ΕΤΙΚΕΤΕΣ

Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΣΚΗΣΗ ΣΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ - ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΝΑ "ΦΙΛΟΣΟΦΕΙ" ΚΑΝΕΙΣ


Νέα - Ikastikos Kiklos - Zografikí - Metaxotypíes - TéchniPainting ...

Του Μιχαλόπουλου Αθανάσιου

Πολλοί θεωρούν ότι το να διαβάζει κανείς και να μελετά τις φιλοσοφικές πεποιθήσεις και το σύστημα ενός φιλοσόφου αυτόματα τον καθιστά ασκούντα την φιλοσοφία. Καμιά απολύτως σχέση δεν έχει αυτό με τη φιλοσοφία. Ειδικά σήμερα, στην εποχή του διαδικτύου, η κατάσταση είναι πιο συγκεχυμένη από ποτέ στον ελλαδικό χώρο.

Το να διαβάσει κανείς έναν φιλόσοφο είναι μια αρχή για να ξεκινήσει. Αυτό όμως δε σημαίνει σε καμιά περίπτωση ότι ασκεί κανείς έτσι φιλοσοφικό βίο. Παίζει τεράστιο ρόλο πώς "αναγιγνώσκει" κανείς, πώς προσλαμβάνει το νόημα σε αυτό που διαβάζει.

Θα μπορούσαμε να διακρίνουμε τρεις κατηγορίες αναγνωστών φιλοσοφικών έργων.

Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν αυτοί που διαβάζουν ένα φιλοσοφικό έργο προκειμένου να κατανοήσουν τι εννοεί ο φιλόσοφος με βάση τις δικές τους υποκειμενικές και θρησκευτικές θεωρήσεις/αντιλήψεις. Η πρόσληψη των νοημάτων περνά από την προσωπική κρισάρα των θεμελιωμένων αντιλήψεων που έχει υιοθετήσει ασυνείδητα ο αναγνώστης από το κυρίαρχο θεσπισμένο κοινωνικό φαντασιακό, δηλαδή από τα κυρίαρχα θρησκευτικά, πολιτικά και εκπαιδευτικά συστήματα αλλά και από τα ήθη και τους θεσμούς της κοινωνίας όπου ζει ο αναγνώστης. Μην φανταστούμε όμως ότι αυτή η κρισάρα των υποκειμενικών αντιλήψεων, οι οποίες είναι προσκολλημένες στον νου του ατόμου, αποτελούν την δική του νοερή ουσία του όντως εαυτού του. Το σύνολο των επίκτητων δοξασιών που έχουν επικολληθεί μέσα του δεν αποτελούν τον εαυτό του, αλλά τον αποκρύβουν, είναι όλη η διανοητική λάσπη που καλύπτει τον αληθινό εαυτό. Αυτές οι αντιλήψεις δεν έχουν σχέση με την ιδιαίτερη κριτική ικανότητα και σκέψη του αληθινού εαυτού του. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο αναγνώστης της πρώτης κατηγορίας διαβάζει ένα φιλοσοφικό κείμενο όπως ένα απλό λογοτεχνικό ή επιστημονικό βιβλίο ή και ένα ρομάντζο. Θα το διαβάσει προβληματιζόμενος επιφανειακά και θα μείνει μέχρι εκεί. Θα αποκομίσει σίγουρα κάποιες γνώσεις, αλλά δε θα είναι σε θέση να τις εντάξει σε ένα ενιαίο σύνολο για να αναπλάσει τις ήδη υπάρχουσες μέσα του. Ουσιαστικά η πρώτη κατηγορία αναγνωστών θα παραμείνει πιστή στις θρησκευτικές πεποιθήσεις (με οποιεσδήποτε παραλλαγές τους) με τις οποίες έχει γαλουχηθεί από τα κυρίαρχα συστήματα της κοινωνίας στην οποία ζει. Μην νομίζουμε ότι η θρησκευτική πίστη είναι κάτι ουσιαστικό και πραγματικό. Οι θρησκευτικές πεποιθήσεις στη φιλοσοφική γλώσσα αποτελούν τον αποκρυσταλλωμένο δογματικό τρόπο που χρωματίζουμε και προσλαμβάνουμε τα πάντα, τους εαυτούς μας τους άλλους και τον κόσμο μέσα από μια συνολική θεώρηση νοήματος. Η θρησκευτικότητα ως κατάσταση της ύπαρξης ή της συνειδητότητας σαφώς είναι κατώτερη της φιλοσοφίας, εφόσον η πρώτη στηρίζεται σε δογματικές στατικές θέσεις ενός πλαισίου γνώσεων που έχουν δομηθεί κατά τέτοιο τρόπο από τα πολιτικά και θρησκευτικά κέντρα εξουσίας που να γίνεται διαχειρίσιμη από την εξουσία η ατομική ανασφάλεια και η χαώδης εσωτερική απροσδιοριστία του ανθρώπινου ψυχισμού και να τίθεται υπό έλεγχο η συνοχή της κοινωνίας. Αυτή η ανασφάλεια και η εσωτερική χαώδης απροσδιοριστία της ψυχής τρέφεται από την άγνοια της συντριπτικής πλειοψηφίας των ανθρώπων για τα μεταφυσικά ζητήματα και τον θάνατο. Οι θρησκείες, ως απαραίτητο στάδιο της ανθρωπότητας πριν αυτή αναπτύξει τον φιλοσοφικό τρόπο σκέψης και την υψηλή νόηση, παίζουν καταλυτικό ρόλο στην άμβλυνση αυτών των δύο παραμέτρων του ανθρώπινου ψυχισμού μέσω των συμβολικών τελετών, των δογμάτων και των απαγορεύσεων, οι οποίες, όπως θα δούμε, στη συνέχεια, εξοστρακίζονται ως περιττές από τον φιλοσοφικό τρόπο ζωής.

