἰ­δι­κὴ δι­ε­ρεύ­νη­ση τῶν προ­η­γου­μέ­νων, πού ἀ­κο­λου­θε­ῖ, βα­σί­ζε­ται: α) στοὺς πλα­τω­νι­κοὺς διαλόγους, β) σὲ μι­ὰ πραγ­μα­τεί­α μου γι­ὰ τὴν πλα­τω­νι­κὴ πο­λι­τι­κὴ σκέ­ψη πού ἐκ­δο­θη­κε ἀ­πὸ τὸ ΚΕΕΦ τῆς Ἀ­κα­δη­μί­ας Ἀ­θη­νῶν,(8) γ) ἐ­κτὸς ἄλ­λων καὶ στὸ ἔρ­γο τοῦ Κα­θηγ. Η. Joly, Le Renversement platonicien, Logos, episteme, polis, Vrin 1974.
Ό Η. Joly θυ­μί­ζει πρῶ­τα ἀ­π’ ὅλα ὅτι ἡ σύν­δε­ση τοῦ ὅρου οὐ­το­πί­α μὲ τὸν Πλά­τω­να ἀ­πο­τε­λεί ἱ­στο­ρι­κὸ ἀ­να­χρο­νι­σμό. Αὐτό ὄ­χι μό­νο σὲ σχέ­ση μὲ τὸν Πλά­τω­να, ἀλ­λὰ γε­νι­κὰ μὲ τὴν ἀρ­χαί­α σκέ­ψη· γι­α­τί, παρὰ τὴν ἐ­τυ­μο­λο­γι­κὴ ἑλ­λη­νι­κο­τη­τά(9) του, ὁ ὅρος – πού πα­ρα­πέμ­πει σὲ μι­ὰ δι­πλὴ δι­α­φο­ρὰ σὲ σχέση μὲ τὴν Ἱ­στο­ρί­α καὶ τή γε­ω­γρα­φί­α – πι­θα­νό­τα­τα πλά­στη­κε καὶ πρω­το­χρη­σι­μο­ποι­η­θη­κε(­10) ἀ­πὸ τὸν Thomas Morus στὸ De optirao reipublicae statu deque nova insula Utopia (1516), τὴν ἐ­πο­χὴ δη­λα­δὴ τῆς Ἀ­να­γέν­νη­σης.(11) «Οἱ πρῶ­τες οὐ­το­πί­ες εἶναι θυ­γα­τέ­ρες τῆς Ἀ­να­γεν­νή­σης»,(12) τῆς ἐ­πο­χῆς τῆς ἀ­να­κά­λυ­ψης τοῦ νέ­ου κό­σμου καὶ τῆς ἀ­να­βί­ω­σης τῶν ἀρχαί­ων: «Vraisemblablement, Ταὐ­τὸ­ν’­e­st la Renaissance qui a prete a l’ ­A­n­t­i­q­u­i­te les modeles d’­u­t­o­p­ie qu’elle lui empruntait. A la limite, Ταὐ­τὸ­ν’­u­t­o­p­ie est le residu de la theorie politique ancienne, lorsque la lecture laisse echapper Ταὐ­τὸ­ν’­h­i­s­t­o­i­re des institutions et la philosophie des constitutions. Ce residu, tout Ταὐ­τὸν la fois critique et prophetique… fait ainsi bon mar-che des principes fondamentaux des politeia antiques, Ταὐ­τὸ­ν’­e­st Ταὐ­τὸν dire de ce melange de realite historique et de rationalite philosophique qui les caracterisait»..(14)
Ό Goldschmidt λέ­ει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά: «On ne parlela pas d’­u­t­o­p­ie a propos des Anciens ou, en tout cas des Grecs».(15). Θὰ θυ­μί­σω τὸν Ξε­νο­φά­νη ἀ­πὸ τὴν Κο­λο­φώ­να, πού τὸν ἕ­κτο κι­ό­λας αἰ­ώ­να π,Χ. ἀν­τέ­κρου­ε τοὺς μύ­θους γι­ὰ τὴν χρυ­σή ἐ­πο­χὴ μὲ τὴν ἐ­πι­γραμ­μα­τι­κὴ ἐ­κεί­νη δι­α­τύ­πω­ση: «Οὔ­τοι ἀ­π’ ἀρ­χῆς πάν­τα θε­οί θνη­το­ῖ­σ’ ὑ­πέδει­ξαν, ἀλ­λὰ χρὸνῳ ζη­το­ῦν­τες ἐ­φευ­ρί­σκου­σιν ἄ­μει­νον» (VS Β 18).(16) Ὁ Πλά­των εἶναι παι­δὶ τοῦ Ξε­νο­φά­νη ὡς πρὸς τὴν ἰ­δέ­α τῆς ἀ­ξί­ας τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου μό­χθου καὶ τῆς γνώ­σης. Τὸν μύ­θο τῆς χρυ­σῆς ἐ­πο­χῆς, ὅπου ἡ ἀν­θρω­πό­τη­τα ζεῖ στὴν ἀ­φθο­νί­α καὶ τὴν ἀ­θω­ό­τη­τα δίχως φό­βο καὶ πο­λι­τεύ­μα­τα, τὸν χρη­σι­μο­ποί­η­σε βέ­βαι­α καὶ ὁ ἴ­δι­ος, ἀλ­λὰ με­τα­θέ­τον­τας τὸ νό­η­μά του, στὴν πε­ρι­γρα­φὴ τῆς γέ­νε­σης τῆς πο­λι­τεί­ας στὴν Πο­λι­τεί­α, στὸν Πο­λι­τι­κό, στὸν Τί­μαι­ο καὶ στὸν Κρι­τί­α (109b-e). Στὴν Πο­λι­τεί­α πρό­κει­ται γι­ὰ τὸν πί­να­κα τῆς ἁ­πλῆς καὶ γε­ρῆς ζω­ῆς μι­ᾶς ὀ­λι­γά­ριθ­μης κοι­νω­νί­ας σὲ πρω­ταρ­χι­κὸ στά­δι­ο (371b κ.μ.), ὅπου οἱ ἀ­νάγ­κες εἶναι πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νες καὶ ἰκανοποιοῦνται δί­χως μό­χθο ἀλ­λὰ καὶ δί­χως πνευ­μα­τι­κὲς ἀ­πο­λαύ­σεις. Αὐ­τή τὴν πό­λη, ὅπου οἱ ἄνθρω­ποι ζο­ύν «ἐν εἰ­ρή­νῃ με­τὰ ὑ­γεί­ας» καὶ μὲ μα­κρο­βι­ό­τη­τα, ὁ Πλά­των (πού ἀλ­λοῦ θὰ πεῖ ὅτι δὲν τὸν ἐν­δι­α­φέ­ρει ὁ χρό­νος τῆς ζω­ῆς ἀλ­λ’ ἡ ποι­ό­τη­τα τη­ς(17)) τή χα­ρα­κτη­ρί­ζει «ὑ­ῶν πό­λιν» (372d) καὶ θὰ τὴν ξε­πε­ρά­σει. Στὸν Πο­λι­τι­κὸ (272a-c  κ.μ.) ὁ φι­λό­σο­φος ἀ­να­φέ­ρε­ται στὴν ἐ­πο­χὴ τῆς βα­σι­λεί­ας τοῦ Κρό­νου καὶ τῆς ἄ­με­σης δι­α­κυ­βέρ­νη­σης ἀ­πὸ τοὺς θε­ούς. Στὸν Τί­μαι­ο ἡ ἱ­στο­ρί­α μι­ᾶς ἔν­δο­ξης Ἀθή­νας, προ­γε­νέ­στε­ρης τοῦ κα­τα­κλυ­σμοῦ, εἶναι ἔκ­θε­ση τῆς πραγ­μά­τω­σης τῆς ἰ­δα­νι­κῆς πο­λι­τεί­ας τοῦ δι­α­λό­γου Πο­λι­τεί­α. Καὶ στὸν Κρι­τί­α (109-110, 122) ὁ Πλά­των συν­δέ­ει τὴν προ­νο­μι­α­κὴ ἐ­πο­χὴ μὲ μι­ὰ τέ­λει­α Ἀ­θή­να, ὅταν οἱ θεοί κα­τεύ­θυ­ναν τοὺς ἀν­θρώ­πους. Στὸ Δ’ βι­βλί­ο τῶν Νό­μων (713b κ.μ.) ὁ φιλό­σο­φος ἐ­πα­νέρ­χε­ται στὸ μύ­θο τῆς βα­σι­λεί­ας τοῦ Κρό­νου. Σέ αὐ­τές τις πε­ρι­πτώ­σεις ἔ­χου­με μεταθε­ση στὸ πλα­τω­νι­κὸ σχέ­δι­ο δυ­ὸ θε­μά­των: τοῦ ἀρ­χι­κού πα­ρα­δεί­σου καὶ τοῦ χα­ρι­σμα­τι­κοΰ πολιτισμοῦ, τῆς ἀρ­χι­κῆς ἀ­γρι­ό­τη­τας καὶ τῆς κα­τά­κτη­σης τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ. Ἡ χρυ­σὴ ἐ­πο­χὴ γι­ὰ τὸν μεταρ­ρυθ­μι­στὴ Πλά­τω­να δὲν εἶναι ἀ­ναγ­κα­στι­κὰ ἡ τέ­λει­α ἐ­πο­χή, ὅταν εἶναι ἐ­πο­χὴ τῆς ἀ­γνοί­ας. Ἡ ἔφε­ση τῆς φρό­νη­σης καὶ ἡ ἄ­σκη­ση τῆς φι­λο­σο­φί­ας εἶναι μό­νες ἱ­κα­νές ν’ ἀ­νε­βά­σουν τή ζω­ή πά­νω ἀπὸ τή ζω­ώ­δη ἀ­θλι­ό­τη­τα:(18) «Ἐ­παι­νῶν τὴν ὀρ­θὴν φι­λο­σοφί­αν, ὡς ἐκ ταύ­της ἐ­στὶν τὰ πο­λι­τι­κὰ δί­και­α… κα­τι­δε­ΐν» (Ἑ­βδό­μη Ἐ­πι­στο­λὴ 326b).
Πα­ρ’ ὅλα αὐ­τὰ ὁ­ρι­σμέ­νοι, συ­σχε­τί­ζον­τας τὸν πλα­τω­νι­κὸ λό­γο μὲ στοι­χεῖ­α τοῦ φαν­τα­στι­κο­ύ, θε­ω­ρο­ύν ὅτι ἡ πλα­τω­νι­κὴ πο­λι­τεί­α ἀ­νή­κει στὸ χῶ­ρο τοῦ οὐ­το­πιστι­κο­ῦ,(19) ὅπου δη­λα­δὴ τὸ φαν­τα­στι­κὸ ἀντικα­θι­στᾶ τὸ ἱ­στο­ρι­κό, ἤ ὅπου τὸ φι­λο­σο­φι­κὸ ἔρ­γο ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται ἀ­πὸ τὸ πραγ­μα­τι­κό, ἐ­νῶ ἐμπνέε­ται ἀ­π’ αὐτό, καὶ αὐ­τὴ ἡ ἀ­πο­μά­κρυν­ση ἀ­πο­τε­λε­ί δο­μι­κὸ συ­στα­τι­κὸ τῆς οὐ­το­πί­ας. Ἐ­δῶ ἡ οὐτοπί­α νο­εῖ­ται μὲ τὴν ἔν­νοι­α τοῦ πλα­σμα­τι­κοῦ ὄχι τοῦ πα­ρα­στα­τι­κοῦ, ὡς εἶ­δος τοῦ φαν­τα­στι­κο­ΰ.(20)
Στή με­λέ­τη μου δὲν θ’­ἀ­να­φερ­θῶ στοὺς βι­α­στι­κοὺς ἐ­πι­κρι­τὲς πού, ἔ­χον­τας προ­κα­τα­βο­λι­κὰ ἀ­πορ­ρί­ψει τὸν πλα­τω­νι­σμὸ ὡς ἰ­δε­α­λι­στι­κὴ θε­ω­ρί­α, τὸν κα­τα­δι­κά­ζουν ὡς οὐ­το­πι­στι­κο· σ’ αὐ­τοὺς ὑ­πάρ­χει ἕ­να ἠθι­κό «πρό­τε­ρον-ὕστε­ρον». Ἐ­κεῖ­νοι πά­λι πού στα­μα­τοὺν στὶς οὐ­το­πι­κές πε­ρι­γρα­φὲς κι ἐ­πι­κρί­νουν τὸν Πλά­τω­να κά­νουν αὐτό πού ὀ­νο­μά­ζει ὁ Ἔ­γε­λος τὴν «πι­ὸ συ­νη­θι­σμέ­νη ἀ­δι­κί­α πού γί­νε­ται ἀ­πέ­ναν­τι στή θε­ω­ρη­τι­κὴ φι­λο­σο­φί­α καὶ πού συ­νί­στα­ται στὸ νὰ τὴν κα­θι­στᾶ κα­νεὶς μο­νό­πλευ­ρη, νὰ στέ­κε­ται δηλα­δὴ σὲ μι­ὰ ἀ­πὸ τὶς συ­νι­στῶ­σες της»(21), ὅταν μά­λι­στα κι αὐ­τὴν δὲν τὴν ἔ­χει δι­ε­ρευ­νή­σει σὲ βάθος.
