Του Μιχαλόπουλου Αθανάσιου
Ο Werner Heisenberg, ένας από τους θεμελιωτές της Κβαντικής Μηχανικής (τιμημένος με Νόμπελ Φυσικής το 1932), ανέπτυξε εκτενώς αυτή τη θέση στο κλασικό φιλοσοφικό του έργο «Φυσική και Φιλοσοφία» (Physics and Philosophy, 1958) καθώς και στην αυτοβιογραφική του συλλογή «Το Μέρος και το Όλο» (Der Teil und das Ganze, 1969). Η επιχειρηματολογία του συμπυκνώνεται στην περίφημη διαπίστωσή του:
«Στη σύγχρονη κβαντική φυσική, τα στοιχειώδη σωματίδια δεν είναι μικρά υλικά σώματα όπως τα άτομα του Δημόκριτου· είναι μαθηματικές μορφές, όπως οι πλατωνικές ιδέες.»
Το αδιέξοδο του Ατομισμού του Δημόκριτου
Ο Δημόκριτος και ο Λεύκιππος υπέθεσαν ότι αν διαιρέσουμε την ύλη σε όλο και μικρότερα τμήματα, θα φτάσουμε τελικά σε κάποια άτομα, δηλαδή σε «σκληρά», αδιαίρετα, συμπαγή «μπαλάκια» υλικής υπόστασης που κινούνται στο κενό. Αυτή η μηχανιστική εικόνα κυριάρχησε στη δυτική επιστήμη από τον Νεύτωνα έως τον 19ο αιώνα.
Όταν όμως η φυσική του 20ού αιώνα εισχώρησε στο εσωτερικό του ατόμου, η υπόθεση του Δημόκριτου κατέρρευσε: Τα σωματίδια διασπώνται και μετασχηματίζονται: Όταν συγκρούονται δύο στοιχειώδη σωματίδια υψηλής ενέργειας (π.χ. στον επιταχυντή), δεν «σπάνε» σε μικρότερα δομικά υλικά. Αντίθετα, δημιουργούνται νέα σωματίδια ίδιας ή μεγαλύτερης μάζας, μετατρέποντας την κινητική ενέργεια σε ύλη. Δεν υπάρχει «τελική υλική ψηφίδα»: Η ιδέα μιας θεμελιώδους, αδιαίρετης «υλικής ουσίας» αποδείχθηκε επιστημονικά αδιέξοδη.
Η Πλατωνική Δικαίωση: Η Ύλη ως Μαθηματική Συμμετρία
Ο Heisenberg υποστήριξε ότι ο Πλάτων στον Τίμαιο είχε συλλάβει τη φυσική πραγματικότητα πολύ πιο βαθιά από τον Δημόκριτο. Στον Τίμαιο, τα θεμελιώδη στοιχεία του κόσμου (γη, αέρας, πυρ, ύδωρ) δεν αποτελούνται από υλικά σωματίδια, αλλά από γεωμετρικά σχήματα (τα κανονικά πολύεδρα: κύβος, οκτάεδρο, τετράεδρο, εικοσάεδρο).
Για τον Heisenberg, η σύγχρονη Κβαντική Φυσική επιβεβαιώνει την πλατωνική διόραση στα εξής σημεία:
Α. Η Πρωταρχική Αρχή είναι η Μορφή, όχι η Ύλη
Τα στοιχειώδη σωματίδια (π.χ. τα κουάρκ, τα ηλεκτρόνια, τα φωτόνια) δεν καθορίζονται από μια υλική «σάρκα», αλλά από μαθηματικές ιδιότητες και συμμετρίες (κβαντικούς αριθμούς, όπως το σπιν, το φορτίο, την ισοτοπική μεταβλητή). Όπως τα πλατωνικά στερεά μετασχηματίζονται το ένα στο άλλο επειδή αποτελούνται από τα ίδια βασικά τρίγωνα, έτσι και τα κβαντικά σωματίδια μετατρέπονται το ένα στο άλλο επειδή εκφράζουν διαφορετικές λύσεις των ίδιων θεμελιωδών μαθηματικών εξισώσεων.
Β. Η Ύλη ως «Δύναμις»
Στην κβαντική μηχανική, πριν από τη μέτρηση, ένα σωματίδιο δεν βρίσκεται σε μια καθορισμένη θέση. Περιγράφεται από μια κυματοσυνάρτηση πιθανότητας. Ο Heisenberg συνέδεσε αυτή την κβαντική κατάσταση πιθανότητας με την αριστοτελική/πλατωνική έννοια της δυνάμει ύπαρξης (potentia):
Η θεμελιώδης «ύλη» δεν είναι μια πραγματωμένη υλική οντότητα, αλλά μια δυνατότητα μορφοποίησης που αποκτά «υπόσταση» μόνο όταν εκφραστεί μέσω μιας μαθηματικής δομής.
Η Νεοπλατωνική Προέκταση
Αν και ο Heisenberg αναφερόταν κυρίως στον Πλάτωνα, η επιχειρηματολογία του αγγίζει άμεσα τη νεοπλατωνική μεταφυσική:
α.Ο αισθητός κόσμος (τα παρατηρήσιμα φαινόμενα) δεν αυτοσυντηρείται.
β.Η βάση της πραγματικότητας είναι ένας αόρατος, νοητός κόσμος μαθηματικών Λόγων και Μορφών (ο νεοπλατωνικός Νους).
γ.Η «ύλη» καθαυτή είναι εντελώς αόριστη και ασχημάτιστη (το νεοπλατωνικό μή όν), αποκτώντας υπόσταση μόνο όταν «μορφωθεί» από τους μαθηματικούς νόμους.
Ο Heisenberg κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η σύγχρονη επιστήμη, ξεπερνώντας τον μηχανιστικό υλισμό του 19ου αιώνα, υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει την υλιστική μεταφυσική του Δημόκριτου και να επιστρέψει στην οντολογία των μορφών και των μαθηματικών που εισηγήθηκε ο Πλάτων.