Στην δεύτερη κατηγορία ανήκουν εκείνοι οι αναγνώστες που έχουν τη δυνατότητα να αποστασιοποιούνται εν μέρει από την επιρροή των θρησκευτικών και πολιτικών συστημάτων, από τα θεσπισμένα ήθη/έθιμα της κοινωνίας. Αυτή η κατηγορία αναγνωστών συνήθως προσκολλάται στις φιλοσοφικές πεποιθήσεις και τα συστήματα ενός φιλοσόφου του οποίου τις διδασκαλίες τις καθιστά δόγμα, "ευαγγέλιο", τη μόνη δήθεν ορθή φιλοσοφία. Θα μπορούσαμε να αποφανθούμε ότι η κατηγορία αυτή δε διαφέρει και πολύ από τα θρησκευόμενα άτομα, γιατί αντικαθιστά τις κρατούσες υιοθετημένες αντιλήψεις του συστήματος με μια άλλη διδασκαλία η οποία επέχει τα χαρακτηριστικά καθαρά θρησκευτικού συστήματος. Στην περίπτωση αυτή θα δούμε κυριολεκτικά ταγμένους "οπαδούς" του Επίκουρου, του Μαρξ, του Λένιν, του Αριστοτέλη ή του Πλάτωνα, (ή οποιουδήποτε μεμονομένα φιλοσόφου) καθιστώντας τους εν λόγω φιλοσόφους ή στοχαστές "θεούς" επί γης. Επίσης, θα διαπιστώσει κανείς τη "θρησκευτικότητα" που λαμβάνει ο φανατισμός τους με την υιοθέτηση "αλάνθαστων" θεωριών, όπως του υλισμού, του ιδεαλισμού, του ρεαλισμού ή οποιουδήποτε άλλου -ισμού. Η κατηγορία αυτή αναγνωστών έχει ενεργοποιήσει εν μέρει το νοητικό και ηγεμονικό μέρος της ατομικότητας και έχει καλύτερες προϋποθέσεις από την πρώτη ώστε να αναπτύξει την κριτική σκέψη ή τις πρώτες προσπάθειες με σκοπό το "φιλοσοφείν", αλλά δεν επιτυγχάνει να απελευθερώσει το νοητικό της από τα δόγματα και τις νοερές προσκολλήσεις στις οποίες περιπίπτει και η πρώτη κατηγορία αναγνωστών. Τα απορριφθέντα θρησκευτικά δόγματα και όλα τα μεταφυσικά παρεπόμενά τους έχουν μεταπηδήσει μεταμορφωμένα με φιλοσοφικό προσωπείο. Ο θρησκευτικός μονισμός κατέστη φιλοσοφικός απλά.