Κά­θε προ­σέγ­γι­ση στὸ πρό­βλη­μα τῆς ἀ­λή­θει­ας στὸν Πλά­τω­να πρέ­πει νὰ ξε­κι­νὰ ἀ­πὸ τὸ βα­σι­κὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ τῆς πνευ­μα­τι­κῆς του πα­ρου­σί­ας, τὴν προ­τε­ραι­ό­τη­τα τοῦ με­θο­δο­λο­γι­κοὺ ἀ­πέ­ναν­τι στὸ μεθο­δι­κὸ-ἰ­δε­ο­λο­γι­κό. Ὁ Πλά­των σκέφ­τε­ται καὶ ξα­να­σκέφ­τε­ται τὸ πραγ­μα­τι­κό· δὲν εἶναι ὅ­πως δ Ἀριστο­τέ­λης, ὁ δά­σκα­λος αὐ­τῶν πού γνω­ρί­ζουν, ἀλ­λὰ ὁ δά­σκα­λος αὐ­τῶν πού ἐ­ρευ­νοῦν.(22) Ἔτ­σι θ’ ἀ­πελ­πί­ζει πάν­τα ὅλους τοὺς μα­ραγ­κοὺς τῆς προ­σκού­στει­ας κλί­νης, μι­ᾶς μο­νό­πλευ­ρης ἐρ­μη­νευ­τι­κῆς προ­σέγ­γι­σης «τὴν ἄλ­λην αὖ ὑ­πό­θε­σιν ὑ­πο­θέ­με­νος» (Φαί­δων 101d)· ἀ­ναι­ρών­τας μὲ τή δι­α­λε­κτι­κή, πού «μό­νη ταύ­τῃ πο­ρεύ­ε­ται»«τάς ὑ­πο­θέ­σεις» (Πο­λι­τεί­ᾳ 533c-d)·ἐ­λέγ­χον­τας τοὺς ἄλ­λους καὶ τὸν ἑαυ­τό του μὲ τὴν πε­ποί­θη­ση ὅ­τι «τὸν ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτον αὖ… ἂν καὶ τυγ­χά­νῃ βα­σι­λεὺς μέ­γας ὢν τὰ μέ­γι­στα ἀ­κά­θαρ­τον ὄν­τα, ἀ­παί­δευ­τον καὶ αἰ­σχρὸν γε­γο­νέ­ναι» (Σο­φι­στὴς 230d-e)· πι­στεύ­ον­τας στή δύνα­μη «τοῦ δι­α­λέ­γε­σθαι μό­νην ἄν… ἐμ­πεί­ρω ὄντι… ἄλ­λην δὲ οὐ­δα­μῆ δυ­να­τὸν» (Πο­λι­τεί­α 533a), καὶ ὁ ἴ­δι­ος ὅμως θε­ω­ρών­τας τὸν ὑ­περ­βο­λι­κὰ θε­ω­ρη­τι­κὸ λό­γο ὡς ἐλ­λει­πτι­κό ζω­ῆς. Σ’ αὐ­τὰ ἐντάσσεται ἡ οὐ­το­πί­α, πού λει­τουρ­γεῖ, ὅπως ἡ παλι­νω­δί­α, ὁ δεύ­τε­ρος πλοῦς (Φαί­δων 99c-d) κ.α.
Αὐ­τή ὅμως ἡ ἴ­δι­α ἡ πλα­τω­νι­κὴ πί­στη στή δύ­να­μη τοῦ λό­γου, τὸν ὁ­ποῖ­ον ἐ­ξει­κονί­ζουν οἱ οὐ­το­πι­κὲς πε­ρι­γρα­φές, μᾶς ἀ­ναγ­κά­ζει νὰ προ­σέ­ξου­με τή δι­α­φο­ρά τῆς πλα­τω­νι­κῆς οὐ­το­πί­ας ἀ­πὸ τὶς οὐτοπιστικες πε­ρι­γρα­φές, ὅπου βα­σι­κὴ συ­νι­στώ­σα εἶναι ἡ ἀ­που­σί­α ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς θε­με­λί­ω­σης στὴν ἀ­πει­κό­νι­ση ἰ­δα­νι­κῶν κοι­νω­νι­κῶν συ­στη­μά­των. Ὅ­πως ὅταν, μὲ τὴν ἀ­νά­πτυ­ξη τῶν κοι­νω­νι­κῶν ἐπιστη­μῶν,(23) παύ­ει νὰ λει­τουρ­γεῖ γνω­στι­κὰ ἡ οὐ­το­πί­α, ἔτ­σι καὶ ὅπου προ­έ­χει στὸ γνω­στι­κὸ πε­δί­ο ὁ θε­ω­ρη­τι­κὸς λό­γος, πού αὐ­το­ε­λέγ­χε­ται μὲ ποι­κί­λους τρό­πους κα­θὼς δι­ε­ρευ­νᾶ τις κι­νη­τή­ρι­ες κοινωνικὲς δυ­νά­μεις (π.χ. ἀ­ρε­τή, δι­και­ο­σύ­νη) καὶ τοὺς νό­μους τῆς κοι­νω­νι­κῆς προ­ό­δου, ἡ οὐ­το­πί­α δὲν εἶναι πα­ρὰ δυ­να­μι­κὴ πα­ρά­στα­ση τῆς θε­ω­ρί­ας.
II
ΠΛΑΤΩΝ ΚΑΙ ΛΟΓΟΣ
«τ ῷ  λ ό ­γ ῳ  ἓ ξ  ἀ ρ ­χ ῆ ς  π ο ι ­ῶ ­μ ε ν  π ό ­λ ι ν»
Στὴν Πο­λι­τεί­α (369c) λέ­ει ὁ Πλά­των: «ἴ­θι δή… τῷ λό­γῳ ἐξ ἀρ­χῆς ποι­ῶ­μεν πά­λιν.(24) ποι­ή­σει δὲ αὐ­τήν, ὡς ἔ­οι­κεν,  ἠ ­ η ­μ ε­ τ έ­ ρ α   χ ρ ε ί ­α». Προ­η­γού­με­να, λέ­γε­ται, μὲ τή συ­νή­θη, ἀν­τὶ τοῦ οὐσιαστι­κοΰ τῶν κα­τα­στά­σε­ων, ἀ­να­φο­ρὰ στὰ πρό­σω­πα: «γὶγνε­ται τοί­νυν… πό­λις… ἐ­πει­δὴ τυγ­χά­νει ἡ­μῶν ἕ­κα­στος οὐκ αὐ­τάρ­κης, ἀλ­λὰ πολ­λῶν ἐν­δε­ὴς» (369b). Μὲ τὸ θε­ω­ρη­τι­κὸ του λό­γο θε­με­λι­ώ­νει ὁ Πλά­των τὴν ἀν­θρώπι­νη κοι­νω­νί­α πά­νω στὴν ἰ­δέ­α, ὅ­τι οἱ ἄν­θρω­ποι ἔ­χουν ἀ­νάγ­κη ὁ ἔ­νας τὸν ἄλ­λο.(25) Αὐ­τή ἡ ἔν­νοι­α τῆς χ ρ ε ί­ α ς (369c) – πού μὲ τὸ ὑ­λι­κό της πε­ρι­ε­χό­με­νο ὑ­πάρ­χει καὶ στὸν πλατωνι­κὸ μύ­θο τοῦ Πρω­τα­γό­ρα – ὅπου ὅ­μως ἀ­παν­τοῦν οἱ βα­σι­κὲς ἔν­νοι­ες τῆς αἰδο­ῦς καὶ δί­κη­ς(26) – δὲν θὰ βρει σύμ­φω­νο τὸν Ἀ­ρι­στο­τέ­λη (Πο­λι­τι­κῶν 1291a 10-19) ὁ ὁ­ποῖ­ος στὴν ἵ­δρυ­ση τῆς κοι­νω­νί­ας στό­χο βλέ­πει τὸ «κα­λὸν» καὶ ὄχι τὰ «ἀ­ναγκαῖ­α».(27)
Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, «δὲν πρέ­πει νὰ ξε­χνοῦ­με ὅτι στὸν Πλά­τω­να δὲν ὑ­πάρ­χει «πο­λι­τεί­α Θε­ο­ῦ»,(28) ἐπέκεινα πο­λι­τεί­α, ἄυ­λη, βα­σι­σμέ­νη στὴν πί­στη γι­ὰ τὴν ἀ­θα­να­σί­α τῆς ψυ­χῆς καὶ στὴν ἰ­δέ­α ἑ­νὸς Θε­ού ῥυθ­μι­στῆ τῆς τύ­χης τῶν ἀν­θρώ­πων, ὅπως εἶναι ἡ πο­λι­τεί­α στὸ ἀ­πο­λο­γη­τι­κὸ ἔρ­γου τοῦ ἱ­ε­ρού Αὐ­γου­στί­νου. Ἡ πλα­τω­νι­κὴ Πο­λι­τεί­α εἶναι ἔρ­γο φι­λο­σο­φι­κό, ὅπου ἀν­τι­με­τω­πί­ζον­ται τὰ κοι­νω­νι­κὰ – πο­λι­τι­κὰ προ­βλή­μα­τα καὶ ἀ­να­ζη­τε­ΐ­ται ὁ τρό­πος σύ­στα­σης τῆς τέ­λει­ας γή­ι­νης πο­λι­τεί­ας. Ὁ τρό­πος αὐτὸς βα­σί­ζε­ται σὲ λο­γι­κὲς ἀ­πο­δεί­ξεις· ἡ οὐ­το­πι­α ἐδῶ δὲν εἶναι ἀ­συμ­βί­βα­στη μὲ τή λο­γι­κή (κά­τι τέ­τοι­ο μό­νο πρό­χει­ρη σκέ­ψη μπο­ρεῖ νὰ τὸ ὑ­πο­στη­ρί­ξει).(29)
Στοὺς Νό­μους, στὸ τέ­λος τοῦ Γ’ βι­βλί­ου, λέ­ει ὁ Κλι­νί­ας: «πει­ρώ­με­θα λό­γῳ πρῶ­τον κα­τοι­κί­ζειν τὴν πό­λιν» (702e). Τὰ τρί­α πρῶ­τα βι­βλί­α τῶν Νό­μων εἰ­σά­γουν στὸ θέ­μα αὐτό, ἐ­νῶ τὰ πέν­τε ἑ­πό­με­να μελε­τοῦν τὴν ὀρ­γά­νω­ση τῆς πο­λι­τεί­ας, τή θέ­ση, τὸν πλη­θυ­σμό, τή νο­μο­θε­σία, τοὺς ἄρ­χον­τες, τὴν παι­δεί­α κ.α. Στὸ χω­ρί­ο 683a μὲ τὴν ἀ­να­φο­ρὰ στὸ λό­γο τί­θε­ται καὶ ἡ ἔν­νοι­α τοῦ «ἔρ­γου» πού συναποτε­λεί μ’ αὐ­τὸν τὸ δο­μι­κὸ ζεῦ­γος τῆς πλα­τω­νι­κῆς πο­λι­τι­κῆς θε­ω­ρί­ας τῆς ἀ­λή­θει­ας: «πε­ρι­τυ­χόν­τες γὰρ ἔρ­γοις γε­νο­μέ­νοις … ἐ­πὶ τὸν αὐ­τὸν λό­γον ἐ­λη­λύ­θα­μεν, ὥ­στε οὐ πε­ρὶ  κ ε ­ν ὸ ν  τ ἰ  ζη­τή­σο­μεν, ἀλ­λὰ πε­ρὶ  γ ε ­γ ο ­ν ὸ ς  κ α ὶ  ἐ ­χ ο ­ν α ­λ η -­θ ε ι ­α ν».