Η τρίτη κατηγορία αναγνωστών και μελετητών των φιλοσοφικών έργων έχει κατορθώσει να απεμπολήσει όλα τα εμπόδια που στέκονται ανασταλτικά στην άσκηση του φιλοσοφείν. Πρώτον, η τρίτη κατηγορία έχει καταφέρει να παραγκωνίσει ή να αποστασιοποιηθεί πλήρως από το σύνολο των θρησκευτικών δοξασιών, των προκαταλήψεων, των δογμάτων και των ηθών που προβάλλονται ή επιβάλλονται ως δημόσια ήθη και θεσμοί ποικιλοτρόπως από τα θρησκευτικά, πολιτικά και εκπαιδευτικά συστήματα της κοινωνίας. Δεύτερον, οι αναγνώστες φιλοσοφικών κειμένων της τρίτης κατηγορίας έχουν υπερβεί το στάδιο της δεύτερης κατηγορίας στο οποίο ανάγεται ως αληθές μόνο ένα φιλοσοφικό σύστημα κάποιου φιλοσόφου. Για τους αναγνώστες της τρίτης κατηγορίας όλοι οι φιλόσοφοι και όλες οι φιλοσοφικές ιδέες και τα φιλοσοφικά συστήματα έχουν την ίδια αξία, γιατί αναπτύσσουν μία πλευρά της εξέλιξης ή της φύσης του όντος. Οι μεγάλοι ή καθ΄εαυτού φιλόσοφοι φωτογραφίζουν φιλοσοφικά ένα μέρος του παγκόσμιου όντος, της συμπαντικής γνώσης, όχι την καθολική γνώση, την "αλήθεια" ολόκληρη. Όσο περισσότερο εξελιγμένος πνευματικά είναι ένας φιλόσοφος τόσο μεγαλύτερη είναι η εμβέλεια της νοητικής οπτικής του στο συμπαντικό σώμα των γνώσεων του όντος. Η τρίτη κατηγορία αναγνωστών ή μελετητών φιλοσοφικών έργων δεν μένει σε έναν φιλόσοφο ή σε ένα φιλοσοφικό σύστημα ή πλαίσιο αρχών, αλλά μελετά αμερόληπτα όλους ανεξαιρέτως του φιλοσόφους, προκειμένου να βρει την κοινή αλήθεια που αναπτύσσεται στο εσωτερικό τους.

Αληθινά φιλοσοφεί κάποιος όταν συσχετίζει την ουσία του συνόλου των φιλοσοφικών έργων προκειμένου να εκμαιεύσει το αληθές που σοβεί αθέατα ως συνδετικός κρίκος στις πνευματικές χορδές των εγκεφαλικών συνάψεων κάθε σκεπτόμενου ανθρώπου. Στόχος του ανθρώπου που ασκείται στη φιλοσοφία είναι να αναδυθεί η καθαρότητα του πνεύματος, η αληθινή συμπαντική γνώση, το απόλυτο πνεύμα, το οποίο περιπλανιέται στον ανώτερο νου όλων των φιλοσόφων με τις πολυποίκιλες και άπειρες διανοητικές του φανερώσεις. Άσκηση στη φιλοσοφία δε σημαίνει οπωσδήποτε την άρνηση κάποιας θρησκείας ή μιας παράδοσης, αλλά αρχικά την απαραίτητη φιλοσοφική αποστασιοποίηση από καθετί που σχετίζεται με τον κόσμο έξω από εμάς (θρησκεία, πολιτική ιδεολογία, ήθη, έθιμα, κουλτούρα, κατεστημένες μεθόδους ή πρακτικές της καθημερινότητας). Η φιλοσοφική αυτή αποστασιοποίηση θα συνδράμει ώστε να μπορέσουμε να ελέγξουμε το αληθές κάθε πίστης, ήθους και ιδέας που μας παραδόθηκε από την οικογένεια και την κοινωνία αποβάλλοντας, προσωρινά ή, και για πάντα, κάθε επικολλημένη δοξασία που εμπόδιζε την εσωτερική ελεύθερη νόηση να αποφανθεί ορθά και "αμερόληπτα". Στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει ο φόβος, αλλά κυριαρχεί η ελευθερία. Η Ελευθερία δεν εννοείται ως η ασφάλεια που μπορεί να έχει βρει η ψυχική ατομικότητα σε ένα δόγμα που την ικανοποιεί με βάση συναισθηματικές και κοινωνικές προεκτάσεις, κάτι που βλέπουμε να συμβαίνει με τις θρησκείες. Ο πιστός νομίζει ότι έχει βρει την αλήθεια, δεν την έχει βρει. Μόνο ένα μέρος της έχει βρει. Αν είχε συλλάβει όλη την αλήθεια, δε θα χρειαζόταν κανένα δόγμα, αλλά μόνο οτιδήποτε υπαρκτό, που είναι οι συνάνθρωποι, το περιβάλλον ή σύμπαν και ο εαυτός του. Όλα αυτά μαζί είναι ένα για τον φιλόσοφο.

Η Ελευθερία στη φιλοσοφία είναι μια κατάσταση της ύπαρξης με διαρκή μεταβολή της ατομικής συνειδητότητας με στόχο την βαθμιαία ένταξή της στο απεριόριστο όλον. Η ελευθερία δεν είναι για όσους επιζητούν την ασφάλεια του προσωπικού τους εγώ και την αποφυγή κάθε φόβου, αλλά για όσους θυσιάζουν αυτό το εγώ στην απόλυτη γνώση για να βιώσουν την απόλυτη ύπαρξη. Όσοι αποφεύγουν τον φόβο είναι αυτοί που ζουν με τον φόβο μήπως φοβηθούν. Ο φόβος πρέπει να πεθάνει και αυτό μπορεί να γίνει μόνο όταν ο άνθρωπος ανοίγεται στην έρευνα, την εσωτερική μελέτη, την διανοητική εγρήγορση και την ενασχόληση με τη φιλοσοφία που είναι η ζωή του Πνεύματος μέσα του. Ελευθερία σημαίνει να έχει κανείς την αίσθηση και την αντίληψη ότι συλλαμβάνει τον κόσμο μέσα του με τον ίδιο τρόπο που μπορεί να τον συλλάβει κάθε άνθρωπος ή ον στο σύμπαν. Κάθε φορά που οτιδήποτε πρεσβεύει κανείς έρχεται σε αντίθεση με τον άλλο ή με τον κόσμο αυτόματα αναπτύσσεται η χωριστικότητα, το αλάνθαστο εγώ εις βάρος του άλλου. Τότε αναπτύσσεται και ο φόβος μη χαθεί η αλήθεια της μίας θρησκείας σε σχέση με τις ψεύτικες άλλες, μη χαθεί το καλό έθνος σε σχέση με άλλο μιαρό, ο σωστός τρόπος σε σχέση με τον λανθασμένο κ.ο.κ. Η ασφάλεια της "μίας δογματικής δήθεν αληθινής θρησκείας" φαίνεται σε κάποιους ως "ελευθερία" από το εσωτερικό χάος, ουσιαστικά όμως πρόκειται για μεταφυσικό φόβο, για πνευματικό εγκλεισμό της ύπαρξης στο περιορισμένο και το προσωπικό. Ελευθερία, όμως, σημαίνει να πνίξει κανείς κάθε φόβο με κάθε κόστος γιατί ο δρόμος προς την "αλήθεια" αρνείται τον περιορισμό και τον φόβο. Οτιδήποτε άγνωστο ή διαφορετικό που προβάλλει για τον φιλόσοφο άνθρωπο πρέπει να δοκιμαστεί και να ελεγχθεί. Ελευθερία καθίσταται η απόπειρα να φιλοσοφήσει, να ελευθερωθεί από αυτήν την νοερή απομόνωση και να βρει κοινό σημείο επαφής με το διαφορετικό. Ο ασκών τη φιλοσοφία δεν φοβάται την κατάρριψη ή το ψευδές μιας θρησκευτικής ή άλλης πίστης, αλλά αποτολμά να φθάσει στο έπακρον την επιβεβαίωση ή μη των γνώσεων εκείνων που λειτουργούν ως δόγματα τα οποία τον συνοδεύουν κάθε στιγμή στη ζωή του και καθορίζουν την συνειδητότητά του και τις προδιαθέσεις του για δράση.