Λό­γος στὸν Πλά­τω­να εἶναι καὶ ὁ «μὴ πλα­σθεὶς μῦ­θος». Στὸν Τί­μαι­ο δι­α­κρί­νει ὁ φι­λό­σο­φος «τὸν πλα­σθέν­τα μῦ­θον» ἀ­πὸ τὸν «ἀ­λη­θι­νὸν λό­γον» (26d), ἀ­φο­ῦ προ­η­γού­με­να ἐ­πι­τάσ­σει τή με­τά­θε­ση στὸ ἐ­πί­πε­δο τοῦ ἀ­λη­θι­νού ὅ­σων ἔ­χει ἐκ­θέ­σει «ὡς ἐν μύ­θῳ», δη­λα­δὴ ζη­τᾶ ὄ­χι πι­ὰ αὐτό πού συ­νή­θως περι­μέ­νου­με ὅ­ταν μι­λά­με γι­ὰ οὐ­τοπι­κὸ σχε­δί­α­σμα, τή με­τά­θε­ση τοῦ πραγ­μα­τι­κοῦ στὸ φαν­τα­στι­κό, ἀλ­λὰ τὴν ἀ­λη­θοποίη­ση τοῦ μύ­θου: «τοὺς δὲ πο­λί­τας καὶ τὴν πό­λιν ἥν χθὲς ὡς ἐν μύ­θῳ δι­ῄ­ει­σθα σύ, νῦν με­τε­νεγ­κόν­τες ἐ­πὶ τ’ ἀ­λη­θὲς δε­ῦ­ρο θή­σο­μεν ὡς ἐ­κεί­νην τήν­δε οὖ­σαν καὶ τοὺς πο­λί­τας οὕς δι­ε­νο­οΰ φή­σο­μεν ἐ­κεί­νους τοὺς ἀ­λη­θι­νοὺς εἶναι προ­γό­νους ἡ­μῶν…».
Κοι­νὸς στό­χος τοῦ πο­λι­τι­κού φι­λο­σό­φου καὶ τοῦ πο­λι­τι­κοῦ τῆς δρά­σης εἶναι ἡ πό­λη (ἱ­δρυση, θε­σμοί, νό­μοι τῆς πό­λης). Κοι­νὸ μπο­ρεῖ νὰ εἶναι τὸ αἴ­τη­μα: «κα­τι­δε­ΐν πῶς πο­τ’ ἂν ἄ­ρι­στα οἰ­κοί­η, καὶ ἰ­διᾳ πῶς ἂν τὶς βέλ­τι­στα τὸν αὔ­τοῦ βί­ον δι­α­γά­γοι» (Πλά­των Νό­μοι 702a)- κοι­νὸ μπο­ρεῖ νὰ εἶναι τὸ αἴ­τη­μα γι­ὰ τὸ «ἐ­πα­νορ­θο­ῦ­σθαι»(30) τῆς πο­λι­τεί­ας «εἴ πο­τ’ ἐ­ξέρ­χε­ται». Ὅ­μως στο­χα­στὴς καὶ πο­λι­τι­κὸς συ­νή­θως στοι­χοῦν στὴν ἀν­τί­θε­ση θε­ω­ρί­ας-πρά­ξης, λό­γου-ἔρ­γου. Ὁ φι­λό­σο­φος Πλά­των, πού ὁ λό­γος του εἶναι καὶ τὸ ἔρ­γο του – καὶ σὲ μι­ὰ φά­ση τῆς ζω­ῆς του ἡ ἀ­πο­κλει­στι­κὴ του ἐ­κλο­γή – θε­με­λι­ώ­νει ἤ ἐ­πα­νορ­θώ­νει τὴν πο­λι­τεί­α μὲ τὸ λό­γο ἤ τή δυ­να­μι­κή του πα­ρά­στα­ση· αὐ­τή εἶναι ἡ οὐ­το­πι­κή λεγόμενη πε­ρι­γρα­φὴ καὶ νό­η­μα της εἶ­ναι ὁ­ρι­σμέ­νες ἀρ­χές γι­ὰ τὴν ποι­ό­τη­τα τῆς ζω­ῆς. Τὶς ἀρ­χές αὐ­τές εὔ­στο­χα συ­νο­ψί­ζει ὁ Καθηγητής σή­με­ρα Πρό­ε­δρος τῆς Ἀ­κα­δη­μί­ας Ἀ­θη­νῶν, Ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κὸς Γ. Μιχαηλί­δης-Νου­ά­ρος:
«Πρώ­τη ἰ­δέ­α εἶναι ἡ πρω­ταρ­χι­κὴ ση­μα­σί­α τῆς ἀ­ρε­τῆς γι­ὰ τή σω­τη­ρί­ᾳ τοῦ ἀ­τό­μου καὶ τῆς πο­λι­τεί­ας. Στοι­χεῖ­α τῆς ἀ­ρε­τῆς εἶναι ἡ σω­φρο­σύ­νη καὶ ἡ δι­και­ο­σύ­νη. Ἡ δι­και­ο­σύ­νη ὡς ἐ­σω­τε­ρι­κὴ ἀ­ρε­τὴ εἶναι ἡ ἁρ­μο­νί­α ἀ­νά­με­σα στὰ τρί­α μέ­ρη τῆς ψυ­χῆς (τὸ λο­γι­στι­κό, τὸ θυ­μο­ει­δὲς καὶ τὸ ἐ­πι­θο­μη­τι­κό), ὡς πολιτι­κὸς θε­σμὸς εἶναι ἡ ὀρ­θὴ κα­τα­νο­μὴ τῶν τι­μῶν καὶ τῶν ποι­νῶν, ἡ ἐ­κτέ­λε­ση ἀ­πὸ κά­θε πο­λί­τη τοῦ ἔρ­γου πού τοῦ ἀ­νή­κει, ἡ ἀ­πο­φυγή τῆς πο­λυ­πραγ­μο­σύ­νης καὶ τῆς ἀλ­λο­τρι­ο­πραγ­μο­σύ­νης.
Δεύ­τε­ρη ἰ­δέ­α εἶναι ὅτι ἡ ἀ­ρε­τὴ στη­ρί­ζε­ται στή γνώ­ση, πού ὁ­δη­γεῖ στὴν ἒλλο­γη δρά­ση καὶ στὸν ἄριστο βί­ο. Ἡ γνώ­ση μπο­ρεῖ νὰ ἀ­πο­κτη­θεῖ μό­νο μὲ τὴν παι­δεί­α πού εἶναι τρο­φὸς τῆς ψυ­χῆς.
Τρί­τη ἰ­δέ­α, πού σή­με­ρα ἔ­χει γί­νει γε­νι­κὰ δε­κτὴ καὶ ἀ­πο­τε­λεί ἴσως ἕ­να «κοι­νὸ τό­πο», εἶναι ἡ ἰ­δέ­α τῆς ὑ­πε­ρο­χῆς τοῦ γε­νι­κοΰ συμ­φέ­ρον­τος σὲ σχέ­ση μὲ τὸ ἀ­το­μι­κό. Σὲ μι­ὰ πο­λὺ γνω­στὴ φρά­ση ὁ Πλά­των δι­α­κη­ρύσ­σει ὅτι, σύμ­φω­να μὲ τὴν ἀ­λη­θι­νὴ ἐ­πι­στή­μη τῆς πο­λι­τι­κῆς, πρέ­πει νὰ φρον­τί­ζου­με γι­ὰ τὴν ἐπι­κραάτη­ση τοῦ γε­νι­κοΰ (ἡ κοι­νού) συμ­φέ­ρον­τος καὶ ὄχι τοῦ ἀ­το­μι­κο­ΰ, γι­α­τὶ τὸ γε­νι­κὸ συμ­φέ­ρον ἑνώ­νει, ἐ­νῶ τὸ ἀ­το­μι­κό κα­τα­στρέ­φει τὶς πο­λι­τεῖ­ες (Νό­μοι 875a)».(30α)
Ἂς δο­ύ­με όμὼς με­ρι­κὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ δείγ­μα­τα τῆς πλα­τω­νι­κῆς σκέ­ψης: «Στή ζων­τα­νὴ πε­ρι­γρα­φὴ τῆς χρυ­σῆς ἐ­πο­χῆς (τοῦ Πο­λι­τι­κοῦ) τὸ θέ­α­μα τῆς ἀ­φθο­νί­ας, τῆς σχό­λης καὶ τῆς εἰ­ρή­νης δί­νει χρῶ­μα καὶ ζω­ὴ στὴν κα­τά­στα­ση τῆς ἑ­νό­τη­τας καὶ ὁ­μο­νοί­ας, πού θε­ω­ρη­τι­κὰ ὁ­ρί­ζε­ται μό­νο μὲ τὴν ἀ­που­σί­α τε­χνι­κῶν μέ­σων καὶ νό­μων, δη­λα­δὴ στε­ρη­τι­κά, μὲ κε­νά…».(31) Ἐ­δῶ (Πο­λι­τι­κὸς 271e-272a) λέ­γε­ται ὅτι «νέ­μον­τος ἐ­κεί­νου (τοῦ θε­οῦ) οὒκ ἦ­σαν οὐ­δὲ κτή­σεις γυ­ναι­κῶν καὶ παί­δων», ἰ­δέ­α πού θεωρητικὰ δι­α­τυ­πώ­νε­ται καὶ στὴν Πο­λι­τεί­α (457cd), καὶ ἀ­παν­τᾶ καὶ στὸν Τί­μαι­ο (18c).(32) Οἱ ὑποστη­ρι­κτὲς τῆς οὐ­το­πι­στι­κῆς θε­ώ­ρη­σης στὴν πλα­τω­νι­κὴ ἑρ­μη­νεί­α δὲν προ­σέ­χουν ὅτι στοὺς διαλόγους Πο­λι­τεί­α-Νό­μοι καὶ Τί­μαι­ος-Κρι­τί­ας ὑ­πάρ­χουν στοι­χεῖ­α πού ἀν­τι­στοι­χο­ΰν ὄχι στὴν ἀντίθε­ση ἱ­στο­ρί­ας καὶ φαν­τα­στι­κοῦ, ἀλ­λὰ θε­ω­ρη­τι­κοῦ καὶ ἐ­ξει­κο­νι­στι­κοΰ καὶ στοι­χεῖ­α τοῦ πραγματικο­ύ, ὅπως εἶναι π.χ. ἡ κοι­νὴ ἐκ­παί­δευ­ση γυ­ναι­κὼν καὶ ἀν­δρῶν στὴν Σπάρ­τη, οἱ Νό­μοι τοῦ Λυ­κούρ­γου γι­ὰ τὸ ὅρι­ο ἡ­λι­κί­ας στὸ γά­μο καὶ ἡ κοι­νό­τη­τα τῶν γυ­ναι­κὼν στοὺς Σκύ­θες, σύμ­φω­να μὲ τὸν Ἠ­ρό­δο­το,(33)πού στο­χεύ­ει νὰ ἑ­νώ­σει τὰ ἄ­το­μα σὲ μι­ὰ οἰ­κο­γέ­νει­α ἔτ­σι πού ἡ ἑ­νό­τη­τα τοῦ αἵματος νὰ κά­νει ἀ­δύ­να­τη τὴν ἔ­χθρα καὶ τὸ φθό­νο.