Η "αλήθεια" για τα πράγματα είναι μία και είναι το ζητούμενο και για την επιστήμη αλλά και για την φιλοσοφία, ο τρόπος που υπάρχει ο κόσμος, ο άνθρωπος και τα πάντα στο σύμπαν είναι ένας. Η αντίληψη φαίνεται διαφορετική. Για τους ένσαρκους ανθρώπους η αλήθεια έχει υποκειμενική πρόσληψη, γιατί οι ίδιοι "υπόκεινται" σε έναν κόσμο μεταβλητό και φαινομενικό. Πώς είναι δυνατόν αυτό που μεταβάλλεται να προσεγγίσει το αμετάβλητο; Είναι αυτό το οποίο δεν μεταβάλλεται κατά την μεταβολή που σοβεί. Η μία "αλήθεια" είναι δυνατή μόνο για όσους έχουν συλλάβει την κοινή βάση πάνω στην οποία στηρίζεται το Παν, μόνο για όσους έχουν άρει το φαινομενικό πέπλο που καθιστά το Ένα Πολλά, το καθολικό μερικό, το αόρατο ορατό, το πνευματικό υλικό.

Ας πάρουμε ένα παράδειγμα φιλοσοφικής διαχείρισης ανάγνωσης και μελέτης ενός φιλοσοφικού έργου. Έστω ότι δίδεται σε κάποιον να διαβάσει το συναρπαστικό επικούρειο έργο "Κύριαι δόξαι". Το πρώτο πράγμα που πρέπει να έχει υπόψη του ο αναγνώστης που θα διαβάσει το εν λόγω έργο είναι ότι μπροστά του έχει μόνο μια μικρή εικόνα του τεράστιου φιλοσοφικού σώματος της αλήθειας. Το έργο δεν αποτελεί την "όλη αλήθεια", αλλά ένα μέρος της, μια πτυχή της. Οτιδήποτε έχει εγγράψει ή συλλάβει μέσα στο έργο του κάθε φιλόσοφος, όπως και ο Επίκουρος, είναι αληθινό, έχει αποτυπωθεί από τον εσωτερικό ατομικό Λόγο του φιλοσόφου και δεν είναι σε λάθος κατεύθυνση. Έχει προέλθει από τους ίδιους τους νόμους της νόησης που λειτουργούν μέσα από την εγκεφαλική δράση του πνεύματος όταν ο άνθρωπος στοχάζεται. Το μεγάλο άλμα που πρέπει να κάνει ο μελετητής του έργου είναι, αφού το διαβάσει και το μελετήσει, να μπορέσει να συσχετίσει τα νοούμενα του φιλοσόφου με ιδέες άλλων φιλοσόφων και να βρει, όχι αν συνδέονται, σίγουρα συνδέονται, αλλά πώς συνδέονται. Όταν θα μπορέσει να βρει την κοινή βάση σύνδεσης μιας ιδέας (του Επίκουρου) με ιδέες άλλων φιλοσόφων, θα έχει καταφέρει να αναπτύξει, ένα νόημα, μια Έννοια (κατά Χέγκελ) μια κοινή ιδέα που κινείται πίσω από τα φιλοσοφικά συστήματα που μελέτησε, η οποία δεν υπάρχει αυτούσια σε κάποιο από τα έργα. Αυτή η