Στὸν Τί­μαι­ο (21d) ὁ μύ­θος γι­ὰ τή μέγι­στη «καὶ ὀ­νο­μα­στο­τά­την πρᾶ­ξιν ἥν ἡ πό­λις (τῶν Ἀ­θη­νῶν) ἔ­πρα­ξεν» καὶ τῆς «Ἀ­τλαν­τί­δος», τῆς «ὕβρει πο­ρευ­ο­μέ­νης» (24e), ἐ­ξαγ­γέλ­λε­ται ἀ­πὸ τὸν Κρι­τί­α ὡς «λό­γος μά­λα ἄ­το­πος παν­τά­πα­σί γε μὴν ἀ­λη­θὴς» (20d) καί, πα­ρα­τη­ρεῖ ὁ Σω­κρά­της, εἶναι ἀναφορὰ σὲ «ἔρ­γον οὐ λε­γό­με­νον μέν, ὡς δὲ πρα­χθὲν ὄν­τως ὑ­πὸ τῆς πό­λε­ως» κα­θὼς τὸ δι­η­γή­θη­κε δ Σό­λων. Ἡ Ἀ­θή­να εἶ­χε τή δύ­να­μη της στὴν εὐ­ψυ­χί­α καὶ τὴν ἀ­ρε­τὴ τῶν κα­τοί­κων τῆς. Αὐ­τή τὴν ἰ­δέ­α πα­ρι­στά­νει ὁ Πλά­των στὸν Τί­μαι­ο μὲ τὰ λε­γό­με­να τοῦ αἰ­γύ­πτι­ου ἱ­ε­ρέ­α καὶ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει στὸν Κρι­τί­α γι­ὰ πρό­σω­πα (112e): «οὗ­τοι καὶ κα­τὰ τὴν τῶν ψυ­χῶν παν­τοί­αν ἀ­ρε­τὴν ἐλ­λό­γι­μοί τε ἦ­σαν καὶ ὀ­νο­μα­στό­τα­τοι πάν­των». Μ’ αὐ­τὴν με­τα­θέ­τει ὁ φι­λό­σο­φος, ὅπως στὸ δι­α­λο­γο Με­νέ­ξε­νος,(34) τή σύγ­χρο­νη ἱ­στο­ρί­α τῆς Ἀ­θή­νας καὶ συ­νά­μα, δο­ξά­ζον­τας μὲ τὸ πα­ρελ­θὸν τὴν πό­λη, προ­κα­λεῖ τοὺς συγχρό­νους του.(35) Ἔ­δω ὑ­πάρ­χουν καὶ δύ­ο ἄλ­λα γνω­ρί­σμα­τα: τὸ ποι­η­τι­κὸ καὶ τὸ ἱ­στο­ρι­κό. Ὑπάρχει δη­λα­δὴ ἡ σχέ­ση τοῦ μύ­θου, μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἀρ­χί­ζει τὸ πλα­τω­νι­κὸ ἔρ­γο, μὲ τὸ δι­α­λο­γι­κὸ μέ­ρος πού ἀ­κο­λου­θεί(36) Ὁ μύ­θος εἶναι τρό­πος πού ἀ­νή­κει στὸν πλο­ΰύτο τῆς πλα­τω­νι­κῆς ἔκ­φρα­σης σύμφω­να μὲ τὰ λε­γό­με­να στὸ χω­ρί­ο 19c τοῦ Τί­μαι­ου, ὅπου φαί­νε­ται ὅτι ὁ Πλά­των δὲν πε­ρι­ο­ρί­ζε­ται στὴν ὑ­περ­βο­λι­κὰ θε­ω­ρη­τι­κὴ δι­α­τύ­πω­ση τῆς σκέ­ψης του. Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ αὐτό στὴν οὐ­το­πι­κή πε­ρι­γρα­φὴ εἶναι δυ­να­τὸν νὰ ἀ­νι­χνευ­θοῦΰν ἱ­στο­ρι­κὰ στοι­χεῖ­α. Ὁ μύ­θος τῆς Ἀτλαντίδας εἶναι γνω­στὸ ὅτι σχολιάστη­κε κι­ό­λας ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χαι­ό­τη­τα ὡς ἀ­φή­γη­ση μὲ πραγ­μα­τι­κὰ στοι­χεῖ­α (Κράν­τωρ)· ὁ Πο­σει­δώ­νι­ος θε­ώ­ρη­σε ὅτι ὁ Πλά­των τὸν ἐ­πλα­σε πά­νω σὲ πραγ­μα­τι­κὰ δε­δο­μέ­να· ἀν­τί­θε­τα ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης τὸν εἶ­δε ὡς μύ­θο. Οἱ ὑ­πο­θέ­σεις συ­νο­πτι­κὰ μπο­ρεῖ νὰ εἶναι τέσ­σε­ρις: ἱ­στο­ρι­κὴ ἀ­λή­θει­α, ποι­η­τι­κὴ μετά­θε­ση πραγ­μα­τι­κῶν γε­γο­νό­των, ἀλ­λη­γο­ρί­α, κα­θα­ρή πλα­σμα­τι­κὴ ἱ­στό­ρη­ση.(37)
Σω­στὰ πα­ρα­τη­ρή­θη­κε,(38) ὅτι τὰ προ­βλή­μα­τα ἑρ­μη­νεί­ας τῆς Ἀτλαντίδας δὲν ἀ­φοροῦν τις πη­γὲς τοῦ μύ­θου, ὅπως θὰ ἤ­θε­λε ἡ ρε­α­λι­στι­κὴ ἑρ­μη­νεί­α, ἀλ­λὰ τή μέ­θο­δο πού χρη­σι­μο­ποι­εῖ ὁ Πλά­των· ὁ φιλόσο­φος ἀ­κο­λου­θεί τὴν πα­ρα­δειγ­μα­τι­κὴ ὁ­δό, ἀ­ναζη­τᾶ πρό­τυ­πα μὲ μι­ὰ σει­ρὰ ἀν­τι­θέ­σεις γεωλογικοπο­λι­τι­κὲς καὶ φι­λο­σο­φι­κές. Μέ­σα ἀ­πὸ τὴν ἀ­νά­μνη­ση τῶν περ­σι­κῶν πο­λέ­μων, πού διαβλέπον­ται ἐδῶ, ὁ Πλά­των ἐ­πανα­φέ­ρει «μὲ σκη­νο­θε­τι­κὸ τρό­πο τή δυ­να­μι­κή ἀν­τί­θε­ση Ελ­λή­νων καὶ βαρ­βά­ρων»(39) καὶ κυ­ρί­ως πα­ρι­στά­νει τὶς θε­με­λι­α­κὲς του ἰ­δέ­ες τῆς ὑ­πε­βο­λῆς στὴν ἀ­ρε­τὴ καὶ τῆς κατα­στρο­φι­κῆς ἐ­πί­δρα­σης τῆς πλε­ο­νε­ξί­ας:(40) «πά­σῃ τε καὶ πα­ρὰ πάν­τας ἀν­θρώ­πους ὑ­περ­βε­βλη­κό­τες ἀ­ρε­τῇ» (Τί­μαι­ος 24d).
Ἔτ­σι ἡ πλα­τω­νι­κὴ – λε­γό­με­νη – οὐ­το­πί­α δο­μεῖ­ται, ὅπως ὁ λό­γος γε­νι­κά, πά­νω στὶς ὑ­περ­βά­σεις: α) τῆς μο­νο­μέ­ρει­ας, β) τῆς ἀ­κρό­τη­τας, γ) ὁ­ρι­σμέ­νων ἀν­τι­θέ­σε­ων τοῦ πραγ­μα­τι­κοῦ. Στοὺς Νό­μους (692a καὶ 693d-701b) ἀ­να­φέ­ρε­ται ὁ Πλά­των στή μι­κτὴ μορ­φὴ πο­λι­τεύ­μα­τος τῆς Σπάρ­της («ἡ βα­σι­λεί­α… σύμ­μει­κτος γε­νο­μέ­νη καὶ μέ­τρον ἔ­χου­σα») καὶ στὶς ἀ­κρό­τη­τες τῆς Ἀ­θή­νας καὶ τῆς Περ­σί­ας (ἐ­λευ­θε­ρί­α/αὐ­θαιρε­σί­α/τυ­ραν­νί­α). Στὸ χω­ρί­ο 712 ὑ­πο­στη­ρί­ζει ὅτι, «ὅταν εἷς ταῦ­τον τῷ φρο­νε­ΐν καὶ σω­φρο­νεῖϊν ἡ με­γί­στη δύ­να­μις ἒν ἀν­θρώ­πῳ συμ­πέ­σῃ τό­τε πο­λι­τεί­ας τῆς ἀ­ρί­στης καὶ νό­μων τῶν τοι­ού­των φύ­ε­ται γέ­νε­σις». Ἡ Σπάρ­τη εἶναι ἡ ἀ­ρί­στη καλ­λι­έρ­γει­α τῆς ἀ­ρε­τῆς, ἀλ­λὰ μι­ᾶς ἀ­ρε­τῆς, τῆς σκληραγωγί­ας· δὲν εἶναι ἀ­κό­μη ἡ δω­ρι­κὴ Σπάρ­τη ἡ πλα­τω­νι­κή, γι­α­τὶ δὲν ἔ­χει τὴν ἀ­ρε­τὴ πού κερδίζεται μὲ τὴν ὀρ­θὴ παι­δεί­α, τή συμ­φω­νί­α τῶν πα­θῶν μὲ τὸν λό­γο («κε­φά­λαι­ον παι­δεί­ας… τὴν ὀρ­θὴν τρο­φήν», Νό­μοι 643c, πρβλ. 653a). Ὅ­πως ἡ ἀν­δρεί­α δὲν εἶναι μό­νο ἀ­φο­βί­α (633d), ἀλ­λὰ καὶ ἐγ­κρά­τει­α – μὴ ἀ­κο­λα­σι­α – ἔτ­σι ἡ ἀ­ρε­τὴ δὲν εἶναι μό­νο μό­ρι­ον: «ἥν δ’ αὖ Τυρ­ταῖ­ος ἐ­πῃ­νεσεν μά­λι­στα, κα­λὴ μὲν καὶ κα­τὰ και­ρὸν κε­κο­σμη­μέ­νη τῷ ποι­η­τῇ, τε­τάρ­τη μὲντοι ὅμως ἀ­ριθ­μῷ τε καὶ δυ­νά­μει τοῦ τι­μί­α εἴ­ναι, λέ­γοι­τ’ ἂν ὀρ­θό­τα­τα» (Νό­μοι 630c-d). Τὸ πλα­τω­νι­κὸ ἰ­δα­νι­κο ἀ­πο­βλέ­πει «πρὸς πᾶ­σαν ἀ­ρε­τήν».41
III
 ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ
Ὁ Πλά­των δὲν εἶναι οὐ­το­πι­στής, γι­α­τὶ δὲν χα­ρα­κτη­ρί­ζει τή σκέ­ψη του ὁ ἀν­τι­ιστο­ρι­σμὸς καὶ ἡ μηδενιστι­κὴ στά­ση ἀ­πέ­ναν­τι στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ἀλ­λ’ οὔ­τε εἶναι ὀ­πα­δὸς τοῦ ἱ­στο­ρι­κι­σμο­ύ· στὸν πλα­τω­νι­σμό, ὅπου «ὁ ἀ­πό­λυ­τος στό­χος εἶναι ἡ ἀ­νόρ­θω­ση τῆς ζω­ῆς, ἱ­στο­ρί­α καὶ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ὑπολο­γί­ζον­ται ὡς οἱ με­τα­βλη­τὲς στὴν ὑ­πη­ρε­σί­α αὐ­τοῦ τοῦ σκο­πού ἤ τὸ ἱ­στο­ρι­κὸ εἶναι μό­νο ἀ­φε­τη­ρί­α γι­ὰ νὰ στη­ριχθοῦν οἱ φι­λο­σο­φι­κὲς ἀ­ξί­ω­σεις γι­ὰ τὴν ὀρ­θό­τη­τα τῆς ζω­ῆς. Ὁ Πλά­των δὲν εἶναι οὔ­τε ἱστο­ρι­κὸς οὔτε μι­μη­τι­κὸς στο­χα­στὴς ἤ καλ­λι­τέ­χνης, ἀλ­λὰ ποι­η­τής: ἡ ποίη­ση ὑ­πάρ­χει σ’ ὁ­ποι­α­δή­πο­τε πε­ρί­πτω­ση πραγ­μα­το­ποι­εῖ­ται ἕ­να πέ­ρα­σμα ἀ­πὸ τὸ μὴ εἶναι στὸ εἶναι, ἀ­πὸ τὸ μὴ ὀρ­θό στὸ ὀρ­θό: «ἡ γὰρ τοι ἐκ τοῦ μὴ ὄν­τος εἰς τὸ ὄν ἰ­όν­τι ὁ­ταῳ­ο­ῦν αἰ­τί­α πᾶ­σά ἐ­στι ποί­η­σις». Εἶναι δη­λα­δὴ ὁ Πλά­των ποι­η­τὴς νέ­ας πο­λι­τει­α­κῆς κα­τα­σκευ­ῆς καὶ ζω­γρά­φος ἑ­νὸς πί­να­κα πού εἶναι εἰ­κό­να καὶ προ­τυ­πο: «δι­ὸ δὴ πα­ρὰδειγ­μά γε πο­λι­τεί­ας οὐκ ἄλ­λῃ χρῇ σκο­πεῖϊν, ἂλ­λ’ ἐ­χο­μέ­νους ταύ­της τὴν ὅτι μά­λι­στα τοι­αύ­την ζη­τε­ΐν κα­τὰ δύ­να­μιν» (Νό­μοι 739e).42
Ὁ δρα­μα­τι­κὸς χα­ρα­κτῆ­ρας τῆς οὐ­το­πί­ας στὸν Πλά­τω­να θὰ φα­νεῖ καὶ ἀ­πὸ τὰ πα­ρα­κά­τω πού ἀ­φο­ροῦν τὸ δι­α­λο­γο Πο­λι­τεί­α, τὸ δρα­μα­τι­κὸ ποί­η­μα «πε­ρὶ δι­και­ο­σύ­νης». Στὴν ἀρ­χή το­ΰ Ε’ βι­βλί­ου τῆς Πο­λι­τεί­ας (449c) ὁ Σω­κρά­της ἀ­να­φέ­ρε­ται στὸν τρό­πο «τῆς κοι­νω­νί­ας», ὅπου «πε­ρὶ γυ­ναι­κῶν τε καὶ παί­δων παν­τὶ δῆ­λον ὅτι κοι­νὰ τὰ φί­λων ἔ­σται».