δράση του νου που αίρεται "ψηλότερα" από τον αισθητό ορατό κόσμο είναι η παρουσία του εντός μας ατομικού πνεύματος, αυτή είναι μια άσκηση της φιλοσοφίας. Κάθε τέτοια ικανότητα ανάπτυξης νοημάτων και εννοιών από τον άνθρωπο μέσω της φιλοσοφικής σύνδεσης διαφορετικών φιλοσοφικών συστημάτων και φιλοσόφων είναι πνευματική άσκηση στη φιλοσοφία και η καλλιέργεια του νου μας, που συμβάλλει στην περαιτέρω ποιοτική βελτίωση του εαυτού μας με υποχώρηση του εγωισμού και των παθών της πρόσδεσης στα υλικά πράγματα. Όσο περισσότερες φιλοσοφικές διασυνδέσεις και συσχετίσεις με ανάπτυξη πνευματικών εννοιών επιτύχει ο ασκών τη φιλοσοφία με περισσότερους φιλοσόφους τόσο περισσότερο θα πλατύνεται η εμβέλεια του πνεύματός του και αυτή στη συνέχεια θα "απαιτεί" περαιτέρω υποχώρηση των επιθυμιών και των ηδονών του σώματος. Η πνευματική ηδονή που θα βιώνει η ανθρώπινη ατομικότητα με την πνευματική άσκηση στη φιλοσοφία θα προσφέρει εσωτερική χαρά, αγαλλίαση και θέληση για διαφώτιση των συνανθρώπων του και της κοινωνίας, γιατί ο πνευματικός εαυτός θα έχει ανέλθει τόσο ψηλά που δε θα έχει μόνο τη δυνατότητα να σκέπτεται ή να νοεί για να συλλαμβάνει τα αληθινά νοήματα, αλλά και να "θεωρεί" ως "θεός", να παρατηρεί από ψηλά σαν νοητική εικόνα όλο το νόημα, το σύνολο των εννοιών, το Εν-Ον ως όλον.

Το δυσκολότερο και τελειότερο επίτευγμα που πρέπει να φέρει εις πέρας ο "φιλοσοφούν" άνθρωπος είναι διττού χαρακτήρα. Πρώτον, αφού κατανοήσει και βιώσει όλα αυτά, θα πρέπει να έχει την ικανότητα να αναπτύξει τη δική του ιδιαίτερη φιλοσοφία ως αποτύπωμα του πνεύματος που αναδύθηκε μέσα του. Η "φιλοσοφία" του σίγουρα θα συλλαμβάνει τα παλλόμενα κύματα της νοητικής περιοχής την οποία εργάστηκε περισσότερο κατά το συνολικό χρονικό διάστημα που αφιέρωσε για να καταστήσει τις νοητικές του δονήσεις τελειωμένο ατομικό Πνεύμα. Δεύτερον, θα πρέπει να έχει την ικανότητα να μεταδίδει με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο την ουσία της φιλοσοφίας του στην κοινωνία ως αδιάσπαστο κομμάτι της ίδιας της πραγματικότητας, όπως ταιριάζει στο όλον πνεύμα της ατομικής του διδασκαλίας.