Ἡ ἀρ­χή αὐ­τὴ εἶναι ἀ­ρι­στούρ­γη­μα δρα­μα­τι­κῆς ἔκ­θε­σης· ὁ Πλά­των (450e) κα­μώ­νε­ται πώς δι­στά­ζει (ἐνῶ στοὺς Νό­μους θὰ πει πώς τολ­μᾶ «πάμ­πολ­λα πα­ρὰ τάς εἰ­ωθυί­ας πο­λι­τεί­ας») νὰ ἐκ­θέ­σει τή γνώμη του, πού θὰ ξε­ση­κώ­σει δι­α­μαρ­τυ­ρί­ες γι­ὰ τὴν τόλ­μη της. Τὸ ἴ­δι­ο στὴν ἀρ­χή τοῦ Τί­μαι­ου (19d) οἱ δι­σταγ­μοὶ τοῦ φι­λο­σό­φου δεί­χνουν πώς ἔ­χει συ­νεί­δη­ση τοῦ τολ­μη­ρού χα­ρα­κτή­ρα τῶν ἀ­πό­ψε­ων του. Σω­στὰ πα­ρα­τη­ρή­θη­κε ὅτι ὁ Πλά­των ἀ­κο­λου­θεῖ τή λο­γι­κή «τῆς ἰ­δέ­ας, καὶ κα­νεὶς δὲν εἶναι πι­ὸ ρι­ζο­σπα­στι­κὸς ἀ­πὸ ἕ­να ἰ­δε­α­λι­στή».(43) Στή συ­νέ­χει­α τῆς Πο­λι­τεί­ας (472a) ὁ πλα­τω­νι­κὸς Σω­κρά­της ὁμο­λο­γεῖ ὅτι ἐ­πι­χει­ρεῖ «πα­ρά­δο­ξον λό­γον λέ­γειν». Ἐν τῷ με­τα­ξύ, στή δι­αρ­κει­α ­ταῆς ἔκ­θε­σης, δὲν παρα­λεί­πει νὰ το­νί­σει, ὅτι ἡ «κοι­νω­νί­α» τῶν γυ­ναι­κῶν καὶ τῶν παι­δι­ῶν «τοῖς φύ­λα­ξι τῆς πό­λε­ως» πρέ­πει νὰ βε­βαι­ω­θεῖ στα­θε­ρὰ μὲ τὸ λό­γο ὅτι ται­ρι­ά­ζει γι­ὰ τὴν πο­λι­τεί­α καὶ εἶναι ἡ καλύτερη: «μα­κρῷ βελ­τί­στη δεῖ τὸ με­τὰ τοῦ­το βε­βαι­ώ­σα­σθαι πα­ρὰ τοῦ λό­γου» (46le)· καὶ το­νί­ζει ὁ Πλά­των: «οὐ­κοῦν ἡ μὲν ἡ­δο­νῆς τε καὶ λύ­πης κοι­νω­νί­α ξυν­δε­ῖ, ὅταν ὅτι μά­λι­στα πάν­τες οἱ πολί­ται τῶν αὐ­τῶν γι­γνο­μέ­νων τε καὶ ἀ­πολ­λυ­μέ­νων πα­ρα­πλη­σί­ως χαί­ρω­σι καὶ λυ­πῶνται… ἡ δέ γε… ἰ­δι­ω­σις δι­α­λύ­ει» (462b). Τὸ κοι­νὸ κα­λὸ εἶναι μέ­ρι­μνα τοῦ Πλά­τω­νος. Ἡ ἐ­ρώτη­ση πού, σὲ μι­ὰ στιγ­μὴ δρα­μα­τι­κῆς ἔν­τα­σης («ἐ­ξαίφ­νης») θέ­τει δι­α­κό­πτον­τας τὸν Σω­κρά­τη ὁ συ­νο­μι­λη­τῆς του – κά­νον­τας, ὅπως θὰ πα­ρα­τη­ρή­σει ὁ Σω­κρά­της «ὥ­σπερ κα­τα­δρο­μὴν» στὸ λό­γο του (472a) – εἶναι, ἂν «δυ­να­τὴ αὐ­τή ἡ πο­λι­τεί­α γε­νέ­σθαι καὶ τί­να τρό­πον πο­τὲ δυ­να­τὴ» (471c).
Τὸ ἀ­κρο­α­τή­ρι­ο συμ­φω­νεῖ ὅ­τι ἀ­ξί­ζει ἡ πο­λι­τεί­α πού πε­ρι­γρά­φει ὁ Σω­κρά­της. Τὸ βα­σι­κὸ ὅμως ἐρώτημα εἶναι τώ­ρα νὰ πει­σθεῖ κα­νεὶς «ὡ ς  δ υ ­ν α ­τ ὸ ν  κ α ὶ  ᾖ  δ υ ­ν α ­τ ὸ ν» (47le). Σὲ κά­θε ἀπόπει­ρα τοῦ Σω­κρά­τη νὰ ξε­φύ­γει, ὁ συ­νο­μι­λη­τής του πα­ρα­τη­ρεῖ μὲ δρα­μα­τι­κὴ ἐμ­μο­νή: «ὅσῳ ἄν… τοι­α­ΰ­τα πλεί­ω λέ­γῃς, ἧτ­τον ἀ­φε­θήσει ὑ­φ’ ἡ­μῶν πρὸς τὸ μὴ εἴ­πε­ϊν πῇ δυ­να­τὴ γί­γνε­σθαι αὕ­τη ἡ πο­λι­τεί­α. Ἀλ­λὰ λέ­γε καὶ μὴ δι­ά­τρι­βε» (472b). Τό­τε ὁ Σω­κρά­της πα­ρα­τη­ρεῖ, ὅ­τι ἔφ­τα­σε στὸ θέ­μα τῆς «κοι­νω­νί­ας» ἐ­ρευ­νών­τας «δι­και­ο­σύ­νην οἷ­όν ἐ­στι καὶ ἀ­δί­κι­α» (472b) καὶ βε­βαι­ώ­νει, ὅτι ἡ ἔ­ρευ­να γι­ὰ τή δι­και­ο­σύ­νη καὶ τὸν δί­και­ο ἔ­γι­νε χά­ριν «π α­ ρ α­δ ε ί γ ­μ α ­τ ο ς»· μὲ ἄλ­λα λό­γι­α ὅτι ἡ ζω­ὴ χρειά­ζε­ται ἰ­δα­νι­κὰ πρό­τυ­πα γι­ὰ νὰ βελ­τι­ω­θεῖ ἤ ὅτι τὸ ἀ­δι­α­κο­πο αἴ­τη­μα τῆς ποι­ό­τη­τας ὑ­πε­ρέ­χει ἀ­πὸ τὴν ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἐ­πί­τευ­ξη:(44) «πα­ρα­δείγ­μα­τος, ἄ­ρα ἕ­νε­κα, ἦν δ’ ἐ­γώ, ἐ­ζη­τοῦ­μεν αὐ­τό τε δι­και­ο­σύ­νην οἷ­όν ἐ­στι, καὶ ἄν­δρα τὸν τε­λέ­ως δί­και­ον εἴ γέ­νοι­το… ἂλ­λ’ οὐ  τ ο ύ τ ο υ  ἕ­ ν ε ­κ α, ἵ ν’  ἀ ­π ο ­δ ε ί ­ξ ω ­μ ε ν  ὡ ς  δ υ ­ν α ­τ ὰ  τ α ῦ ­τα α  γ ί ­γ ν ε ­σ θ α ι» (472d). Ἀλ­λοῦ (499d) ὁ Πλά­των χρη­σι­μο­ποι­εῖ ἄλ­λη κα­τη­γο­ρί­α πού ἀ­πο­δί­δει τὸ μό­χθο τῆς ὑ­πέρ­βασης καὶ ἀν­τι­κα­θι­στᾶ τὴν κα­τη­γο­ρί­α τοῦ «ἀ­δύ­να­του». «Γέ­γο­νεν ἡ εἰ­ρη­μέ­νη πο­λι­τεί­α καί ἐ­στιν καὶ γε­νή­σε­ταί γε, ὅ­ταν αὕ­τη ἡ Μο­ΰ­σα πό­λε­ως ἐγ­κρα­τὴς γὲ­νη­ται· οὐ γὰρ ἀ­δύ­να­τος γε­νέ­σθαι, οὐ­δ’ ἡ­με­ῖς ἀ­δύ­να­τα λέ­γο­μεν· χα­λε­πὰ δὲ» (499d).
Δύ­ο πράγ­μα­τα πρέ­πει νὰ προ­σε­χθο­ύν γι­ὰ νὰ κα­τα­νο­ή­σου­με τὴν πλα­τω­νι­κὴ πο­λι­τι­κὴ σκέ­ψη: α) Στή σχέ­ση λό­γου-πρά­ξης ἀν­τι­στρέ­φε­ται ἡ κοι­νὴ πα­ρα­δο­χὴ τῆς ση­μα­σί­ας τῆς πρά­ξης, β) βα­σι­κὴ κατηγορί­α τῆς πλα­τω­νι­κῆς γνω­σι­ο­θε­ω­ρί­ας, πού σπον­δυ­λώ­νει καὶ τὴν πο­λι­τι­κὴ σκέ­ψη, εἶναι τὸ «δυνα­τόν». Γι­ὰ τὸ πρῶ­το: «Οἱ πι­ὸ πολ­λοὶ δέ­χον­ται ὅτι ἕ­να τέ­λει­ο σχέ­δι­ο πρέ­πει συ­νή­θως νὰ τροπο­ποι­η­θεῖ γι­ὰ νὰ μπεῖ σὲ ἐ­φαρ­μο­γή, ἀλ­λὰ δὲν δέ­χον­ται ὅτι ὁ «λό­γος» ἔ­χει πε­ρισ­σο­τέ­ρη ἀ­λή­θει­α ἀ­πὸ τὴν πρά­ξη τῆς πραγ­μά­τω­σης, γι­α­τὶ ἡ ἀ­λή­θει­α μι­ᾶς θε­ω­ρί­ας κρί­νε­ται μὲ τὴν ἐ­φαρ­μο­γὴ πού μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ πε­τύ­χει, «πρὸς τὸ τε­λευ­ταῖ­ο ἐκ­βάν». Ὁ Πλά­των δὲν συμ­με­ρί­ζε­ται αὐ­τὴ τὴν ἄ­πο­ψη. Γι΄ αὐτὸν ὁ πνευ­μα­τι­κὸς κό­σμος ὄχι μό­νο πι­ὸ τέ­λει­ος εἴ­ναι, ἀλ­λὰ καὶ πι­ὸ ἀ­λη­θι­νός. «Τὸ ἀ­λη­θι­νό εἶναι τὸ ἰ­δα­νι­κό».(45) Στὴν ἀρ­χή τοῦ Χ βι­βλί­ου τῆς Πο­λι­τεί­ας (595a) ὁ Πλά­των, ἰ­κα­νο­ποι­η­μέ­νος γι­ὰ ὅ­σα ἐ­ξέ­θε­σε «λὸγῳ» σχε­τι­κὰ μὲ τὴν ἰ­δα­νι­κὴ πο­λι­τεί­α, λέ­ει: «Καὶ μήν… πολ­λὰ μὲν καὶ ἄλ­λα πε­ρὶ αὐ­τῆς ἐννο­ῶ, ὡς παν­τὸς ἄ­ρα μᾶλ­λον ὀρ­θῶς ῴκί­ζο­μεν πό­λιν». Γι­ὰ τὸ δεύ­τε­ρο: Ὁ Πλά­των δὲν πι­στεύ­ει στή δυ­να­τό­τη­τα τε­λεί­ας πραγ­μά­τω­σης τοῦ ἰ­δα­νι­κοῦ του. Ἡ βε­βαι­ό­τη­τα τῆς ἀν­θρω­πί­νης πε­ρα­τό­τη­τας, πού συ­χνὰ ἀ­πο­δί­δε­ται μὲ τή γνω­στι­κή κα­τη­γο­ρί­ᾳ «τὸ δυ­να­τόν»,(46) καὶ ἡ γνώ­ση τῆς μεταβλητότητας τῶν ἀν­θρω­πί­νων πραγ­μά­τω­ν(47) τὸν φέρ­νει στὴν ὁ­μο­λο­γί­α τοῦ τέ­λους τοῦ ἔ­να­του βι­βλί­ου τῆς Πο­λι­τεί­ας, ὅτι ὁ φι­λό­σο­φος ἐ­κε­ῖ­νος πού, «οὐκ ἄ­ρα τά γε πο­λι­τι­κὰ ἐ­θε­λή­σει π ρ ά τ τ ε ι ν », θὰ πραγ­μα­τώ­σει («πράτ­τειν» 592b) μέ­σα του τὴν ἰ­δα­νι­κὴ πο­λι­τεί­α. Ὁ Πλά­των λέ­ει: «ἐν ᾖ νῦν δι­ήλ­θο­μεν οἰ­κί­ζον­τες πό­λεις… τῇ ἐν λό­γοις κει­μέ­νῃ… γῆς γε οὐ­δα­μοΰ οἶ­μαι αὕ­τη ν εἶναι» (529b). «Ἀλ­λά», πα­ρα­τη­ρεῖ τό­τε ὁ Σω­κρά­της «ἐν οὐ­ρα­νῷ ἴ­σως πα­ρά­δειγ­μα ἀ­να­κεῖ­ται τῷ βου­λο­μέ­νῳ ὁ­ρᾶν καὶ ὁ­ρῶν­τι κα­τοι­κί­ζειν. δι­α­φέ­ρει δὲ οὐ­δὲ εἴ­τε πού ἐ­στιν εἴ­τε ἔ­σται· τὰ γὰρ ταύ­της μό­νης ἂν πρά­ξει­εν ἄλ­λης δὲ οὐ­δε­μι­ᾶς».
Στὸ ἐ­ρώ­τη­μα γι­ὰ τὴν ἀ­ξί­α αὐ­τοῦ τοῦ τρό­που, ὁ Πλά­των θά­ έδι­νε αὐ­τή τὴν ἀ­πάν­τηση: «Οἴ­ει ἂν οὖν ἧττον τὶ ἀ­γα­θὸν ζω­γρά­φον εἶναι ὅς ἂν γρά­ψας πα­ρά­δειγ­μα οἷ­ον ἂν εἴ­η ὁ κάλ­λι­στος ἄν­θρω­πος καὶ πάν­τα εἰς τὸ γράμ­μα ἱ­κα­νῶς ἀ­πο­δοὺς μὴ ἔ­χῃ ἀ­ποδεῖ­ξαι ὡς καὶ δυ­να­τὸν γε­νέ­σθαι τοι­οῦ­τον ἄν­δρα;» (472d).
IV
Η ΣΩΚΡΑΤΙΚΗ ΑΤΟΠΙΑ ΚΑΙ Η ΟΥΤΟΠΙΑ
Ἔ­νας τέ­τοι­ος ἄν­δρας, ὅπως αὐ­τὸς πού ἀ­να­φέρ­θη­κε, εἶναι ὁ πλα­τω­νι­κὸς Σω­κρά­της. Λέ­ει γι­ὰ τὸν ἑ­αυτὸ του καὶ τοὺς ὁ­μοί­ους του ὁ πλα­τω­νι­κὸς δά­σκα­λος: «Καὶ τού­των δὴ τῶν ὀ­λί­γων οἱ γε­νό­με­νοι καὶ γευ­σά­με­νοι ὡς ἡ­δὺ καὶ μα­κά­ρι­ον τὸ κτῆ­μα, καὶ τῶν πολ­λῶν αὗ ἱ­κα­νῶς ἰ­δόν­τες τὴν μα­νί­αν, καὶ ὅτι οὐ­δεὶς οὐ­δὲν ὑ­γι­ὲς ὡς ἔ­πος εἰ­πεῖν πε­ρὶ τὰ τῶν πό­λε­ων πράτ­τει οὐ­δ’ ἐ­στὶ ξύμ­μα­χος με­θ’ ὅτου τὶς ἰ­ών ἐ­πὶ τὴν τῷ δι­καί­ῳ βο­ή­θει­αν σώ­ζοι­τ’ ἄν, ἂλ­λ’ ὥ­σπερ εἰς θη­ρί­α ἄν­θρω­πος ἐμ­πε­σών, οὔτε ξυ­να­δικε­ΐν ἐ­θέ­λων οὔτε ἱ­κα­νὸς ὢν εἰς πᾶ­σιν ἀ­γρί­οις ἀν­τέ­χειν, πρὶν τὶ τὴν πό­λιν ἤ φί­λους ὀ­νῆ­σαι προ­α­πο­λό­με­νος ἀ­νω­φε­λὴς αὐ­τῷ τε καὶ τοῖς ἄλ­λοις ἂν γέ­νοι­το, τα­ῦ­τα πάν­τα λο­γι­σμῷ, λα­βών, ἡ­συ­χί­αν ἔ­χων καὶ τὰ αὐ­τοῦ πράτ­των, οἷ­ον ἐν χει­μῶ­νι κο­νι­ορ­τοῦ καὶ ζά­λης ὑ­πὸ πνεύ­μα­τος φε­ρο­μέ­νου ὑ­πὸ τει­χί­ον ἀ­πο­στάς, ὁ­ρῶν τοὺς ἄλ­λους κα­ταπιμ­πλα­μέ­νους ἀ­νο­μί­ας, ἀ­γα­πᾶ εἴ πῃ αὐ­τὸς κα­θα­ρὸς ἀ­δι­κί­ας τε καὶ ἀ­νο­σίων ἔρ­γων τόν τε ἐν­θά­δε βί­ον βι­ώ­σε­ται καὶ τὴν ἀ­παλ­λα­γὴν αὐ­τοῦ με­τὰ κα­λῆς ἐλ­πί­δος ἰλε­ώς τε καὶ εὐ­με­νὴς ἀ­παλ­λά­ξε­ται». Τὸ χω­ρί­ο αὐτό τῆς Πολι­τεί­ας (496c-497a) εἴ­ναι: «σύνο­ψη τῆς δρα­μα­τι­κῆς ἀ­πο­λο­γί­ας τοῦ Πλά­τω­να γι­ὰ τὸν ἄ­μα­χο μα­χη­τή τοῦ δι­καί­ου· ὑ­περ­και­ρι­κὸ κα­τη­γο­ρῶ τῆς ἄ­δι­κης πο­λι­τει­α­κῆς ζω­ῆς, καὶ δεῖγ­μα ὅ­τι ὁ ἴ­δι­ος ὁ Πλά­των δὲν θυ­σι­ά­ζει στὴν οὐ­το­πί­α τὰ παλικάρι­α τοῦ ἄ­ρι­στου». «Ἐ­πει­δὴ δὲν ζει στὸ πο­λί­τευ­μα πού τοῦ ται­ρι­ά­ζει, ἀ­πο­φεύ­γει ὁ φι­λό­σο­φος τὸ μαρ­τύ­ρι­ο (στὴν οὐ­σί­α ἀ­ποποι­εῖϊ­ται τὸ μαρ­τύ­ρι­ο τοῦ συμ­βι­βα­σμο­ῦ), μὲ τὸ νὰ μὴ ἐ­πι­χει­ρεῖ νὰ γί­νει σω­τῆ­ρας τῶν ἰ­δι­ω­τῶν καὶ τοῦ κρά­τους. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ἐ­νερ­γεΐ ὅπως ὁ συ­νε­τὸς πού δὲν συμβου­λεύ­ει, ἂν δὲ τοῦ τὸ ζη­τή­σουν, καὶ ὅπως ὁ γι­α­τρὸς πού δὲν θε­ρα­πεύ­ει, ὅπου τί­πο­τα τὸ ὑ­γι­ει­νό δὲν ὑ­πάρ­χει καὶ ὅπου ἀ­που­σι­ά­ζει ἡ συ­νεί­δη­ση τῆς ἀ­νάγ­κης τῆς ἐ­πέμ­βα­σής του (Ζ’ Ἐ­πι­στο­λὴ 330d-331b)».(48)
Καὶ ἐδῶ όμὼς πά­λι ὁ Πλά­των προ­λα­βαί­νει τὸν ἀν­τιίλο­γο. Ἡ δι­και­ο­σύ­νη, ἀ­ρε­τὴ πρώ­τι­στα κοι­νω­νι­κή, εἶναι, ἐ­νάν­τι­α στὸ σκάν­δα­λο καὶ τὴν τυ­ραν­νί­α μι­ᾶς ἄ­θλι­ας κοι­νω­νί­ας, τὸ ὕ­ψι­στο κα­τα­φύ­γι­ο τοῦ ἀτόμου, ἡ πη­γὴ τῆς εὐ­τυ­χί­ας του σ’ αὐ­τὸν τὸν κό­σμο, ἀλ­λὰ δὲν δη­μι­ουρ­γεῖ­ται μέ­σα στὸ ἄ­το­μο πα­ρὰ πά­νω στὸ προ­τυ­πο καὶ μὲ τὴν πρά­ξη μι­ᾶς ὀρ­θὰ ὀρ­γα­νω­μέ­νης κοι­νω­νί­ας. Ὁ ἴ­δι­ος ὁ δί­και­ος, ἂν καὶ εἶναι δυ­να­τὸ νὰ μεί­νει κα­θα­ρὸς στή μο­να­ξι­ὰ του, δὲν πραγ­μα­το­ποι­εῖ­ται μὲ πλη­ρό­τη­τα πα­ρὰ στὴν «προ­σή­κου­σα» πο­λι­τεί­α: «ἐν γὰρ προ­ση­κού­σῃ αὐ­τός τε μᾶλ­λον αὐ­ξή­σε­ται καὶ με­τὰ τῶν ἰ­δί­ων τὰ κοι­νὰ σώ­σει» (Πο­λι­τεί­α 497a).
Ὅ­πως λέ­γε­ται, ὅτι ὁ σο­φὸς ἀ­πο­στρέ­φε­ται τὴν πο­λι­τεί­α πού δὲν τοῦ ται­ρι­ά­ζει, λέ­γε­ται καὶ ὅτι ἡ ἄριστη πο­λι­τεί­α δὲν εἶναι πο­λι­τεί­α αὔ­τοῦ τοῦ κό­σμου, γι’ αὐτό ἐ­πι­βάλ­λε­ται ἡ ἀ­πο­στρο­φὴ ἀ­πὸ τή νυχτε­ρι­νὴ μέ­ρα στὴν ἀ­λη­θι­νὴ (521c). Αὐ­τη ἡ ἰ­δέ­α συ­νέ­χει τοὺς δι­α­λό­γους Ἀ­πο­λο­γί­α, Γορ­γί­ας, Φαί­δων, Συμ­πό­σι­ον, Πο­λι­τεί­α. Πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τὰ ὁ Πλά­των πά­λι ὑ­πο­στη­ρί­ζει, ὅτι σ’ αὐ­τὸν ἐδῶ τὸν κό­σμο ἐ­πι­βάλ­λε­ται νὰ πραγ­μα­το­ποι­η­θεῖ κα­τὰ «τὸ δυ­να­τὸν» ἡ ἄ­ρι­στη πο­λι­τεί­α. Ἡ πο­ρεί­α στὸ Ἀ­γα­θὸν δὲν εἶναι μο­νό­δρο­μος. Ἡ κα­τά­βα­ση ση­μαί­νει ν’ ἀ­φο­σι­ω­θεῖ ὁ σο­φὸς στή σω­τη­ρί­α ὅλης τῆς πό­λης. Μό­νη ἡ ἀ­νά­βα­ση θ’ ἀ­χρή­στευ­ε τή θέα­ση. Ὁ φι­λό­σο­φος δι­α­πλά­θε­ται ἀ­πὸ τὴν πο­λι­τεί­α γι­ὰ τὴν πο­λι­τεί­α «ἐ­πὶ τὸν ξύν­δε­σμον τῆς πό­λε­ως» (520a).
  ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Transposition: σὲ ἄλλα πεδία τῆς σκέψης, βλ. Dies, Autour de Platon, I & II, Paris 1927.
2. Ό Rivaud (Notice au Timee, Belles Lettres, 11-12) στὴν ἔκδοση τοῦ Τίμαιου καὶ τοῦ Κριτία Ἔδειξε ὅτι εἶναι δυνατὸ νὰ προσγραψοομε τὸ φανταστικὸ κόσμο πάνω στὸν πραγματικό, ἀθηναϊκο, αἰγυπτιακὸ ἡ κρητικό.
3. Βλ. Η. Joly, Le Renversement platonicien, Vrin 1974, 308 κ.μ.
4. «Ὁ φιλόσοφος Πλάτων ἀντιμετωπίζει τὴν Ἱστορικὴ πραγματικότητα ὡς μετρούμενο μέτρο, δηλαδὴ ὡς ἐννοιολογικό μέγεθος. Εἶναι ὡσὰν ν’ ἀντιστρέφεται ἕνα νεοτερο αἴτημα γιὰ τή μετατροπή μὲ τὴν πράξη τοῦ κόσμου τοῦ ἤδη σχεδιασμένου μὲ τὸ στοχασμό. Ἡ πλατωνικὴ φιλοσοφικὴ πράξη-στοχασμὸς ἀλλάζει τὴν ἱστορικὴ πράξη. Αἴτημα της δὲν εἶναι ἡ ἀλήθεια ὡς σύμπτωση ἱστορικοῦ εἶναι καὶ νοούμενου εἶναι, ἀλλ’ ἡ ἀλήθεια τοῦ δέοντος ὡς ὑπέρβαση τῆς πραγματικότητας ἤ ἐξορκισμος της.
«Στὴν Πολιτεία (Ε 465d-e) προτυπο τοῦ Πλάτωνος εἶναι ὄχι ὁ ἀθλητής, ἀλλ’ ὁ ολεμιστὴς πού ἀφιερώνεται στὴν ὑπόθεση τῆς νίκης γιὰ τή σωτηρία ὅλης τῆς πόλης («νίκην τε γὰρ νικῶσι συμπάσης τῆς πόλεως σωτηρίαν») γιὰ τοῦτο καὶ εἶναι ἀξιότερος ( «βίος καλλίων καὶ ἀμείνων») καὶ περισσότερο τιμώμενος ἀπὸ τὸν ἀθλητή, Ἐδῶ δὲν μνημονεύεται ὁ Τυρταῖος· ὁ ποιητὴς τῆς Σπάρτης ἀναφέρεται ἀπὸ τὸν Πλάτωνα στοὺς Νόμους (629b), ὅπου ὁ λόγος γιὰ τὴν ἀναγκαιότητα τῆς πολεμικῆς ἀρετῆς, στὸ δεύτερο ὅμὼς βιβλίο (660e), ὁ Τυρταῖος δὲν ὑπάρχει ὅπως εἶναι στὸ σπαρτιατικὸ συμβολο, ἀλλὰ μεταπλασμένος. Ἔτσι ὁ Τυρταῖος εἶναι ἰδανικὸ πέρασμα γιὰ τὴν ἀναπαράσταση τοῦ πλατωνικοῦ πολιτικοῦ πιστεύω. Ἡ ἰδέα ὅτι ὁ Τυρταῖος τῆς ἀνδρείας πρέπει νὰ διορθωθεῖ μὲ τὸν Τυρταῖο τῆς δικαιοσύνης ἰσοδυναμεῖ μὲ δικαιοκρισία: εἶναι συνέπεια τῆς ἱστορικῆς γνώσης τῆς τραγικῆς πτώσης.
«Ὅπως στὴν τραγωδία μέτρο τῆς κάθαρσης εἶναι ἡ μεταμόρφωση, στή φιλοσοφία ἡ διόρθωση ἤ ἡ καλύψη μιᾶς ἔλλειψης (Πολιτικὸς 311 c) εἶναι κάθαρση. Ἡ κάθαρση εἶναι πάντα «προσήκων καθαρμὸς» (Νόμοι Ἑ 735).
«Μέλημα τοῦ Πλάτωνος δὲν εἶναι ἡ ἐπιλογὴ μιᾶς θέσης μὲ τὴν ἀπορριψη μιᾶς ἄλλης, ἀλλ’ ἡ προσήκουσα διαλογή. Ὁ Πλάτων ἀναρωτᾶ τὸ πραγματικό: τὸ κράτος-δύναμη εἶναι βάση τοῦ κράτους ἡ τὸ κράτος τοῦ δικαίου ἡ δύναμη τοῦ κράτους; Ἡ οὐτοπια, ὁ ἄλλος Τυρταῖος, εἶναι νέα πραγματικότητα πού δὲν εἶναι ὑπαρκτικὴ ἀλλὰ δεοντική». (Ἄννα Κελεσίδου-Γαλανοῦ, Ἡ ἔννοια τῆς σωτηρίας στὴν πλατωνικὴ πολιτικὴ φιλοσοφία, ἔκδ. Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν, Πρόλογος τοῦ Ἀκαδημαϊκοΰ Γ. Μιχαηλίδη-Νουάρου, Ἀθήνα 1982, 92).
5. 369ο «λόγῳ ἐξ ἀρχῆς ποιῶμεν πόλιν».
6. Νόμοι 683c: «περιτυχόντες ἔργοις γενομένοις».
7. Στὸ Γοργία ἡ ἰδέα ὅτι «αὐτό τὸ ἀποθνῄσκειν οὐδεὶς φοβεῖται, ὅστις μὴ παντάπασιν ἀλόγιστός τε καὶ ἄνανδρός ἐστιν. τὸ δὲ ἀδικεϊν φοβεῖται» (522e), ἐνῶ ἡ δυστυχία εἶναι νὰ πάει κανεὶς στὸν Ἅδη γεμάτος κρίματα, ἐξεικονίζεται μὲ τὸ μύθο τοῦ κάτω κόσμου που ἀκολουθεϊ· τὸ μύθο ἄλλωστε ὁ Σωκράτης ὀνομάζει Λόγο: «Ἄκουε δή…μάλα καλοῦ λόγου», λέει στὸν Καλλικλῆ, «ὂν σὺ μὲν ἡγήσει μῦθον, ὡς ἐγὼ οἶμαι, ἐγὼ δὲ λόγον· ὡς ἀληθῆ γὰρ ὄντα σοὶ λέξω ἅ μέλλω λέγειν» (523a). Καὶ ὁ μύθος-λόγος τοῦ Γοργία (523α) γιὰ τὸν κάτω κόσμο παραστατικὰ ἀποδίδει τή σημασίᾳ τῆς δικαιοσύνης: «τὸν μὲν δικαίως τὸν βίαν διελθόντα καὶ ὁσίως, ἐπειδὰν τελευτήοει, ἐς μακάρων νήσους ἀπιόντα οἰκεῖν ἐν πάςῃ εὐδαιμονίᾳ…» (523b). Ἡ ἀνάφορα στὸν Ἅδη γίνεται μὲ γεωγραφικὴ ἀκρίβεια (βλ. Joly, δ.π. 329: «Οἱ οὐτοπικες περιγραφές, μὲ τὸν πλοῦτο τῶν λεπτομερειῶν τους, πρέπει νὰ θεωῥηθοΰν ζωντανὰ προτυπα τῆς κοινωνικῆς, πολιτικῆς καὶ ἀτομικῆς ζωῆς, πού ὁ ρόλος τοὺς εἶναι να συμπληρώσουν καὶ νὰ βάλουν σὲ κίνηση στὸ χῶρο καὶ στὸ χρόνο τὰ ἄψυχα ἀκόμη κενὰ καὶ ἄχρωμα προτυπα τῆς πολιτικῆς θεωρίας καὶ συνάμα νὰ προτείνουν, μὲ ἕνα παιχνίδι ἀντιθέσεων καὶ ἕνα συγκεκριμένο καὶ ἀληθοφανες σύστημα, ἕνα εἶδος κοινωνικο-πολιτικοῦ μηχανισμοῦ…»).
Στὸν Τίμαιο, ὅπως παρατηρήθηκε (Rivaud, δ.π. 12), ἡ λέξη «εἰκὼς» χαρακτηρίζει τὸ μύθο καὶ τοῦ προσδίδει ἀκριβῶς μεγαλύτερο κύρος. Ὁ μῦθος αὐτός, ἂν καὶ μυθικὴ περιγραφή, πλησιάζει ὅσο κανεὶς ἄλλος τὴν ἀλήθεια. Εἶναι ἐδῶ, στή φυσική, ὁ θεὸς γνωρίζει τὴν ἀλήθεια, ὁ ἄνθρωπος γνωρίζει πιθανότητες. Κι αὐτό στοιχεῖ στή διάκριση λόγου-ἀίδιου δντος, γιγνόμενου-εἰκασίας. Ὁ ἐπιστημονικὸς λόγος δὲν ἀναφέρεται στὸ γιγνόμενὸ· αὐτό τὸ κάνει, ὅπως στὸν Παρμενίδη ἡ «δόξα», ὁ εἰκώς μύθος.
Καὶ ὁ γεωγραφικὸς μύθος τοῦ Φαίδωνος (πβ. 110b) γιὰ τὸν προορισμὸ τῶν ψυχῶν, πού ἀκολουθεῖ τὸ λόγο γιὰ τὴν ἀθανασία τῆς ψυχῆς («ἐπειδὴ ἀθάνατος φαίνεται οὖσα, οὐδεμία ἂν εἴη αὐτῇ ἅλλη ἀποφυγή κακῶν οὐδὲ σωτηρία, πλὴν τοῦ ὡς βελτίστην τε καὶ φρονιμωτάτην γενέσθαι» (107b), ἀποτελεΐ δραματοποίηση-ἐξεικόνιαη αὐτῆς τῆς ἐντολῆς τοῦ ὡς «βελτίστην», πού λέγεται γιὰ τὴν ψυχή.
8. «Εἶναι γνωστό, ὅτι ὅταν πρόκειται γιὰ τὸ ἄριστο κράτος στὴν Πολιτεία δὲν ἀναφέρεται ἡ ἱστορικὴ Σπάρτή. Στὴν οὐτοπία αὐτή – ὅπου στόχος εἶναι ἡ γνώση τῆς ἀρχῆς – δὲν χωρᾶ τὸ ἐμπειρικο οὔτε μεταστοιχειωμένο. Ἀλλ’ ἡ οὐτοπία ἔχει φάσεις, ὅπως κάθε δραματοποίηση τοῦ πραγματικοῦ. Μετὰ τὴν ἀναφορὰ στὴν Ἱστορία, στὶς ἐκπτωτικες μορφὲς τῶν πολιτευμάτων φέρνεται ἡ Σπαρτὴ σὲ ἀξιοκρατικὰ ἐπίπεδα (544ο). Ἡ μεταστοιχείωση τῆς πραγματικότητας μέσῳ τῆς Σπάρτης εἶναι πλατωνικὴ» (Ἄννα Κελεσίδου-Γαλανοΰ, Ἡ ἔννοια τῆς σωτηρίας στὴν πλατωνικὴ πολιτικὴ φιλοσοφία, 85).
9. Βλ. L. Marin, De l’ Utopia de More a la scandza de Cassiodore-Jordanes, Annales, Mars-avril 1971, 311.
10. Βλ. V. Goldschmidt, Platonisme et pensee contemporaine, Paris, Aubier 1970, 167.
11. Πβ. Rabelais, Pantagruel, II, κεφ. 24, Βάκων, Νέα Ἀτλαντίς, Καμπανέλλα, Πολιτεία τοῦ Ἡλίου, Cabet, Ταξίδι στὴν Ἰκαρία.
12. Βλ. A.C. Dareste, Τ. Morus et Campanella, ou Essai sur les utopies contemporaines, Dupont 1843, 17.
13. Ὁ Πλήθων εἶναι γέφυρα μεταξὺ ἀρχαίου καὶ νεότερου κόσμου: Ἔφερε τὸν πλατωνισμὸ στή Δύση. Στὰ ὑπομνήματὰ του στοὺς Παλαιολόγους ὑποστηρίζει ὅτι ὁ οἰκονομικὸς καὶ κοινωνικὸς βίος πρέπει νὰ ρυθμισθεῖ σύμφωνα μὲ τὶς ἀντιλήψεις τοῦ Πλάτωνος, μὲ τὴν κατάργηση τῆς ἰδιοκτησίας.
14. Joly 326.
15. ‘Ο.π. 165.
16. Βλ. καὶ Ἄννας Κελεσίδου-Γαλανοΰ, Ἡ κάθαρση τῆς θεότητας στή φιλοσοφία τοῦ Ξενοφάνη, Ἀθήνα 1969, 50.
17. Γοργίας 512e.
18. Πβ. Α. Dies, Platon, Les Lois, Les Belles Lettres 1951, XVIII.
19. P. Leveque et P. Vidal Naguet, Clisthene Ταὐτὸν’Athenien, Paris, Les Belles Lettres 1964.
20. Ό Η. Joly ἐνισχύει τὴν ἄποψή του γιὰ τή σχέση οὐτοπίας-ἀληθείας ἀναλύοντας τῚς δλλες κατηγορίες τῆς πολιτικῆς θεωρίας τοῦ Πλάτωνος, τὸ ὄνειρο, τὸ μύθο, τὴν παιδιὰ (330-341).
21. Hegel, Science de la logique, μετάφρ. J. Jankelevitch, I, 83.
22. Βλ, Schaerer, La Question platonicienne, Vrin 1969, 13: «Στὸν Πλάτωνα πρῶτο στοιχεῖο δὲν εἶναι ἡ ἰδέα ἤ ὁ διάλογος, ἀλλὰ ὁ διάλογος, ἤ καλλίτερα ἡ ἰδέα δὲν ἔχει νόημα παρὰ μὲ τή θέση της μέσα στὸ διαλογο». Πβ. Dies, Autour de Platon, Paris, Bauchesne 1927, 229, καὶ Ἄννας Κελεσίδου-Γαλανοΰ. Ἡ ἔννοια τῆς σωτηρίας στὴν πλατωνικὴ πολιτικὴ φιλοσοφία: Ἀειρείτην… αἱρετήν: τὴν ῥοὴν τῆς ἀγαθῆς ψυχῆς αἰεί. (π.χ. Λάχης 194a, Σοφιστὴς 1246d, Φίληβος 58b-d: τὸ ζητεῖν, Θεαίτητος 154c: «πάλιν ἐπανασκέπτεσθαι»).
23. «Ἂς μὴ ξεχνοῦμε πάντως πώς ἡ ἀστικὴ κοινωνιολογία – πού θεωρεῖ τὴν οὐτοπία ὡς χιμαιρικὸ σχέδιο μετασχηματισμοῦ τῆς κοινωνίας – θεώρησε οὐτοπικό καὶ τὸν μαρξισμό, αὐτό μέχρι τή σοσιαλιστικὴ ἐπαναστάση στή Ρωσία.
24. Πβ. Τίμαιος 19c: «λόγῳ διεξιόντες».
25. Πβ. Νόμοι 676a-680e (κατακλυσμοὶ καὶ ἀνάγκη συμπαράστασης τοῦ ἑνὸς ἀπὸ τὸν ἄλλο).
26. Ὅπου δμὼς ἀπαντοῦν καὶ οἱ βασικὲς ἔννοιες τῆς αἰδοῦς καὶ τῆς ἀνάγκης, βλ. Ἄννας Κελεσίδου-Γαλανοΰ, Τὸ πλατωνικὸ προμηθεϊκὸ πρότυπο καὶ ἡ πλατωνικὴ σωτηρίας μηχανή, («Ἡ ἔννοια τῆς σωτηρίας», 75 καὶ ὑπ, 8).
27. Πβ. L. Robin, Platon et la science sociale, Rev. de Met. et de Mor. XX 1913 (=La pensee hellenique des origines a Epicure, Paris 1942, 191): «Ce n’est pas par des raisons logiques ni meme purement morales, que Platon explique la formation des societ.es… Platon n’y voit qu’une reaction spontanee de la nature humaine Ταὐτὸν Ταὐτὸν’egard des conditions qualitatives du milieu physique et des variations quamitatives de 1’agregat social*.
28. Ή Civitas dei τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας εἶναι συγγενικὴ μὲ τὴν πλατωνικὴ πολιτεία ὄχι μόνο γιὰ τό θεοκρατικὸ τῆς χαρακτήρα (γιὰ τὸ γνώρισμα αὐτό στὸν Πλάτωνα βλ. U. Wilamowitz-Mollendorff, Platon, Berlin 1920\ I, 401), ἀλλὰ γιατὶ καὶ ἐδῶ καὶ ἐκεῖ ἡγέτες τῶν πολλῶν εἶναι οἱ λίγοι ἐκλεκτοί πού ἀγωνίζονται νὰ ἐλευθερώσουν τοὺς πολλοὺς ἀπὸ τὴν ἐνόχή καὶ νὰ τοὺς καταστήσουν ἀξίους γιὰ τὴν αἰωνιότητα. Στὴν Civitas dei ὅμὼς ὑπάρχουν ἡ χάρη καὶ ἡ ἀποκάλύψη, ἡ ὁποία πηγάζει ἀπὸ τὴν εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ στὴν πλατωνικὴ πολιτεία ἡ σωτηρία συνδέεται μὲ τή φιλοσοφική ἱκανότητα, τή δύναμη τοῦ ἔλλογου στοιχείου τῆς ψυχῆς. Βλ. καὶ Ε. Παπανούτσου, Τὸ θρησκευτικὸ βίωμα στὸν Πλάτωνα, Ἀθήνα 1971,150-151. Κ. Δεσποτόπουλου, Ἡ πολιτικὴ φιλοσοφία τοῦ Πλάτωνος, Παπαζήσης 1980, 40 (τὴν οὐτοπικη ἑρμηνεία δέχεται π.χ. ὁ J. Zafiropulo, Diogene d’Appolonie, Paris, Les Belles Lettres 1956, 166).
29. Ἄννας Κελεσίδου-Γαλανοΰ, Ἡ ἔννοια τῆς σωτηρίας στὴν πλατωνικὴ πολιτικὴ φιλοσοφία, 25.
30. «Δεῖ δὴ τὴν παιδείαν μηδαμοΰ ἀτιμαζειν, ὡς πρῶτον τῶν καλλίστων τοῖς ἀρίστοις ἀνδράσιν παραγιγνόμενον· καὶ εἴ ποτ’ ἐξέρχεται, δυνατὸν δ’ ἐστὶν ἐπανορθοῦσθαι, τοῦτ’ ἀεί δραστέον διά βίου παντὶ κατὰ δύναμιν» (Ἃ 644b).
30α. Πρόλογος στὸ ἔργο μου, ὅ.π. στ’.
31. Joly 32 (μετφρ. Ἄννας Κελεσίδου-Γαλανοΰ).
32. Πβ. Κριτίας 110 (κοινὲς οἱ πολεμικὲς ἀσχολίες στοὺς ἄντρες καὶ γυναῖκες).
33. I 216, I.
34. Τὸ ἴδιο στὴν «Πολιτεία», ὅπου ὁ Πλάτων εἶναι δημιουργὸς πολιτείας ἄλλου τόπου, ὅταν ἐπιτάσσει τὴν ἔνωση μουσικῆς καὶ γυμναστικῆς παιδείας στὴν πολιτεία, δηλαδὴ μιὰ ἐνοποίηση πού δὲν ὑπάρχει οὔτε στὴν πραγματοποιημένη σπαρτιατικὴ πολιτεία οὔτε στὴν ἀθηναϊκή.
35. Δὲν νομίζω ὅτι καὶ τοὺς ταπεινώνει, ὅπως ὑποστηρίζει ὁ Rivaud, Notice au Timee, 26.
36. Βλ. Rivaud, ὅ.π. 28: «Grace au mythe initial, la poesie va rayonner sur les parties les plus techniques et les plus abstraites du Timee une lumiere diffuse dont elles seront toutes baignees et embellies. Ce mythe ouvre sur le passe et sur l ‘avenir des perspectives… profondes».
37. Rivaud, δ.π. 28-29, πβ. 11-12.
38. Vidal Naguet, Athenes et l’Atlantide, Structure el signification d’ un mythe platonicien, REG 67 1967,425: «Pla-ton ne pensait pas en termes de «sources», de ce qu’Herodotc appelle l’ δψις et l’ ἄκοή, mais precisement en ter-mes de modeless.
39. Joly, ὅ.π. 329-330. Προσοχὴ ὅμὼς γιατὶ στὸν Πλάτωνα βάρβαρο εἶναι μόνο τὸ μὴ ὀρθό: βλ. τὴν ἀναφορὰ στὶς Σαυρομάτιδες (Νόμοι 805 πβ. Ἄννας Κελεσίδου-Γαλανοΰ, Ἄνδρας-γυναίκα βίοι παράλλἰηλοι, Ἐκλογή, Δεκέμβριος 1977, 21).
40. πβ. Νόμοι 691: καταγγελία τῆς ἔφεσης στὸν πλουτισμό.
41. Ἄννας Κελεσίδου-Γαλανοῦ, Ἡ ἔννοια τῆς σωτηρίας στὴν πλατωνικὴ φιλοσοφία, 86.
Καὶ ὁ Κοραῆς, βλέποντας γενικευτικὰ τὸ θέμα, παρερμήνευσε τὴν πλατωνικὴ πολιτικὴ σκέψη, σωστὰ ὅμὼς ἐπισήμανε τὴν ἀξία τῆς παιδευτικῆς θεωρίας: Γιὰ τὴν πλατωνικὴ πολιτεία γράφει σὲ ὑποσημείωση στά Προλεγόμενα του στὰ Πολιτικὰ τοῦ Ἀριστοτέλη: «Αἱ δύο πολιτεῖαι τοῦ Πλάτωνος (Πολ. α-η’ καὶ Νόμοι α-ιβ) πλάσματα τῆς φαντασίας του,τὰ ὁποῖα οὐδ’ αὐτὸς ἐπίστευε δυνατὰ νὰ ἐνεργηθῶσι, δείχνουν, ὅτι σκοπὸν ἄλλον δὲν εἶχεν ὁ γράφων, παρὰ νὰ θησαυρίση εἷς αὐτὰς ὅλας του τάς περὶ παίδων ἀγωγῆς θεωρίας, ἐκ τῶν ὁποίων τῆς χρηστῆς ἀνατροφῆς κρέμεται τῆς πολιτείας ἡ εὐνομία…» (βλ. Βαλέτα, Κοραής, Ἅπαντα τὰ πρωτοτυπα ἔργα, Ά’, Δωρικός, 320 ὑπ. 43.πβ. 293).
42. Ἄννας Κελεσίδου-Γαλανοΰ, ὅ.π. 83. Πβ. Πλάτων, Πολιτεία 548d.
43. Α. Dies, Platon, La Republique, Les Belles Lettres 1965, XLVII.
44. Πβ. Ἄννας Κελεσίδου-Γαλανοΰ, ὅ.π. 64: «Κι ἐδῶ καθοδηγητική ἀρχή εἶναι ἡ ἀρετὴ (ἀειρείτη) τοῦ ἀδιάκοπου στοχασμοῦ: ὁ ἀγώνας γιὰ τή σωτηρίᾳ εἶναι σημαντικότερος ἀπὸ ὁποιαδήποτε ἕτοιμη σωτηρία. Ὁ ἀγώνας αὐτὸς ἔχει τοὺς ἰδανικοὺς στόχους καὶ τὰ ἰδανικὰ του πρότυπα, ἀλλὰ καὶ τὰ πρακτικὰ-πραγματικὰ του καταφύγια. Ἔχει τοὺς ἰδεατοὺς πρώτους δρόμους καὶ τοὺς ἀναγκαίους δεύτερους ὅρους, τὸν δεύτερο πλοῦ στή ζήτηση τῆς σωτηρίας (πρβλ. Φαίδων 99α). Ἰδανικὸ καὶ δυνατὸ εἶναι γενικὰ τὰ δυό πεδία, ὅπου κινεῖται ἡ πλατωνικὴ σκέψη· ἐδῶ θὰ τὴν ἀκολουθήσει ἡ ἀριστοτελική.
»Ὁ πλατωνικὸς δεύτερος πλοῦς εἴναι: ἄλλοτε ὄνειρο καὶ ὑποθεση δίπλα στὴν νῦν κρίσιμη πραγματικότητα· ἄλλοτε ἡ ἔννομη πολιτεία γιὰ τοὺς πολλούς, ἐνῶ ὑπάρχει στὸν ἰδανικὸ ὁρίζοντα ὁ ἄριστος ἄνδρας (Πολιτεία Η 544a) καὶ ἡ ἰδανικὴ πολιτεία. Ὁ δεύτερος πλοῦς δὲν εἶναι οὔτε ἡ χειρότερη πορεία οὔτε ἡ στιγμὴ τῆς συγκατάβασης, ἀφοῦ ἡ σταθερὰ τοῦ Πλάτωνος εἶναι ὁ στόχος τοῦ καλλίτερου».
45. Chambry Ε., Platon, les Belles Lettres 1966, ὕπ. 1. μτφρ. Ἄννας Κελεσίδου-Γαλανοῦ.
46. Βλ. Ἄννας Κελεσίδου-Γαλανοῦ, Τὸ πεπερασμένο τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ ἀριστοκρατία τῆς γνώσεως κατὰ Πλάτωνα. ΕΕΦΣΠΑ 1972, 226, κμ.
47. Βλ. Πολιτικός, 294b.
48. Βλ. Ἄννας Κελεσίδου-Γαλανοῦ, Ἡ ἔννοια τῆς σωτηρίας…, 41.
πηγή: ekivolosblog